Πυρηνική ενέργεια και κοινωνία
του Κωνσταντίνου Βρεττού

Πυρηνική ενέργεια και κοινωνία

16 09 2026 | 07:33

Το Μά’ι’ο 2023, 16 κράτη-μέλη της E.E. που ήδη αξιοποιούν την πυρηνική ενέργεια, ανακοίνωσαν την πρόθεσή τους για ανάπτυξη νέων ή επέκταση παλαιών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής, έως το 2050. Αυτή η εξέλιξη ήταν απόρροια του παγκόσμιου σοκ του 2022, στις τιμές φυσικού αερίου (πόλεμος Ουκρανίας). Τα υπόλοιπα  κράτη-μέλη, μεταξύ των οποίων   η   Ελλάδα, παρακολουθούν την τεχνολογική πρόοδο. 

Σήμερα στην Ελλάδα οργανώνονται ημερίδες σχετικές με την πυρηνική ενέργεια, ενώ έχει συσταθεί και η πρώτη διυπουργική επιτροπή. Κάτι που  απουσιάζει από το δημόσιο διάλογο, είναι η αναγνώριση λαθών  του παρελθόντος, αφού η  ελληνική προσπάθεια ανάπτυξης  πυρηνικής ενέργειας δεν αποτελεί κάτι νέο. Πριν  53 χρόνια υπήρξε η μεγάλη πετρελαϊκή κρίση του 1973, που οδήγησε την Ευρώπη  σε αναζήτηση εναλλακτικών πηγών ενέργειας, μεταξύ των οποίων και της πυρηνικής. Παρά την αρχική  συναίνεση εκείνης της εποχής και την ύπαρξη  μίας μόνο ενδιαφερόμενης ηλεκτρικής εταιρείας ( της κρατικής τότε ΔΕΗ), δεν επετεύχθη η ανάπτυξη  ούτε ενός πυρηνικού σταθμού στην Ελλάδα, παρόλο που συμμετείχαν αρκετοί φορείς: Συντονιστής ήταν το  Εθνικό Συμβούλιο Ενέργειας (ΕΣΕ), ένα κορυφαίο  κυβερνητικό όργανο για την ενεργειακή στρατηγική. Παράλληλα, συμβουλευτικό ή γνωμοδοτικό ρόλο διατηρούσαν κι άλλοι φορείς, όπως η Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας, το Εθνικό Κέντρο Πυρηνικών Ερευνών (ο γνωστός  «Δημόκριτος»), το ΕΜΠ με το Εργαστήριο Πυρηνικής Τεχνολογίας, η Ένωση Ελλήνων Πυρηνικών Επιστημόνων,  η ΔΕΗ που αναζητούσε κατάλληλες περιοχές εγκατάστασης,  το Ινστιτούτο Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (ΙΓΜΕ) που ερευνούσε κοιτάσματα ουρανίου στη βόρειο Ελλάδα, καθώς και στελέχη ξένων επιχειρήσεων  που πρόσφεραν τεχνογνωσία. Ο διάλογος εξαντλήθηκε σε ημερίδες με υπερβολές περί αρμοδιοτήτων  και θέσεων εργασίας (κυρίως μεταξύ Δημόκριτου και ΙΓΜΕ), φιλόδοξες προβλέψεις για κοιτάσματα  ουρανίου και αβάσιμες εκτιμήσεις για σύντομη εξάντληση των παγκόσμιων κοιτασμάτων πετρελαίου. Δεν περιέλαβε όμως την έγκαιρη ενημέρωση της τοπικής κοινωνίας. Παρόλο που υπήρχε διεθνής εμπειρία , όπως το παράδειγμα των ΗΠΑ, όπου προηγούνταν τοπικά δημοψηφίσματα  (ballot measures) της ανάπτυξης πυρηνικών σταθμών, στην Ελλάδα υπήρξε  αναβλητικότητα έως αδιαφορία. Ως εκ τούτου, καθ’ όλη τη διάρκεια των ερευνών υποψήφιων περιοχών χωροθέτησης,  υπήρχε μυστικότητα. Συνήθως οι τοπικές κοινωνίες - που λειτουργούν πρωτίστως με προσωπικές επαφές - εκλαμβάνουν τη μυστικότητα ως τεκμήριο κάποιου είδους «ενοχής».    Αναπληρώνουν την έλλειψη ενημέρωσης με φήμες και σενάρια και τελικά «αντιδρούν» με προσφυγές σε δικαστήρια και ακτιβισμούς. Έτσι  συνέβη και τη δεκαετία ’70,  όταν η αντίδραση για την  υποψήφια θέση πυρηνικού σταθμού στον Πλατανιστό Καρύστου Ευβοίας, έλαβε πανελλαδική δημοσιότητα  και τελικά υποστήριξη  από όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης.  Ευτυχώς, το άδοξο τέλος της προσπάθειας της  δεκαετίας ’70 δεν είχε επίπτωση στην ενεργειακή επάρκεια της χώρας.

Σήμερα που η Πολιτεία επανεξετάζει - υπό συνθήκες απελευθερωμένης αγοράς- την πυρηνική ενέργεια, είναι άσκοπη η νοοτροπία της  «μυστικότητας». Ωστόσο,   δεν την έχει ξεπεράσει και αυτό φαίνεται στον τρόπο ανάπτυξης άλλων μεγάλων ενεργειακών έργων, όπως τα Υπεράκτια Αιολικά Πάρκα (ΥΑΠ). Το  πρόσφατο Εθνικό Πρόγραμμα ανάπτυξης ΥΑΠ της Ελλάδας προβλέπει  23 ευρύτερες περιοχές οργανωμένης ανάπτυξης (οικόπεδα) ΥΑΠ που ήδη επέλεξε και  αδειοδοτεί η Πολιτεία. Χαρακτηριστικό αυτής  της πρωτοβουλίας, ήταν η μεταφορά των σχετικών αρμοδιοτήτων ανάπτυξης/επίβλεψης του προγράμματος από το Κέντρο Ανανεώσιμων πηγών Ενέργειας (ΚΑΠΕ) - που πλέον  διατηρεί απλώς συμβουλευτικό ρόλο - στην Ελληνική Διαχειριστική Εταιρεία Υδρογονανθράκων και Ενεργειακών Πόρων (ΕΔΕΥΕΠ). Παράλληλα, γνωμοδοτικό και συμβουλευτικό ρόλο (επίσημο ή άτυπο)  έχουν η Επιτροπή Συντονισμού Σύνδεσης και Ανάπτυξης ΥΑΠ, οι Ειδικές Ομάδες Εργασίας  ΕΣΕΚ, η Γενική Γραμματεία Χωρικού Σχεδιασμού ΥΠΕΝ, το Κεντρικό Συμβούλιο Χωροταξικών Θεμάτων, η ΡΑΑΕΥ, ο ΑΔΜΗΕ, η ΕΛΕΤΑΕΝ, το ΕΛΚΕΘΕ και μερικές ξένες επιχειρήσεις που παρέχουν   τεχνογνωσία.  Ο διάλογος εξαντλείται σε τεχνικά θέματα , υποθέσεις  για  χιλιάδες θέσεις εργασίας και προσδοκίες για ενεργειακό «πρωταθλητισμό» στη Μεσόγειο. Λείπει όμως - όπως και πριν 50 χρόνια - η έγκαιρη ενημέρωση των τοπικών κοινωνιών : Η πολυετής έρευνα για την  επιλογή των 23 «οικοπέδων» και η προετοιμασία της Στρατηγικής Περιβαλλοντικής Μελέτης (ΣΜΠΕ) του Προγράμματος, έγιναν με μυστικότητα. Αυτό  επισημαίνεται και στις ήδη εκδοθείσες  αρνητικές Αποφάσεις όλων (ανεξαιρέτως) των εμπλεκόμενων Δημοτικών Συμβουλίων. Αντέδρασαν, όταν   κλήθηκαν από την Πολιτεία  να γνωματεύσουν  εκ των υστέρων, στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής αδειοδότησης του Προγράμματος.  Σε όλο τον κόσμο, η δαπανηρή μετάβαση της αιολικής ενέργειας από την ξηρά στη θάλασσα, αποσκοπεί και στην επίλυση προβλημάτων όχλησης και σύγκρουσης χρήσεων που υπάρχουν στην ξηρά. Έτσι παντού στην Ε.Ε. τα προγράμματα ΥΑΠ σχεδιάζονται μακριά από τις ακτές (εντός ΑΟΖ και εκτός χωρικών υδάτων), ώστε να  ελαχιστοποιείται η όχληση παράκτιων κοινοτήτων.   Στην Ελλάδα ωστόσο, το σύνολο των οικοπέδων ΥΑΠ του Εθνικού προγράμματος σχεδιάστηκαν εντός χωρικών υδάτων και μάλιστα σε στενές παράκτιες ζώνες. Αυτό από μόνο του καθιστούσε  ακόμα πιο επιτακτική την έγκαιρη ενημέρωση  και συναίνεση της τοπικής  κοινωνίας. Σε κάθε περίπτωση, η συμμετοχή του κοινού σε τέτοιες αποφάσεις και μάλιστα σε πρώιμο στάδιο, προβλέπεται και στην τελευταία Οδηγία (ΕΕ) 2023/2413 (RED III) για τις ΑΠΕ, που ενσωματώθηκε πρόσφατα στο ελληνικό δίκαιο με το Νόμο 5299/2026. 

Οι  ομοιότητες στον τρόπο  ανάπτυξης της πυρηνικής ενέργειας στη δεκαετία ’70 και των Υπεράκτιων Αιολικών Πάρκων σήμερα, μπορούν να οδηγήσουν σε κάποια συμπεράσματα: Διαχρονικά, τα όργανα της ελληνικής Πολιτείας  «αντιλαμβάνονται»  ως μόνη ευθύνη τους για την ανάπτυξη μεγάλων ενεργειακών έργων,  τον περιορισμό (αν και σπάνια το καταφέρνουν ) των  χρονοβόρων διαδικασιών αδειοδότησης.  Εμφανίζουν «δυσκολία» στην ενημέρωση της  τοπικής κοινωνίας, συμπεριλαμβανόμενης της  τοπικής αυτοδιοίκησης. Έτσι περιορίζονται στις απολύτως απαραίτητες ανακοινώσεις, συχνά χωρίς τεχνοκρατική και νομική επάρκεια, ευελπιστώντας σε μελλοντική  συναίνεση. Όταν  και αν  αυτή επιτευχθεί, συνήθως  περιλαμβάνει  μεγάλο κόστος (π.χ. πλειοδοσία σε αντισταθμιστικά οφέλη) και  ταλαιπωρία για τους κατόχους αδειών από τις δικαστικές προσφυγές και τους ακτιβισμούς. Έχει έρθει λοιπόν καιρός για τα όργανα της Πολιτείας, να αναλάβουν ενεργή και επιτόπου στήριξη των   επιλογών τους για το ενεργειακό μίγμα της χώρας. Ειδικά για νέους πυρηνικούς σταθμούς, μικρούς ή μεγάλους,  καλό θα ήταν να ενημερωθεί έγκαιρα η κοινωνία για τα ζητήματα ασφάλειας, τα κριτήρια χωροθέτησης και το κόστος παραγωγής σε σχέση με τις μονάδες φυσικού  αερίου και τις ΑΠΕ. 

*Ο Κωνσταντίνος Βρεττός είναι μηχανολόγος μηχανικός, ΜΒΑ, σύμβουλος επί θεμάτων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM