Πρόσφατες αποφάσεις του ΔΕΕ σε υποθέσεις σχετικές με ευρωπαϊκές οδηγίες για τις βιομηχανικές εκπομπές και την εμπορία δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου – Νομική ανάλυση

Πρόσφατες αποφάσεις του ΔΕΕ σε υποθέσεις σχετικές με ευρωπαϊκές οδηγίες για τις βιομηχανικές εκπομπές και την εμπορία δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου – Νομική ανάλυση

Πρόσφατες αποφάσεις του ΔΕΕ σε υποθέσεις σχετικές με ευρωπαϊκές οδηγίες για τις βιομηχανικές εκπομπές και την εμπορία δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου – Νομική ανάλυση
23 10 2024 | 09:21

Μια εξόχως ενδιαφέρουσα ανάλυση δύο σημαντικών αποφάσεων περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης δημοσιεύεται στο τελευταίο τεύχος της νομικής επιθεώρησης “Περιβάλλον & Δίκαιο” που εκδίδει η Νομική Βιβλιοθήκη.

 

Πρόκειται για τις υποθέσεις C-626/22 - Ilva κ.λπ. και C-166/23 – Naturvårdsverket κ.λπ. 

 

Στην πρώτη περίπτωση, το ΔΕΕ κλήθηκε να αποφανθεί επί προδικαστικής παραπομπής σχετικά με το πεδίο εφαρμογής, βάσει της Οδηγίας 2010/75 για τις βιομηχανικές εκπομπές, της υποχρέωσης διεξαγωγής εκτίμησης επιπτώσεων ως προϋπόθεση πριν από τη χορήγηση ή την επανεξέταση άδειας λειτουργίας. Η υπόθεση έθεσε επίσης το ζήτημα εάν οι επαναλαμβανόμενες παρατάσεις της προθεσμίας για τη συμμόρφωση με τα μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας είναι συμβατές με το δίκαιο της ΕΕ.

Στη δεύτερη περίπτωση, το ΔΕΕ εξέτασε τα κριτήρια που θέτει η Οδηγία 2003/87 για την εμπορία δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου, καθώς και το πεδίο εφαρμογής της και την έκταση των εξαιρέσεων σε αυτήν.

 

Τη δημοσίευση υπογράφει η κα. Αρήτη Τσουκαλά, δικηγόρος συνεργάτη της νομικής εταιρείας AKL Law Firm, κάτοχο ΜΔΕ Δημοσίου Δικαίου ΕΚΠΑ και ΜΔΕ Δικαίου Περιβάλλοντος ΕΚΠΑ.

 

Δείτε τη δημοσίευση εδώ.

 

Υπόθεση C-626/22 - Ilva κ.λπ.

 

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, η απόφαση του ΔΕΕ ορίζει ότι η λειτουργία του χαλυβουργείου Ilva θα πρέπει να ανασταλεί αν προκαλεί σοβαρούς και σημαντικούς κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία, με την εκτίμηση αυτή να εναπόκειται στο πρωτοδικείο Μιλάνου.

 

Το ΔΕΕ διαπίστωσε ότι η έννοια της «ρύπανσης» κατά την οδηγία περί βιομηχανικών εκπομπών περιλαμβάνει τη βλάβη του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας. Συνεπώς, η προηγούμενη εκτίμηση των επιπτώσεων της δραστηριότητας μιας εγκατάστασης, όπως το χαλυβουργείο Ilva στη νότια Ιταλία, πρέπει να αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα των προβλεπόμενων από την οδηγία διαδικασιών για τη χορήγηση και για την επανεξέταση άδειας λειτουργίας. Κατά τη διαδικασία επανεξέτασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ρυπαντικές ουσίες που συνδέονται με τη δραστηριότητα της εγκατάστασης, ακόμη και αν δεν αξιολογήθηκαν κατά τη διαδικασία αρχικής αδειοδότησης. Στην περίπτωση σοβαρών και σημαντικών κινδύνων για την ακεραιότητα του περιβάλλοντος και την ανθρώπινη υγεία, η λειτουργία της εγκατάστασης πρέπει να αναστέλλεται. 

 

Πιο αναλυτικά, η υπόθεση έχει ως εξής: Το χαλυβουργείο Ilva βρίσκεται στον Τάραντα, στη νότια Ιταλία. Άρχισε να λειτουργεί το 1965. Έχει περίπου 11 000 εργαζομένους και καλύπτει έκταση 1 500 εκταρίων, είναι δε ένα από τα μεγαλύτερα χαλυβουργεία της Ευρώπης. Το 2019 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπίστωσε ότι το χαλυβουργείο είχε σημαντικές επιβλαβείς επιπτώσεις στο περιβάλλον και την υγεία των περιοίκων. Από το 2012 έχουν προβλεφθεί μέτρα για τη μείωση των επιπτώσεων, αλλά οι προθεσμίες για την υλοποίησή τους έχουν επανειλημμένα παραταθεί. 

 

Μεγάλος αριθμός κατοίκων της περιοχής προσέφυγε ενώπιον του πρωτοδικείου Μιλάνου, ζητώντας την παύση της λειτουργίας του χαλυβουργείου. Υποστηρίζουν ότι οι εκπομπές του βλάπτουν την υγεία τους και ότι η εγκατάσταση δεν πληροί τις απαιτήσεις της οδηγίας περί βιομηχανικών εκπομπών. Το πρωτοδικείο Μιλάνου διερωτήθηκε αν αντιβαίνουν στην οδηγία η ιταλική νομοθεσία και οι ειδικοί κατά παρέκκλιση κανόνες που ισχύουν για το χαλυβουργείο Ilva προκειμένου να επιτραπεί η συνέχιση της λειτουργίας του. Ως εκ τούτου, υπέβαλε αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο.  

 

Το Δικαστήριο τονίζει κατ’ αρχάς τη στενή σχέση μεταξύ της προστασίας της ποιότητας του περιβάλλοντος και της προστασίας της ανθρώπινης υγείας, που αποτελούν βασικούς σκοπούς του δικαίου της Ένωσης, κατοχυρωμένους στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επισημαίνει ότι η οδηγία συμβάλλει στην επίτευξη των σκοπών αυτών και στην προάσπιση του δικαιώματος διαβίωσης σε περιβάλλον που εξασφαλίζει επαρκή προσωπική υγεία και ευημερία. 

 

Ενώ, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, η οδηγία δεν περιλαμβάνει καμία αναφορά στην εκτίμηση της βλάβης για την υγεία, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η έννοια της «ρύπανσης» κατά την οδηγία καταλαμβάνει τις βλάβες που προκαλούνται τόσο στο περιβάλλον όσο και στην ανθρώπινη υγεία. Συνεπώς, η προηγούμενη εκτίμηση των επιπτώσεων της δραστηριότητας μιας εγκατάστασης, όπως το χαλυβουργείο Ilva, επί των δύο αυτών στοιχείων πρέπει να αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα των διαδικασιών για τη χορήγηση και για την επανεξέταση άδειας λειτουργίας. Πλην όμως, κατά το πρωτοδικείο Μιλάνου, η προηγούμενη αυτή απαίτηση δεν τηρήθηκε όσον αφορά τη βλάβη για την υγεία. Ο φορέας εκμετάλλευσης πρέπει επίσης να εκτιμά τις επιπτώσεις αυτές καθ’ όλο το χρονικό διάστημα λειτουργίας της εγκατάστασης. 

 

Επιπλέον, κατά το πρωτοδικείο Μιλάνου, οι ειδικοί κανόνες για το χαλυβουργείο Ilva κατέστησαν δυνατή τη χορήγηση περιβαλλοντικής άδειας και την επανεξέτασή της, χωρίς να συνεκτιμηθούν ορισμένοι ρύποι ή οι επιβλαβείς συνέπειές τους για τους περιοίκους. Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι ο φορέας εκμετάλλευσης μιας εγκατάστασης υπέχει την υποχρέωση να παράσχει, με την αρχική αίτηση χορήγησης άδειας, πληροφορίες σχετικά με τη φύση, την ποσότητα και τις δυνητικές επιβλαβείς συνέπειες των εκπομπών που είναι πιθανόν να παράγονται από την εγκατάστασή του. Μόνον οι ρυπαντικές ουσίες για τις οποίες γίνεται δεκτό ότι έχουν αμελητέα επίδραση στην ανθρώπινη υγεία και στο περιβάλλον μπορούν να μην υπόκεινται σε οριακές τιμές εκπομπών στην άδεια λειτουργίας. 

 

Το Δικαστήριο κρίνει ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν η Ilva και η Ιταλική Κυβέρνηση, η διαδικασία επανεξέτασης δεν μπορεί να περιορίζεται στον καθορισμό οριακών τιμών μόνο για ρυπαντικές ουσίες των οποίων η εκπομπή μπορούσε να προβλεφθεί. Πρέπει επίσης να συνεκτιμά και τις πραγματικές εκπομπές άλλων ρυπαντικών ουσιών από τη λειτουργία της συγκεκριμένης εγκατάστασης. 

 

Σε περίπτωση παράβασης των όρων της άδειας λειτουργίας της εγκατάστασης, ο φορέας εκμετάλλευσης οφείλει να λάβει αμέσως τα απαιτούμενα μέτρα για την αποκατάσταση της συμμόρφωσης προς τους όρους της άδειας το συντομότερο δυνατόν. Σε περίπτωση σοβαρών και σημαντικών κινδύνων για την ακεραιότητα του περιβάλλοντος και την ανθρώπινη υγεία, η προθεσμία για την εφαρμογή των προβλεπόμενων στην άδεια λειτουργίας μέτρων προστασίας δεν μπορεί να παρατείνεται επανειλημμένα, και η λειτουργία της εγκατάστασης πρέπει να αναστέλλεται. 

 

Υπενθυμίζεται ότι η προδικαστική παραπομπή παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, να υποβάλουν στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά αυτή, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, ομοίως, άλλα εθνικά δικαστήρια ενώπιον των οποίων ανακύπτει παρόμοιο ζήτημα. 

 

Υπόθεση C-166/23 – Naturvårdsverket κ.λπ. 

 

Η υπόθεση αφορά αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το σουηδικό δικαστήριο Svea hovrätt (Mark- och miljööverdomstolen) στις 17 Μαρτίου 2023, με τους διαδίκους στην υπόθεση της κύριας δίκης να είναι η Naturvårdsverket, ως εκκαλούσα, και η Nouryon Functional Chemicals AB, ως εφεσίβλητη.

 

Τα προδικαστικά ερωτήματα που τέθηκαν ήταν τα εξής:

 

-Ισχύει η εξαίρεση για τις μονάδες αποτέφρωσης επικίνδυνων αποβλήτων του σημείου 5 του παραρτήματος Ι της οδηγίας για την εμπορία δικαιωμάτων εκπομπής ότι όλες οι μονάδες καύσης καυσίμων πρέπει να περιλαμβάνονται στην άδεια εκπομπής αερίων θερμοκηπίου, πλην των μονάδων αποτέφρωσης επικίνδυνων ή αστικών αποβλήτων– σε όλες τις μονάδες αποτέφρωσης επικίνδυνων αποβλήτων ή πρέπει να υπάρχει κάποιος ειδικός ποιοτικός παράγοντας για την εφαρμογή της εξαίρεσης; Αν απαιτείται τέτοιος παράγοντας, είναι καθοριστικός ο σκοπός της μονάδας προκειμένου να εφαρμοστεί η εξαίρεση ή ασκούν επιρροή και άλλοι παράγοντες;

 

-Εάν ο σκοπός της μονάδας είναι καθοριστικός για την εκτίμηση, πρέπει η εξαίρεση να εφαρμόζεται και σε μονάδα που αποτεφρώνει επικίνδυνα απόβλητα, πλην όμως έχει κύριο σκοπό διαφορετικό από την αποτέφρωση;

 

-Εάν η εξαίρεση εφαρμόζεται αποκλειστικά σε μονάδα που έχει κύριο σκοπό την αποτέφρωση επικίνδυνων αποβλήτων, ποια κριτήρια πρέπει να χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση του σκοπού;

 

-Εάν, στο πλαίσιο της εκτίμησης αυτής, είναι καθοριστικό το ζήτημα κατά πόσο η μονάδα πρέπει να θεωρηθεί ως αναπόσπαστο μέρος δραστηριότητας που ασκείται σε εγκατάσταση για την οποία απαιτείται άδεια βάσει της οδηγίας –για παράδειγμα κατά την έννοια του τμήματος 3.3.3 των κατευθυντηρίων οδηγιών της Επιτροπής– ποιες προϋποθέσεις πρέπει να τίθενται προκειμένου η μονάδα να μπορεί να θεωρηθεί ως αναπόσπαστο μέρος της εγκατάστασης; Μπορεί να απαιτείται, για παράδειγμα, η παραγωγή να είναι αδύνατη ή να μην επιτρέπεται χωρίς την εν λόγω μονάδα (βλ. κατευθυντήριες οδηγίες της Επιτροπής, σελίδα 14, υποσημείωση 14), ή αρκεί η μονάδα να συνδέεται τεχνικώς με την εγκατάσταση και να δέχεται επικίνδυνα απόβλητα αποκλειστικά από την εγκατάσταση αυτή;  

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM