ODI: Η Ελλάδα επιδοτεί τον άνθρακα με 151 εκατ. ευρώ ετησίως
Στις επιδοτήσεις που προσφέρονται στον άνθρακα τόσο στην Ευρώπη, όσο και στην Ελλάδα, αναφέρεται νέα μελέτη του Overseas Development Institute (ODI), η οποία δημοσιεύτηκε αυτό το μήνα.
Η έκθεση αναλύει τις επιδοτήσεις προς τον άνθρακα σε 10 χώρες, οι οποίες ευθύνονται για το 84% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου από τον ενεργειακό κλάδο στην Ε.Ε., δηλαδή τις Γαλλία, Τσεχία, Γερμανία, Ελλάδα, Ιταλία, Ουγγαρία, Ολλανδία, Πολωνία, Ισπανία και Βρετανία.
Όπως τονίζεται, παρά τις δεσμεύσεις για καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, οι επιδοτήσεις προς τον άνθρακα συνεχίζονται σε όλες αυτές τις χώρες, καθώς από κοινού έχουν δαπανήσει 6,3 δις. ευρώ ετησίως κατά την περίοδο 2005-2016.
Αρνητική η κατάσταση στην Ελλάδα
Όσον αφορά την Ελλάδα, το ODI της δίνει κακή βαθμολογία όσον αφορά τη διαφάνεια, καθώς τονίζει ότι «η ελληνική κυβέρνηση δεν δημοσιεύει στοιχεία σχετικά με τις κρατικές επιδοτήσεις άνθρακα».
Αντιθέτως, χαρακτηρίζει καλή την επίδοση όσον αφορά τις επιδοτήσεις για εξόρυξη άνθρακα, καθώς «οι εργασίες εξόρυξης λιγνίτη από τη ΔΕΗ φορολογούνται με συντελεστή 0,5% του κύκλου εργασιών, με τα έσοδα να χρησιμοποιούνται για τη στήριξη τοπικών κοινοτήτων στις ζώνες εξόρυξης».
Ιδιαίτερα αρνητική, σύμφωνα με το ODI, είναι η κατάσταση στις επιδοτήσεις που σχετίζονται με την ηλεκτροπαραγωγή, καθώς «κατατέθηκαν προτάσεις για κατασκευή δύο νέων λιγνιτικών μονάδων ηλεκτροπαραγωγής στην Ελλάδα. Πράγματι, παρέχεται χρηματοδοτική στήριξη για την κατασκευή της μονάδας Πτολεμαΐδα V μέσω της ΔΕΗ, ενώ εκκρεμεί η απόφαση χρηματοδότησης για τη μονάδα Μελίτη II». Επίσης, σημειώνεται ότι «η Ελλάδα επιδοτεί τη χρήση άνθρακα για οικιακή κατανάλωση και (για επιλεγμένες) βιομηχανίες, καθώς και μέσω του μηχανισμού αμοιβής ισχύος».
Χαρακτηριστικό είναι, σύμφωνα με το ODI, ότι η χώρα μας δαπανεί ετησίως 151 εκατ. ευρώ για επιδοτήσεις που σχετίζονται με τον άνθρακα.
Η ακτινογραφία των επιδοτήσεων
Πιο αναλυτικά σχετικά με τα παραπάνω, το ODI αναφέρει τα εξής:
Παρά τις δεσμεύσεις της, η Ελλάδα εξακολουθεί να παρέχει υψηλές επιδοτήσεις άνθρακα, ενώ τα σχέδια για τη σταδιακή κατάργηση αυτών των χρηματοδοτήσεων είναι ανύπαρκτα. Σε εθνικό επίπεδο, το μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης για τον λιγνίτη παρέχεται μέσω του μηχανισμού αμοιβής ισχύος. Αυτό συντελεί στην παροχή στήριξης σε λιγνιτικούς σταθμούς ως αντάλλαγμα της δυνατότητας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, που αντιστοιχούσε σε €40.423 ανά MW παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας το 2013 και σε συνολική παροχή χρηματοδότησης ύψους €149 εκατομμυρίων σε λιγνιτικούς σταθμούς για το ίδιο έτος.
Η στήριξη από την ελληνική κυβέρνηση παρέχεται επίσης με τη μορφή ενός καθεστώτος επιστροφής φόρων για ενεργειακά προϊόντα που χρησιμοποιούνται εντός της ΕΕ (περιλαμβανομένου του άνθρακα). Το κόστος υπολογίζεται σε συνολικά €1,3 εκατομμύρια ετησίως για τον άνθρακα για την περίοδο 2006-2014 (ΟΟΣΑ, 2016), ενώ ισχύει ειδικό καθεστώς φοροαπαλλαγής για καταναλωτές που χρησιμοποιούν άνθρακα και οπτάνθρακα. Ωστόσο, εκτιμήσεις για αυτό το μέτρο δεν διατίθενται στη βάση δεδομένων του ΟΟΣΑ για τα ορυκτά καύσιμα.
Οι δύο νέες λιγνιτικές μονάδες, Πτολεμαΐδα V και Μελίτη II, οι οποίες πιθανότατα θα αποδειχθούν οικονομικά ασύμφορες χωρίς κυβερνητική στήριξη, λαμβάνουν νέες επιδοτήσεις μέσω της ΔΕΗ. Η ΔΕΗ διέθεσε €400 εκατομμύρια για την έναρξη των εργασιών κατασκευής της μονάδας Πτολεμαΐδα V και είναι πιθανόν ότι θα κληθεί να καλύψει μέρος του εναπομείναντος €1,4 δις που απαιτείται. Αυτή η μονάδα έλαβε επίσης δάνειο ύψους €739 εκατομμυρίων από μια κοινοπραξία ηγούμενη από τη γερμανική τράπεζα εξαγωγών KfW-Ipex, με εγγυητή τον Γερμανικό Οργανισμό Ασφάλισης Εξαγωγικών Πιστώσεων Euler Hermes.
Τον Σεπτέμβριο του 2016, υπογράφηκε μνημόνιο συνεργασίας για τη μονάδα Μελίτη II μεταξύ της ΔΕΗ και της CMEC. Ωστόσο, δεν είναι σαφές τι είδους χρηματοδοτική υποστήριξη –αν διατίθεται κάποια– θα λάβει η μονάδα Μελίτη II από τη ΔΕΗ.
Επιπλέον, η ΔΕΗ και η ελληνική κυβέρνηση έχουν αιτηθεί τη χορήγηση δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών, στο πλαίσιο του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής (ΣΕΔΕ) της ΕΕ και βάσει της παρέκκλισης του Άρθρου 10γ, για τη στήριξη της λειτουργίας των μονάδων Πτολεμαΐδα V και Μελίτη II –κόστος ύψους μεταξύ €1,8 και €2,5 δις κατά την τέταρτη φάση του ΣΕΔΕ.
Θετική εξέλιξη αποτέλεσε η πρόσφατη απόρριψη αυτής της αίτησης από την Επιτροπή για το Περιβάλλον, Δημόσια Υγεία και Ασφάλεια των Τροφίμων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (ENVI) –μια απόφαση που υποστηρίχθηκε από μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κατά τη διάρκεια των εργασιών της ολομέλειας του Κοινοβουλίου στις 15 Φεβρουαρίου 2017.
Επιπλέον, η εξαίρεση της Ελλάδας για παρέκκλιση από το Άρθρο 10γ δεν περιλαμβάνεται στο έγγραφο του Συμβουλίου Υπουργών Περιβάλλοντος, με το οποίο το Συμβούλιο θα προχωρήσει στις προσεχείς τριμερείς διαπραγματεύσεις με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Τροπολογίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου χορήγησαν πρόσβαση στην Ελλάδα στο Ταμείο Εκσυγχρονισμού (28 Φεβρουαρίου 2017). Ευτυχώς, αυτό το ταμείο δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει μετασκευές λιγνιτικών σταθμών, καθώς οι επενδύσεις σε ενεργειακές υποδομές δεν μπορούν να υπερβαίνουν το όριο των 450g CO2e ανά kWh.
Στο κείμενο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, η χρήση των πόρων προβλέπεται μόνο για τη συγχρηματοδότηση επενδύσεων για υποδομές απεξάρτησης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας από άνθρακα στα ελληνικά νησιά. Έχουν επίσης εισαχθεί ορισμένες θετικές εισφορές, οι οποίες στοχεύουν στον περιορισμό της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με καύση άνθρακα και της εξόρυξης άνθρακα εκ μέρους της ΔΕΗ, παρόλο που οι θετικές επιπτώσεις αυτών των εισφορών υπονομεύονται από τις συνεχιζόμενες επιδοτήσεις άνθρακα.
Μια εισφορά λιγνίτη που εισήχθη το 2012, επιβάλλει χρέωση €2 ανά MWh στη ΔΕΗ για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας μέσω λιγνιτικών σταθμών. Στο μεταξύ, η ΔΕΗ υποχρεούται να καταβάλλει έναν φόρο που προβλέπεται να χρησιμοποιηθεί για τις τοπικές κοινότητες στις ζώνες εξόρυξης, ο οποίος αντιστοιχεί στο 0,5% των συνολικών κύκλων εργασιών της ΔΕΗ.
Οι προτάσεις του ODI
Καταλήγοντας, το ODI εκτιμά ότι «η στήριξη για την παραγωγή ενεργειακής ισχύος με καύση λιγνίτη υπονομεύει τη λειτουργία μιας ανοιχτής αγοράς στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση θα πρέπει να επιδιώξει έναν ευρύτερο εφοδιασμό ενέργειας και πολιτικές επενδύσεων που θα βελτιώσουν τις ευκαιρίες για τεχνολογίες καθαρότερης ενέργειας, οι οποίες θα υποστηρίζουν τη μελλοντική ισχύ του τομέα ηλεκτρικής ενέργειας –ειδικά δεδομένης της υψηλότερης δυνατότητας που έχουν για δημιουργία θέσεων εργασίας.
Οι προσπάθειες ιδιωτικοποίησης του ελληνικού τομέα ηλεκτρικής ενέργειας, περιλαμβανομένης της ΔΕΗ, χαίρουν υποστήριξης. Η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να συνεχίσει να είναι αρωγός σε τέτοιου είδους προσπάθειες, προκειμένου να προωθήσει μια ανοιχτή αγορά ενέργειας στην Ελλάδα, γεγονός το οποίο θα βοηθήσει επίσης τη ΔΕΗ να υπερβεί την εξάρτησή της από την παραδοσιακή παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με καύση λιγνίτη».