Ο λιγνίτης ήδη κοστίζει πάνω από 90 €/MWh
Οι εξελίξεις και ο θόρυβος γύρω από το μέλλον της Πτολεμαΐδας V επισκιάζουν τη γενικότερη κατάσταση στην οποία βρίσκεται η λιγνιτική ηλεκτροπαραγωγή της χώρας. Δηλαδή στο ναδίρ. Υπό τις παρούσες συνθήκες, η φράση “ο λιγνίτης δεν έχει κανένα μέλλον στο ενεργειακό μίγμα της χώρας” μάλλον ακούγεται σαν παράδοξο: αυτήν τη στιγμή ο λιγνίτης δεν έχει ούτε καν παρόν.
Μία ισχυρή ΔΕΗ που επανακάμπτει και αποτελεί πυλώνα ανάπτυξης για τη χώρα θα πρέπει να απομακρυνθεί από τη λιγνιτική παραγωγή το συντομότερο δυνατόν. Να στηριχθεί στα υδροηλεκτρικά ως μέσο αποθήκευσης ενέργειας, στις υπόλοιπες καθαρές και νέες τεχνολογίες αλλά και στις ενεργειακές υπηρεσίες.
Σύμφωνα με εκτίμηση της Greenpeace και του WWF Ελλάς, με βάση τα διαθέσιμα δημοσιευμένα στοιχεία από κυβέρνηση και ΔΕΗ, με τις σημερινές τιμές δικαιωμάτων εκπομπών η μέση λιγνιτική μεγαβατώρα ξεπερνάει τα 90 ευρώ.
|
Κόστος Λιγνιτικής Παραγωγής της ΔΕΗ[1] |
€/MWh |
|
Κόστος καυσίμου |
32,6 |
|
Μεταβλητό κόστος λειτουργίας και συντήρησης (εδ. ε παρ.3 άρθρο 139 ν. 4389/2016 ) |
3,27 |
|
Σταθερό κόστος λειτουργίας και συντήρησης |
5,44 |
|
Κόστος αγοράς δικαιωμάτων εκπομπών C02 (εδ. στ παρ.3 άρθρο 139 ν. 4389/2016 ) |
42,55 |
|
Απόδοση απασχολούμενων κεφαλαίων ορυχείων και λιγνιτικής παραγωγής |
7,7 |
|
Αποσβέσεις και χρηματοοικονομικά |
5 |
|
Σύνολο |
96,52 |
Σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση για πώληση μονάδων ακούγεται περισσότερο σαν ανέκδοτο, ακόμα και στο απευκταίο σενάριο στο οποίο προσφέρονται και υδροηλεκτρικές μονάδες ως ‘καρότο’ για την αγορά λιγνιτικών.
Φυσικά, για πολλούς έχει ήδη βρεθεί ‘ένοχος’ και δεν είναι άλλος από το ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΣΕΔΕ) το οποίο μέσα σε σύντομο διάστημα ανέβασε κατακόρυφα το κόστος της λιγνιτικής μεγαβατώρας, πιάνοντας απροετοίμαστη τη βιομηχανία.
Παρόμοιες τοποθετήσεις στερούνται λογικής τεκμηρίωσης.
Για την οικονομία της συζήτησης να υπενθυμίσουμε επιγραμματικά τα εξής: Το ΣΕΔΕ συζητιέται στην Ευρώπη ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 (με αφορμή την υπογραφή του Πρωτοκόλλου του Κιότο), αποφασίζεται με Κοινοτική Οδηγία το 2003, τίθεται σε ισχύ το 2005 με σκοπό τη δημιουργία μιας αποτελεσματικής αγοράς ρύπων, χαρίζει ΔΩΡΕΑΝ δικαιώματα για την δεύτερη περίοδο εφαρμογής το 2008-2012, και ξεκινάει την πλήρη εφαρμογή του το 2013. Όταν δε, έγινε σαφές ότι η τιμή από τα 30 €/τόνος κατρακύλησε στα 6-7 €/τόνος εξαιτίας της υπερπληθώρας δωρεάν εκπομπών που (σκανδαλωδώς) είχαν δοθεί στη βιομηχανία, ξεκίνησε η συζήτηση για τα διορθωτικά μέτρα τα οποία οδήγησαν στη δημιουργία του Market Stability Reserve. Το οποίο αποφασίστηκε το 2015. Δηλαδή πριν από 4 χρόνια…
Ακόμα κι έτσι, όμως, κάποιοι επιμένουν ακόμα να πιστεύουν στον μύθο του φτηνού λιγνίτη. Ότι για κάποιο λόγο, μάλιστα, νομιμοποιείται ηθικά η τακτική των εξαιρέσεων από το ευρωπαϊκό κεκτημένο για το περιβάλλον. Ότι η επιβολή κρατικών επιδοτήσεων (υπό τη μορφή μόνιμων μηχανισμών διασφάλισης επάρκειας ισχύος) επιβάλλεται, παρά το γεγονός ότι στρεβλώνει περισσότερο την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, δυναμιτίζει την κλιματική πολιτική, εμποδίζει την περαιτέρω διείσδυση των ΑΠΕ και επιβαρύνει τον τελικό καταναλωτή.
Και τώρα τι;
Η καθυστέρηση στην απόφαση ενός έγκαιρου χρονοδιαγράμματος απεξάρτησης από τον λιγνίτη – καθαρά για πολιτικούς λόγους – έχει ήδη στοιχίσει ακριβά στη χώρα και έχει δημιουργήσει συνθήκες ανασφάλειας για τους χιλιάδες εργαζόμενους και τις τοπικές κοινωνίες σε δυτική Μακεδονία και Μεγαλόπολη. Τυχόν περαιτέρω καθυστέρηση θα στοιχίσει ακόμα περισσότερο για τη ΔΕΗ και τη χώρα και θα καταστήσει τη διαδικασία κοινωνικά δίκαιης μετάβασης εξαιρετικά επισφαλή.
Συνεπώς, η Ελλάδα θα πρέπει γρήγορα να θέσει στόχο μηδενικού άνθρακα για την οικονομία της πριν το 2050 και να αναθεωρήσει το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα, θέτοντας στόχο απεξάρτησης από τον λιγνίτη ως το 2030 το αργότερο. Η αντικατάσταση του λιγνίτη με μονάδες φυσικού αερίου, όπως ορέγονται πολλοί, είναι εξίσου προβληματική και θα οδηγήσει σε παρόμοιο αδιέξοδο την επόμενη δεκαετία.
Ουδέν κακόν αμιγές καλού
Τα εκατοντάδες εκατομμύρια ετησίως σε δικαιώματα εκπομπών, τα οποία αναπόφευκτα θα πληρώνει για κάποια χρόνια ακόμα η ΔΕΗ, αποτελούν δημόσιους πόρους οι οποίοι θα πρέπει να αξιοποιηθούν σωστά. Να χρηματοδοτήσουν νέες επενδύσεις σε καθαρές τεχνολογίες και εξοικονόμηση (βιομηχανία, κτίρια, ηλεκτροκίνηση κτλ) καθώς και να ενισχύσουν την κοινωνική πολιτική της χώρας: προγράμματα ηλιακής κοινωνικής πολιτικής και ενεργειακών αναβαθμίσεων σε ευάλωτες κοινωνικά ομάδες για την εξάλειψη της ενεργειακής φτώχειας και, φυσικά, να ενισχύσουν σημαντικά το Εθνικό Ταμείο για τη Δίκαιη Μετάβαση. Η χρηματοδότηση εναλλακτικών οικονομικών δράσεων από το Ταμείο για περιοχές της χώρας που εδώ και δεκαετίες υφίστανται τις περιβαλλοντικές και οικονομικές συνέπειες της λιγνιτικής δραστηριότητας πρέπει να αποτελέσει ύψιστη προτεραιότητα.
Πρόσφατη μελέτη του Joint Research Center της Ευρωπαϊκής Ένωσης έδειξε ότι είναι εφικτή η αντικατάσταση των ανθρακικών σταθμών με φωτοβολταϊκά πάρκα στα υπάρχοντα ορυχεία οδηγώντας σε 135,000 νέες θέσεις εργασίας ετησίως, συν 50.000 θέσεις ακόμα για εργασίες λειτουργίας και συντήρησης. Μάλιστα τα λιγνιτικά πεδία της δυτικής Μακεδονίας και της Κοζάνης έχουν το μεγαλύτερο ηλιακό δυναμικό από κάθε άλλο ορυχείο στις ανθρακικές περιφέρειες της Ευρώπης.
Η αλήθεια του ακριβού και ρυπογόνου λιγνίτη ταυτίζεται πλέον με την πραγματικότητα και όσοι εθελοτυφλούν ως προς αυτό, κρατούν τη χώρα δέσμια μίας ανεδαφικής πολιτικής που τελικά επιβαρύνει το περιβάλλον, τη δημόσια υγεία και την τσέπη των Ελλήνων. Η ΔΕΗ έχει τη δυνατότητα να σταθεί τα πόδια της αν ακολουθήσει τον δρόμο άλλων αντίστοιχων κρατικών επιχειρήσεων ηλεκτρισμού, οι οποίες εδώ και χρόνια έχουν κάνει στροφή στις ΑΠΕ, τα έξυπνα δίκτυα και υπηρεσίες προς τους καταναλωτές.
[1] Εκτίμηση του μέσου κόστους λιγνιτικής μεγαβατώρας βάσει δημοσιευμένων στοιχείων για το μεταβλητό κόστος από τις ΚΥΑ για τα ΝΟΜΕ του 2018 (ΦΕΚ B 2386/2018) και του 2019 (ΦΕΚ Β 2618/2019) καθώς και από παλαιότερα δημοσιευμένα στοιχεία της ΔΕΗ για τα υπόλοιπα κόστη. Για τα δικαιώματα εκπομπών λαμβάνεται υπόψη πραγματικό κόστος 10% χαμηλότερο από την ονομαστική αξία των δικαιωμάτων (λόγω hedging)
*O Τάκης Γρηγορίου, υπεύθυνος για θέματα ενέργειας και κλιματικής πολιτικής, Ελληνικό Γραφείο Greenpeace
*O Σταύρος Μαυρογένης, υπεύθυνος τομέα κλιματικής και ενεργειακής πολιτικής, WWF Ελλάς