Μη ρεαλιστική θεωρεί το ΥΠΕΝ την Οδηγία για αναβάθμιση έως το 2035 όλων των κατοικιών σε τουλάχιστον «κλάση Ε» - Η προθεσμία της 23ης Ιουλίου και πως θα αποφευχθεί το αδιέξοδο για 1,3 εκατ. σπίτια
Αντιμέτωπη με τα δυσθεώρητα κόστη της πράσινης μετάβασης σε ό,τι αφορά την ενεργειακή αναβάθμιση του κτιριακού τομέα βρίσκεται η ελληνική κυβέρνηση, η οποία μέχρι τις 23 Ιουλίου θα πρέπει να έχει ενημερώσει τις Βρυξέλλες για τη συμμόρφωση με τη νέα κοινοτική νομοθεσία.
Στον επόμενο μήνα η Ελλάδα θα πρέπει να προσκομίσει στοιχεία στη Κομισιόν σχετικά με τις βέλτιστες δράσεις που έχει μέχρι σήμερα υιοθετήσει για την υποχρεωτική ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών σε κλάση τουλάχιστον «Ε» μέχρι το 2035 ώστε να συμμορφωθεί με τη νέα Οδηγία. Στη περίπτωση της χώρας μας, η οποία έχει καθυστερήσει να στείλει τη σχετική ενημέρωση στην Ε.Ε, η συγκεκριμένη νομοθεσία αφορά σπίτια που έχουν κατασκευαστεί με τον ισχύοντα κανονισμό θερμομόνωσης, μετά το 1979.
Και η αναβάθμιση τους στην κατηγορία «Ε» υπολογίζεται ότι εμπλέκει 1,3 εκατομμύρια κατοικίες, γεγονός που μεταφράζεται σε πολλά δισεκατομμύρια δαπανών και επιδοτήσεων, τα οποία δεν υπάρχουν.
Η υποχρεωτική ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών υπολογίζεται ότι θα κοστίσει ακόμη και δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ, όπως είχε αποκαλύψει τον Απρίλιο στο Power & Gas Forum του Energypress, ο Γ.Γ. του ΥΠΕΝ Αρ. Αιβαλιώτης.
Το θέμα συζητήθηκε, σύμφωνα με πληροφορίες, σε χθεσινή σύσκεψη στο ΥΠΕΝ, υπό τον Θόδωρο Σκυλακάκη, όπου και παρουσιάστηκε μελέτη την οποία είχε παραγγείλει το υπουργείο με τις υποχρεώσεις της Ελλάδας και τις βέλτιστες δράσεις που πρέπει να ακολουθήσει η χώρα στο θέμα της ενεργειακής αναβάθμισης. Η κατεύθυνση της πολιτικής ηγεσίας είναι εδώ και καιρό ότι ούτε ο προϋπολογισμός, ούτε και η κοινωνία, μπορούν να σηκώσουν τέτοια κόστη και η πολιτική του ΥΠΕΝ, όπως θα αποτυπώνεται και στο νέο ΕΣΕΚ, θα προβλέπει πολύ πιο ρεαλιστικούς στόχους και μέτρα απολύτως στοχευμένα.
Στο τραπέζι έχουν πέσει διάφορες ιδέες από την ελληνική πλευρά, μια εκ των οποίων προβλέπει οι εθνικοί στόχοι για τη μείωση των εκπομπών CO2 που πετυχαίνει η ενεργειακή εξοικονόμηση να λαμβάνουν υπόψη και το παραγόμενο CΟ2 της εφοδιαστικής αλυσίδας. Τις εκπομπές δηλαδή που αφορούν τη φάση παραγωγής των σχετικών υλικών που χρησιμοποιούνται στην εξοικονόμηση, όγκοι που αν συνυπολογιστούν στη τελική εξίσωση, εκτιμάται ότι μπορούν να μετριάσουν τους στόχους τους οποίους πρέπει να πιάσει η χώρα.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, όταν η ΕΕ ορίζει τους στόχους για τις εκπομπές CO2 μετρά τα κτίρια αυτοτελώς, δίχως να συνυπολογίζει και τις ποσότητες που προκύπτουν κατά την παραγωγή του σχετικού εξοπλισμού. Κανείς δεν έχει υπολογισει το συγκεκριμένο ισοζύγιο. Οπότε μια σκέψη, την οποία δεν αποκλείεται να θέσει η ελληνική πλευρά και σε κοινοτικό επίπεδο είναι η ανάγκη να συνυπολογίζονται στους στόχους μείωσης των εκπομπών CO2 από την ενεργειακή εξοικονόμηση και οι όγκοι που εκπέμπονται από την αλυσίδα παραγωγής των υλικών.
Δεν είναι σαφές κατά πόσο οι παραπάνω σκέψεις μπορεί να «περπατήσουν», ούτε κατά πόσο θα πέσει στο τραπέζι κάποια άλλη πρόταση, ωστόσο το βέβαιο είναι ότι η εξοικονόμηση στα κτίρια όχι μόνο αποτελεί έναν από τους πλέον δαπανηρούς τομείς της πράσινης μετάβασης, αλλά τα κόστη αυξάνονται διαρκώς.
Δεν είναι τυχαία η κατεύθυνση που έχει δώσει το ΥΠΕΝ στο ΚΑΠΕ το οποίο επεξεργάζεται το νέο ΕΣΕΚ, να αναθεωρηθεί ο στόχος του κειμένου που είχε σταλεί το Δεκέμβριο στις Βρυξέλλες και προέβλεπε δαπάνες 50 δισ ευρώ από τον οικιακό και κτιριακό τομέα. Τόσο με την αναβάθμιση ακινήτων, όσο κυρίως με την αγορά νέων λιγότερο ενεργοβόρων συσκευών, όπως αντλίες θερμότητας και γενικώς αντικατάσταση του παλαιού οικιακού εξοπλισμού με νέο, πιο αποδοτικό.
Έως το 2030, η χώρα θα πορευτεί με τα υφιστάμενα κοινοτικά κονδύλια και επειδή μέχρι τότε εκτιμάται ότι θα έχουν μειωθεί αισθητά οι τιμές στις αντλίες θερμότητας, ο μεγάλος εξηλεκτρισμός της χώρας παραπέμπεται για την επόμενη δεκαετία.