Μέτρα για τη μείωση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας για τη βιομηχανία
Παρήλθε η εποχή που η ενεργοβόρος βιομηχανία προμηθευόταν ηλεκτρική ενέργεια σε χαμηλή τιμή από τη δημόσια επιχείρηση ηλεκτρισμού στη βάση μακροχρόνιων συμβάσεων. Παρά τις διάφορες διαιτητικές περιπέτειες, οι τιμές ηλεκτρισμού για την ενεργοβόρο βιομηχανία ήταν ιστορικά μεταξύ 30 και 45 €/MWh.
Στο πλαίσιο των παγκόσμιων αγορών είναι και σήμερα απαραίτητο οι τιμές να μην αποκλίνουν πολύ από τις ιστορικές τιμές για να διατηρηθεί η διεθνής ανταγωνιστικότητα της ενεργοβόρου βιομηχανίας. Η διατήρηση της ενεργοβόρου βιομηχανίας στην εγχώρια οικονομία είναι προφανώς ζωτικής σημασίας.
Όμως άλλαξαν οι συνθήκες της αγοράς ενέργειας. Δεν υπάρχουν πια μονάδες λειτουργίας βάσης με χαμηλή μέση τιμή και μεγάλης εντάσεως κεφαλαίου για να στηρίξουν τις διμερείς συμβάσεις όπως εφαρμόστηκαν ιστορικά. Στο πλαίσιο της απελευθερωμένης και ιδιωτικοποιημένης αγορά ενέργειας δεν έχει λόγο κάποιος προμηθευτής να παρέχει εκπτώσεις στην ενεργοβόρο βιομηχανία και να ανακτά το κόστος από άλλους πελάτες. Κρατικές επιδοτήσεις των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας για την βιομηχανία δεν επιτρέπονται στο πλαίσιο του Ενωσιακού Δικαίου περί κρατικών ενισχύσεων.
Πώς λοιπόν μπορεί οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για την ενεργοβόρο βιομηχανία να παραμείνουν σε χαμηλά επίπεδα για να μην υπονομευτεί η διεθνής της ανταγωνιστικότητα;
Οι καταναλωτές στον τομέα της βιομηχανίας διακρίνονται κατ’ αρχήν ανάλογα με την τάση του δικτύου στο οποίο συνδέονται.
- Οι καταναλωτές που συνδέονται στην υψηλή τάση (ΥΤ) βασίζονται σε έντονα ενεργοβόρες και ηλεκτροβόρες βιομηχανικές διεργασίες. Αυτό το τμήμα της αγοράς χρειάζεται τις χαμηλές τιμές για την διατήρηση της ανταγωνιστικότητας.
- Στην υψηλή τάση συνδέονται και άλλες καταναλώσεις, όπως τα ορυχεία, οι ιδιοκαταναλώσεις σταθμών παραγωγής, ο ΟΣΕ κλπ., οι οποίες αντιστοιχούν σε κλάδους που δεν είναι εκτεθειμένοι στον διεθνή ανταγωνισμό και για αυτές δεν τίθεται ζήτημα τιμολόγησης.
- Οι καταναλωτές που συνδέονται στη μέση τάση (ΜΤ) είναι μικρότερου μεγέθους βιομηχανίες και το προϊόν τους είναι μικρής ή μεσαίας έντασης ενέργειας και ηλεκτρισμού. Οι κλάδοι αυτοί είναι συχνά εκτεθειμένοι στον διεθνή ανταγωνισμό αλλά έχουν γενικά μεγαλύτερη δυνατότητα από τους ενεργοβόρους κλάδους να αντισταθμίζουν μέσω τιμών ή κόστους τις τυχόν υψηλές τιμές ενέργειας. Θα ήταν ευτυχές για την οικονομία και τον πληθωρισμό να παραμείνουν οι τιμές ηλεκτρισμού χαμηλές και σε αυτόν τον τομέα, όμως όχι τόσο χαμηλές όσο για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες.
Όπως φαίνεται στον ως άνω πίνακα, οι βιομηχανικές καταναλώσεις για τις οποίες το κόστος της ενέργειας είναι σημαντικός παράγοντας βιωσιμότητας είναι περίπου 5400 GWh/έτος. Οι βιομηχανικές καταναλώσεις σε κλάδους που έχουν μέτρια ή μικρότερη ένταση ενέργειας είναι 1036 GWh/έτος στην ΥΤ και 1355 GWh/έτος στην ΜΤ.
Ο παρακάτω πίνακας (Πηγή Πίνακες Εισροών-Εκροών για την Ελληνική Οικονομία, ΕΛΣΤΑΤ) δείχνει το κόστος της ενέργειας ως ποσοστό του συνολικού κόστους παραγωγής, περιλαμβανομένης της προστιθέμενης αξίας και των ενδιάμεσων εισροών. Ο υπολογισμός γίνεται για το έτος 2015, οπότε οι τιμές ενέργειας ήταν πολύ χαμηλότερες από τις τιμές κατά την τρέχουσα κρίση.
Τα στοιχεία από τους Πίνακες Εισροών-Εκροών επιβεβαιώνουν τη μεγάλη σημασία που έχει η ενέργεια στο κόστος και επομένως στην ανταγωνιστικότητα των ενεργοβόρων κλάδων, οι οποίοι περιλαμβάνουν τα μέταλλα, σιδηρούχα και μη σιδηρούχα, τα μη μεταλλικά ορυκτά (π.χ. τσιμέντο) και τη χημική βιομηχανία (η οποία διαφέρει από τους άλλους ενεργοβόρους κλάδους γιατί έχει μικρή εξάρτηση από την ηλεκτρική ενέργεια).
Κατά τη διάρκεια της κρίσης, 2021 και 2022, οι ενεργοβόροι κλάδοι (με τιμολόγια ΥΤ) προστατεύθηκαν από την αύξηση των τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας, λόγω των μακροχρόνιων συμβάσεων με τη ΔΕΗ. Ενώ στη λοιπή βιομηχανία οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας υπερδιπλασιάστηκαν, αυτές παρέμειναν σταθερές για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες. Όμως, αυτές οι μακροχρόνιες συμβάσεις λήγουν εντός του 2024. Τα μέτρα επιδότησης που εφαρμόστηκαν μετρίασαν σημαντικά τις αυξήσεις τιμών στους καταναλωτές της ΜΤ.
Τα στοιχεία της EUROSTAT για τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας καταδεικνύουν τη μεγάλη αύξηση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας το δεύτερο εξάμηνο του 2021 και το 2022. Για τις κατηγορίες κατανάλωσης από 2 GWh/έτος μέχρι 20 GWh/έτος, η αύξηση των τιμών το δεύτερο εξάμηνο του 2021 ήταν περίπου 60% συγκριτικά με τον ιστορικό μέσο όρο (από το 2010 και εφεξής) ενώ η αύξηση αυτή υπερέβη το 300% το πρώτο εξάμηνο του 2022. Για λόγους εμπιστευτικότητας, η EUROSTAT δεν δημοσιεύει στοιχεία για τις κατηγορίες κατανάλωσης άνω των 70 GWh/έτος, όμως είναι γνωστό ότι δεν έγιναν αυξήσεις τιμών στις ενεργοβόρες βιομηχανίες το 2021 και το 2022, χάρις στα μακροχρόνια συμβόλαια σταθερών τιμών.
Επισημαίνεται ότι για την ενεργοβόρο βιομηχανία εφαρμόστηκαν επί μακρόν αρκετά χαμηλότερες τιμές συγκριτικά με τη λοιπή βιομηχανία, π.χ. της τάξης των 40-50 €/MWh όταν οι λοιποί είχαν τιμολόγια στα 80-100 €/MWh. Οι χαμηλές αυτές τιμές διατηρήθηκαν το 2021 και το 2022 για την ενεργοβόρο βιομηχανία. Επισημαίνεται επίσης, ότι σύμφωνα με πολλές έρευνες οι χαμηλές αυτές τιμές για την ενεργοβόρο βιομηχανία ιστορικά εφαρμόσθηκαν σε πολλές άλλες χώρες επίσης, και επομένως οριακά εξασφάλιζε διεθνή ανταγωνιστικότητα. Ιστορικά, τα χαμηλά τιμολόγια για την ενεργοβόρο βιομηχανία δικαιολογούντο από τη δομή κόστους της ηλεκτροπαραγωγής, όπου η παραγωγή φορτίων βάσης βασιζόταν σε παραγωγή χαμηλού κόστους με λιγνίτη, η οποία είχε ταυτόχρονη εξυπηρέτηση των φορτίων βάσης της ενεργοβόρου βιομηχανίας. Ακόμα, τα τιμολόγια τύγχαναν επιπλέον εκπτώσεων λόγω του όγκου και της μακροχρόνιας συμβατικής δέσμευσης της ενεργοβόρου βιομηχανίας. Κατά συνέπεια, η απόσταση είναι ιδιαίτερα μεγάλη μεταξύ του κόστους της ηλεκτρικής ενέργειας κατά τα έτη της κρίσης και των ιστορικών τιμών για την ενεργοβόρο βιομηχανία. Αρκετοί από τους ανταγωνιστές των ενεργοβόρων βιομηχανιών παράγουν σε χώρες χαμηλού κόστους ενέργειας, κυρίως έξω από την Ευρωπαϊκή Ένωση, που δεν επηρεάστηκαν από τις τιμές φυσικού αερίου και παράλληλα εφαρμόζουν πολιτικές επιδοτήσεων.
Το μόνο βραχυπρόθεσμο μέτρο συγκράτησης των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας για τη βιομηχανία είναι η επιδότηση από το Κράτος. Επισημαίνεται ότι λόγω των χαμηλών τιμών δεν δόθηκαν μέχρι σήμερα επιδοτήσεις σε καταναλωτές υψηλής τάσης. Πιθανολογείται ότι μετά τη λήξη των υφισταμένων μακροχρόνιων συμβολαίων με τη ΔΕΗ δεν θα υπάρξει προμηθευτής που θα είναι πρόθυμος να προσφέρει στην ενεργοβόρο βιομηχανία τιμές παρόμοιες ή έστω λίγο αυξημένες συγκριτικά με τις ιστορικές τιμές. Οι λόγοι είναι δύο:
(Α) η δομή του κόστους της ηλεκτροπαραγωγής έχει αλλάξει, επειδή η παραγωγή από λιγνίτη είναι πια μικρή και υψηλού κόστους ενώ η χαμηλού κόστους ηλεκτροπαραγωγή από ΑΠΕ δεν μπορεί προς το παρόν να προσφέρει σταθερή και εγγυημένη τροφοδοσία ενεργοβόρων βιομηχανιών. Μέτρα που θα μπορούσαν να τροφοδοτήσουν με βάση τις ΑΠΕ θα προταθούν στο παρόν σημείωμα σε επόμενη ενότητα, αλλά δεν μπορούν ακόμα ωριμότητα στην αγορά.
(Β) η δομή του ανταγωνισμού στην προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα δυστυχώς δεν έχει ευνοήσει τον ανταγωνισμό με βάση μακροχρόνιες συμβάσεις σταθερών τιμών. Στην ουσία όλοι οι προμηθευτές τιμολογούν μετακυλώντας στον καταναλωτή τις τιμές εκκαθάρισης της χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρισμού, οι οποίες ήταν ιδιαίτερα υψηλές λόγω των τιμών του φυσικού αερίου. Δεν αναμένεται να αλλάξει η κατάσταση αυτή σε βραχυχρόνιο ορίζοντα, ενώ μέτρα που ίσως θα μπορούσαν να μετακινήσουν τον ανταγωνισμό σε πρακτική μακροχρόνιων συμβάσεων είναι αμφίβολα και οπωσδήποτε μακροχρόνιου ορίζοντα.
Η προνομιακή επιδότηση των τιμών ηλεκτρισμού για τη βιομηχανία δεν μπορεί να εφαρμοσθεί χωρίς έγκριση από την DG COMP της ΕΕ. Μέχρι σήμερα, οι επιδοτήσεις που δίνονταν στα τιμολόγια ηλεκτρισμού των επιχειρήσεων ήταν ομοιόμορφες και ίσες μεταξύ τους ανεξάρτητα από τον κλάδο, το μέγεθος της επιχείρησης και το βαθμό εξάρτησης από την ενέργεια. Εξαίρεση αποτέλεσαν μόνο οι καταναλωτές που συνδέονται στην ΥΤ. Η DG COMP αποδέχθηκε την ομοιόμορφη εφαρμογή των επιδοτήσεων γιατί έτσι δεν υφίσταται ζήτημα κρατικής ενίσχυσης, ακριβώς χάρις στην ίση επιδότηση σε όλους. Κατά συνέπεια, είναι αμφίβολη η επιτυχία της έγκρισης προνομιακής επιδότησης για την ενεργοβόρο βιομηχανία, αν και λόγω των συνθηκών, η Επιτροπή προβλέπει δυνατότητα ευνοϊκής εξέτασης περιπτώσεων κρατικής ενίσχυσης υπό όρους στο πλαίσιο της κρίσης.
Αξίζει περαιτέρω εξέτασης το σχήμα μακροχρόνιου δανεισμού, σε ποσό ίσο με τη δαπάνη επιδότησης, με δυνατότητα μακροχρόνιας και χαμηλότοκης εξυπηρέτησης. Στην περίπτωση αυτή, αν ο δανεισμός γινόταν με επιτόκιο 3.5% και για 15 έτη, και αν το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης του δανείου θα αναλάμβανε η επιδοτούμενη βιομηχανία. Η χρηματοδότηση μέσω δανεισμού χρειάζεται τη διαμεσολάβηση του Κράτους για να εξασφαλισθεί με ευνοϊκούς όρους. Με άλλα λόγια, το Κράτος επιτυγχάνει συγκράτηση των τιμών ηλεκτρισμού μέσω οιονεί μακροχρόνιας σύμβασης σταθερών τιμών, πράγμα που οι προμηθευτές αδυνατούν να προσφέρουν στο πλαίσιο του ελεύθερου ανταγωνισμού. Ο δανεισμός μπορεί να γίνει μέσω φορέα που λαμβάνει εγγύηση του Δημοσίου. Το σχήμα χρηματοδότησης μέσω δανεισμού με εγγύηση και διαμεσολάβηση από το Κράτος αλλά χωρίς κρατικούς πόρους και χωρίς άμεση επιδότηση από το Κράτος κατά τεκμήριο δεν συνιστά περίπτωση κρατικής ενίσχυσης, πράγμα που μεγιστοποιεί τις πιθανότητες έγκρισης από την DG COMP.
Ορισμένες από τις ενεργοβόρες βιομηχανίες έχουν τη δυνατότητα να προγραμματίσουν τη λειτουργία των εργοστασίων τους έτσι ώστε να καταναλώνουν περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια όταν οι τιμές της χονδρεμπορικής αγοράς είναι χαμηλές και λιγότερη ή καθόλου ενέργεια όταν οι τιμές της χονδρεμπορικής αγοράς είναι υψηλές ή πολύ υψηλές. Η ευελιξία αυτή παρέχει χρήσιμες υπηρεσίες προς το σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας, και κατ’ επέκταση και στο κόστος των καταναλωτών, γιατί με τον τρόπο αυτό εξοικονομούνται άλλοι πόροι ευελιξίας που έχουν μεγαλύτερο κόστος. Αν προβλεφθεί ρυθμιστικός μηχανισμός αμοιβής από το σύστημα της ευελιξίας αυτής που παρέχει ενεργοβόρος βιομηχανία, τότε θα μειωθεί ακόμα περισσότερο το κόστος της ενέργειας. Δυστυχώς όμως, για τεχνικούς λόγους, δεν μπορούν όλες οι ενεργοβόρες βιομηχανίες να παράσχουν τέτοια ευελιξία προς το σύστημα.
Το ηλεκτρικό σύστημα αναδομείται στο πλαίσιο της πράσινης μετάβασης προς μία δομή που βασίζεται στις ΑΠΕ και την αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας, με μικρή συμμετοχή εξισορρόπησης από μονάδες αερίων καυσίμων. Ήδη το 2030, το σύστημα μπορεί να παράγει κατά το 80% από ΑΠΕ.
Επιπλέον, το πλήρες μοναδιαίο κόστος παραγωγής από ΑΠΕ είναι μακράν το φθηνότερο συγκριτικά με οποιαδήποτε άλλη τεχνολογία ηλεκτροπαραγωγής. Η παραγωγή από φωτοβολταϊκά έχει πλήρες κόστος κάτω από 0.040€/kWh και η παραγωγή από αιολικά κάτω από 0.050€/kWh. Υπό τις υψηλές τιμές φυσικού αερίου που θα επιμείνουν το πλήρες κόστος ηλεκτροπαραγωγής από αέριο είναι μεταξύ 0.150-0.300€/kWh (0.100-0.150€/kWh για τις σημερινές τιμές φυσικού αερίου) ενώ το κόστος από λιγνίτη υπερβαίνει τα 0.200€/kWh και ίσως παραπάνω λόγω της αύξησης του κόστους των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.
Επομένως, βασικός στόχος για τη συγκράτηση και μείωση των τιμών ηλεκτρισμού για τη βιομηχανία είναι να διασφαλισθεί άμεση και προνομιακή πρόσβαση της βιομηχανίας στην τροφοδοσία από ΑΠΕ μέσω διμερών μακροχρόνιων συμβάσεων σταθερής τιμής, η οποία θα αντανακλά το πλήρες κόστος παραγωγής των ΑΠΕ και επιπλέον προνομιακή πρόσβαση και σε πόρους αποθήκευσης και εξισορρόπησης των ΑΠΕ. Είναι γνωστό ότι τέτοιες μακροχρόνιες συμβάσεις, οικονομικών διαφορών, παρακάμπτουν τις τιμές χονδρικής και διασφαλίζουν σταθερή και κοστολογικά σωστή τιμή, ενώ συγχρόνως είναι οι κατάλληλες συμβάσεις ώστε οι ΑΠΕ να εξασφαλίσουν τους ευνοϊκότερους δυνατούς όρους χρηματοδότησης από τις Τράπεζες.
Η άμεση πρόσβαση της βιομηχανίας στην τροφοδοσία από ΑΠΕ σε σταθερές κοστοστρεφείς τιμές εμποδίζεται από τέσσερεις παράγοντες:
- Η ρυθμιστική οργάνωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας δεν επιτρέπει σε διμερείς συμβάσεις με ΑΠΕ να απαλλάσσονται από την υποχρέωση συμμετοχής στην προ-ημερησία αγορά και έτσι να διαχειρίζονται ευχερώς χρηματοοικονομικά ρίσκα. Επίσης η διαχείριση της εξισορρόπησης δεν αντιμετωπίζει συμβάσεις ΑΠΕ που διαθέτουν δικούς τους μηχανισμούς εξισορρόπησης (όπως συμβάσεις με αποθηκευτικά μέσα) όπως εάν ήταν θερμικές μονάδες και έτσι οι συμβάσεις με ΑΠΕ έχουν αυξημένο οικονομικό ρίσκο εξισορρόπησης.
- Οι παραγωγοί από ΑΠΕ μπορούν να εξεύρουν αγοραστές από άλλους κλάδους, όπως και προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίοι θα έχουν θέληση για πληρωμή μεγαλύτερη από τη δυνατότητα πληρωμής από τη βιομηχανία, η οποία έχει στενότητα λόγω διεθνούς ανταγωνισμού.
- Οι παραγωγοί από ΑΠΕ θεωρούν ως ευκαιρία αυξημένων εσόδων τη χονδρεμπορική αγορά συγκριτικά με τις διμερείς συμβάσεις με τη βιομηχανία ακόμα και αν τα έσοδα από την χονδρεμπορική αγορά είναι έντονα κυμαινόμενα και αβέβαια.
- Το Κράτος συνεχίζει να οργανώνει δημοπρασίες στις οποίες παρέχει κρατικές διμερείς συμβάσεις με εγγυημένες τιμές σε έργα ΑΠΕ, και μάλιστα μακροχρόνιου ορίζοντα και εγγυημένες από το Κράτος. Έτσι οι επενδυτές ΑΠΕ προτιμούν τις δημοπρασίες από διμερείς συμβάσεις με τη βιομηχανία η οποία αδυνατεί να δώσει υψηλότερες τιμές από το Κράτος και πιο μακρόχρονο ορίζοντα ή καλύτερη εγγύηση.
Κατά συνέπεια, απαιτούνται ρυθμιστικά και κρατικά μέτρα ώστε να αντιμετωπισθούν και να εκλείψουν οι παράγοντες που εμποδίζουν σήμερα την ευχερή σύναψη διμερών συμβάσεων από τη βιομηχανία με παραγωγούς ΑΠΕ. Για το σκοπό αυτό θα ήταν σκόπιμες οι εξής τουλάχιστον ενέργειες:
- Οργάνωση από το Κράτος κλειστών διαγωνισμών για τη σύναψη διμερών συμβάσεων της βιομηχανίας με παραγωγούς ΑΠΕ, όπου οι τυποποιημένες συμβάσεις θα οργανωθούν έτσι ώστε να ταιριάζουν με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κατανάλωσης ενέργειας των βιομηχανικών κλάδων. Στους διαγωνισμούς αυτούς θα δίνονται κίνητρα ώστε να συμμετέχουν πολλοί παραγωγοί ΑΠΕ, όπως η κατά προτεραιότητα πρόσβαση και σύνδεση στα δίκτυα, η κρατική εγγύηση εσόδων των παραγωγών ΑΠΕ κλπ.
- Ειδική επιδότηση και διαδικασίες fast track για μεγάλης κλίμακας έργων ΑΠΕ και αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας εφόσον συμβληθούν σε διμερείς συμβάσεις ΑΠΕ με την βιομηχανία.
- Οργάνωση μηχανισμού κεντρικής αγοράς ενέργειας εξισορρόπησης και συμπλήρωσης του ενεργειακού προφίλ των ΑΠΕ με πρόβλεψη επιδότησης μέσω διαφόρων σχημάτων, περιλαμβανομένου του μακροπρόθεσμου δανεισμού. Το μέτρο αυτό είναι πολύ σημαντικό ώστε να διασφαλιστεί η οργάνωση χαρτοφυλακίων ΑΠΕ, αποθήκευσης και συμπληρωματικής ενέργειας εξισορρόπησης έτσι ώστε να έχει το χαρτοφυλάκιο χαρακτηριστικά εγγυημένης και σταθερής ηλεκτρικής τροφοδοσίας καταναλωτή, ιδίως αυτών με το προφίλ των βιομηχανιών.
- Ρυθμιστικές αλλαγές στους κώδικες για την χονδρεμπορική αγορά και το σύστημα εξισορρόπησης ώστε να διευκολυνθούν οι διμερείς συμβάσεις με ΑΠΕ, να αντιμετωπίζονται ως συμβάσεις με φυσική παράδοση και να απαλλάσσονται της προ-ημερησίας αγοράς και να τυγχάνουν διαχείρισης όπως για θερμικές μονάδες όταν διαθέτουν χαρτοφυλάκιο με αποθήκευση και εγγυημένη εξισορρόπηση.
Τα μέτρα αυτά μπορούν να αποδώσουν, είναι συμβατά με το Ενωσιακό δίκαιο και να διασφαλίσουν ανταγωνιστικές τιμές στο πλαίσιο της πράσινης ενεργειακής μετάβασης. Η πρόταση Green Pool που κατά πληροφορίες δεν έγινε δεκτή από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή αφορούσε στη μείωση του κόστους της ενέργειας από μονάδες φυσικού αερίου που θα συμπλήρωνε την ενέργεια από ΑΠΕ. Θεωρήθηκε ότι εμμέσως θα ήταν επιδότηση ορυκτού καυσίμου, που δεν είναι επιτρεπτή. Τα μέτρα που αναφέρονται πιο πάνω εστιάζουν στο να μειωθεί το κόστος των ΑΠΕ και της αποθήκευσης ειδικά για τη βιομηχανία, και έτσι μπορεί να γίνουν αποδεκτά.
Χρειάζεται επομένως άμεσα ένα ειδικό πρόγραμμα fast track για την επίτευξη μακροχρόνιας και σταθερής λύσης ώστε η προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας στην ενεργοβόρο βιομηχανία να μην αποκλίνει πολύ από τις ιστορικές τιμές.
* Ο κ. Παντελής Κάπρος είναι Ομότιμος Καθηγητής Ενεργειακής Οικονομίας στο ΕΜΠ
Το άρθρο περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του energypress για τις προκλήσεις, τους φόβους και τις προσδοκίες στον ενεργειακό τομέα το 2024.


