Μετά την «χρυσή εποχή» του development σειρά παίρνουν οι εξαγορές έργων ΑΠΕ – Που κινούνται οι τιμές πώλησης και οι εκτιμήσεις για το 2024
Ως εναλλακτική της ανάπτυξης έργων ΑΠΕ εμφανίζονται ολοένα και περισσότερο οι εξαγορές πρότζεκτ «ready to build» με Οριστικές Προσφορές Σύνδεσης, με πηγές της αγοράς, να σχολιάζουν ότι η τρέχουσα χρονιά αναμένεται να καταγράψει αξιόλογα νούμερα με ιδιαίτερη έμφαση στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.
Ήδη από το 2021 και έπειτα η ελληνική αγορά ενέργειας καταγράφει ρεκόρ συναλλαγών σε εξαγορές, συγχωνεύσεις και στρατηγικές συνεργασίες με το 2022 να συνιστά μέχρι και σήμερα χρονιά ρεκόρ, ενώ το 2023 ολοκληρώθηκαν 22 συναλλαγές συνολικής αξίας 2,6 δισεκατομμυρίων ευρώ. Ωστόσο, το νέο ποιοτικό στοιχείο που αναμένεται να δούμε το 2024 αφορά στις περισσότερες «πράσινες» συναλλαγές στο συνολικό «καλάθι», δηλαδή συμφωνίες αγοροπωλησίας έργων ΑΠΕ, πράγμα που δεν υπήρχε τόσο το 2023, όταν από το προαναφερόμενο σύνολο των 2,6 δις ευρώ, τα 1,2 δισεκατομμύρια ευρώ αφορούσαν το deal της ΔΕΗ με την Enel στη Ρουμανία.
Αναλυτικότερα, η έλλειψη διαθέσιμου ηλεκτρικού χώρου σε συνδυασμό με μια σειρά άλλες παραμέτρους καταλήγουν να διαφοροποιούν τα ρίσκα και τις αποδόσεις στην αγορά των ΑΠΕ, ωθεί μια σειρά επενδυτές να αναζητούν από το «ράφι» για να ενισχύσουν το πράσινο χαρτοφυλάκιό τους. Την ίδια στιγμή, πηγές της αγοράς κάνουν λόγο για μια καλύτερη ισορροπία μεταξύ αγοραστών και πωλητών που μεταφράζεται κατά ένα μέρος στην συμπίεση των τιμών προς τα κάτω. Αυτό οφείλεται κατά πρώτον στο γεγονός ότι έχει σημειωθεί πρόοδος στην ανάπτυξη των χαρτοφυλακίων ΑΠΕ σε μεγάλους ενεργειακούς ομίλους και επομένως δεν είναι πλέον στην φάση «εναγωνίως» να διαμορφώσουν «πράσινα» portfolio για να ευθυγραμμιστούν με τους στόχους ενεργειακής μετάβασης, όπως συνέβαινε πριν μερικά χρόνια.
Κατά δεύτερον, η υπερπροσφορά έργων ΑΠΕ με όρους σύνδεσης σε συνδυασμό με την έλλειψη ηλεκτρικού χώρου διαμορφώνει μια «ανισορροπία» προσφοράς και ζήτησης σε βαθμό που αποβαίνει ευνοϊκή για τον αγοραστή έναντι του πωλητή. Σε αυτό το πλαίσιο, όπως αναφέρουν πηγές της αγοράς με γνώση του θέματος, αν και η τιμή πώλησης ποικίλει ανάλογα την φυσιογνωμία του κάθε πάρκου, σε γενικές γραμμές, μια άδεια φωτοβολταϊκού σε φάση ωρίμανσης «ready to build» με Οριστικές Προσφορές Σύνδεσης τιμολογείται στα 100 με 150 χιλιάδες ευρώ ανά Μεγαβάτ. Σημειώνεται οι τιμές ξεκίνησαν από τα 40-50 χιλιάδες ευρώ το 2019 για να εκτοξευτούν στα 200.000 ευρώ ανά μεγαβάτ και να υποχωρήσουν με σημάδια σταθερότητας το τελευταίο δωδεκάμηνο στα προαναφερόμενα επίπεδα.
Στην περίπτωση των εν λειτουργία έργων, οι τιμές επίσης εξαρτώνται από την φυσιογνωμία του πάρκου, ωστόσο, ενδεικτικά, μπορεί κανείς να συναντήσει προσφορές λίγο πάνω από το CAPEX του έργου έως 900.000 και 1 εκατ. ευρώ ανά Μεγαβάτ. Το ενδιαφέρον των επενδυτών εστιάζει σε έργα με Οριστικές Προσφορές Σύνδεσης, δίχως για την ώρα, όπως μεταφέρουν αρμόδιες πηγές, να γίνεται λόγος για άλλου είδους έργα, σε υποδεέστερη φάση ωρίμανσης. Η πώληση μιας άδειας συνιστά ενδεδειγμένη επιλογή σε περιπτώσεις επενδυτών που επιχειρούν «cash out» ή έχουν εκτεθεί σε μεγάλο δανεισμό και θέλουν να βελτιώσουν την θέση τους, επανασχεδιάζοντας τις κινήσεις τους στη βάση ενός διεθνοποιημένου χαρτοφυλακίου.
Σε γενικό επίπεδο, όπως επισήμαναν εκπρόσωποι της αγοράς στο χθεσινό συνέδριο της SolarPlaza, το ενδιαφέρον για επενδύσεις στις ΑΠΕ παραμένει αμείωτο με την προσοχή να ξεπερνά τα εθνικά σύνορα και να εστιάζει στις γειτονικές αγορές των Βαλκανίων όπου εντοπίζονται καλύτερες αποδόσεις έναντι της ελληνικής αγοράς.
Επίσης επενδυτικό ενδιαφέρον υπάρχει και σε αντίθετη κατεύθυνση από «έξω προς τα μέσα» χωρίς ωστόσο αυτό να αποκλείει το επόμενο διάστημα να δούμε μια σειρά ξένους ενεργειακούς ομίλους να επιλέγουν ανασχεδιασμό του χαρτοφυλακίου τους με πώληση των asset και έξοδο από την ελληνική αγορά.
Ανάλογες κινήσεις αναμένονται, όπως εκτιμούν στελέχη της αγοράς, και στον τομέα των standalone μπαταριών, όπου ενώπιον των καθυστερήσεων που καταγράφονται στην ωρίμανση των έργων που έχουν προκριθεί από τους διαγωνισμούς, ξένες εταιρείες μπορεί να επιλέξουν να αποχωρήσουν πουλώντας τα asset, καθώς σε διαφορετική περίπτωση, η αναμονή συνεπάγεται κόστος που δεν είχαν προβλέψει και δεν θέλουν να επωμιστούν.