Λαθρεμπόριο και πειραγμένες αντλίες υποσκάπτουν τη μεγάλη δυναμική της υγραεριοκίνησης
Έντονη παραβατικότητα και έλλειψη ελέγχων από τις αρμόδιες υπηρεσίες με συνέπεια την ατιμωρησία, υποσκάπτουν τις δυνατότητες περαιτέρω ανάπτυξης της αγοράς υγραερίου κίνησης, παρά την άνθηση που έχει γνωρίσει τα τελευταία χρόνια, όπως σημειώνουν κύκλοι της αγοράς.
Μάλιστα, το τελευταίο διάστημα παρατηρείται έξαρση της παραβατικότητας μετά την πρόσφατη επιβολή επιπλέον δασμού στο υγραέριο κίνησης.
Το λαθρεμπόριο έχει λάβει τέτοιες διαστάσεις που εκτιμάται ότι το ύψος της φοροδιαφυγής ανέρχεται έως και πάνω από 20 εκατ. ευρώ το χρόνο.
Κύκλοι της αγοράς καταλογίζουν ευθύνες στις αρμόδιες αρχές, επισημαίνοντας την απουσία ελέγχων, αλλά και ελλιπή εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας. Τα υποτιθέμενα νέα μέτρα που έχουν ψηφιστεί και εφαρμόζονται, όπως σημειώνουν, επιτείνουν τη γραφειοκρατία, ενώ είναι εντελώς αμφίβολη η αποτελεσματικότητά τους. Κι αυτό, την ώρα που δεν υπάρχει εγκατεστημένο σύστημα εισροών/εκροών για το υγραέριο κίνησης, αλλά ούτε και ένας φορολογικός μηχανισμός που να είναι συνδεδεμένος με τον διανομέα στα πρατήρια υγραερίου κίνησης, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στα πρατήρια υγρών καυσίμων, όπου κάτι τέτοιο έχει ήδη επιβληθεί εδώ και καιρό.
Τα προβλήματα που εντοπίζονται σε σχέση με το θεσμικό πλαίσιο γίνονται ακόμα μεγαλύτερα, αν ληφθεί υπόψη η έλλειψη ανθρώπινων και τεχνικών πόρων στους ελεγκτικούς μηχανισμούς, αλλά και ποινών τέτοιων που θα απέτρεπαν την επανάληψη τέτοιων κρουσμάτων.
Εκτιμάται ότι μεγάλο μέρος των πρατηρίων παρεμβαίνουν στις αντλίες με διαφόρους τρόπους, καθώς Οι περισσότεροι τύποι αντλιών επιδέχονται εύκολα παρεμβάσεις και με διπλές πλακέτες παρακάμπτονται και τα υποτυπώδη συστήματα ελέγχου.
Μια ακόμα συνήθης παράβαση είναι η πώληση βιομηχανικού υγραερίου ως υγραερίου κίνησης, προκειμένου οι επιτήδειοι να εκμεταλλευτούν τη χαμηλότερη φορολογία. Το φαινόμενο έχει λάβει μεγάλη έκταση, καθώς, όπως υπολογίζουν κύκλοι της αγοράς, πάνω από το 20% του υγραερίου κίνησης που πωλείται στην Ελλάδα προέρχεται από παράνομες παραδόσεις υγραερίου βιομηχανίας, για το οποίο ο ΕΦΚ είναι χαμηλότερος. Χαρακτηριστικά, κάθε λίτρο υγραερίου θέρμανσης κοστίζει περίπου 0,21 ευρώ φθηνότερα από ένα λίτρο υγραερίου κίνησης.
Μάλιστα, όπως σημειώνουν, στην Αττική υπάρχουν δεκάδες πρατήρια στα οποία η λιανική τιμή του υγραερίου κίνησης είναι τόσο χαμηλή, ώστε επ’ ουδενί δε δικαιολογείται ούτε καν η μεταφορά του καυσίμου από τα διυλιστήρια στο σημείο πώλησης.
Παράγοντες της αγοράς τονίζουν ότι τέτοιου είδους πρακτικές έχουν συνέπειες και για τον καταναλωτή, καθώς μπορεί να παραλαμβάνει βιομηχανικό υγραέριο ακατάλληλων προδιαγραφών και αμφίβολης ποσότητας από “πειραγμένες” αντλίες, το οποίο θα οδηγεί και σε χαμηλή απόδοση του αυτοκινήτου του.
Η μόνη λύση, σύμφωνα με τους παράγοντες της αγοράς που μας τόνισαν τα παραπάνω, είναι η εφαρμογή ενός κατάλληλου φορολογικού μηχανισμού, με αυτόματη έκδοση αποδείξεων λιανικής πώλησης και για τις αντλίες υγραερίου, όπως ισχύει και για τα υγρά καύσιμα. Ακόμα, η αποτελεσματική σφράγιση των αντλιών, ώστε αυτές να μην επιδέχονται επεμβάσεις. Κρίσιμο ζήτημα θεωρείται η άμεση ένταξη του υγραερίου κινητήρων στο σύστημα εισροών/εκροών, καθώς και η ενεργοποίηση των ελεγκτικών μηχανισμών, αλλά και η αυστηροποίηση των ποινών και η συστηματοποίηση της επιβολής τους σε περιπτώσεις εντοπισμένων παραβάσεων.
Τα παραπάνω μέτρα θεωρούνται απαραίτητα προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα πλήγματα που επιφέρουν τέτοιες παράνομες πρακτικές σε μια αγορά που τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται με ταχείς ρυθμούς, την ώρα μάλιστα που ακόμα και σήμερα το υγραέριο κίνησης αποτελεί μια σύγχρονη, αξιόπιστη, φιλική στο περιβάλλον και οικονομική λύση, καθώς προσφέρει κατά μέσο όρο 40-45% οικονομία σε σχέση με την βενζίνη, ακόμα και μετά τις πρόσφατες αυξήσεις.