Η ήττα της Σαουδικής Αραβίας, οι γεωπολιτικές βλέψεις της Τεχεράνης και το δυσοίωνο μέλλον του ΟΠΕΚ
του Χάρη Αποσπόρη

Η ήττα της Σαουδικής Αραβίας, οι γεωπολιτικές βλέψεις της Τεχεράνης και το δυσοίωνο μέλλον του ΟΠΕΚ

24 11 2016 | 08:00

Ενόψει της επερχόμενης συνάντησης των μελών του ΟΠΕΚ στις 30/11 με αντικείμενο την επίτευξη συμφωνίας για περιορισμό της παραγωγής πετρελαίου, η αγορά εμφανίζεται αισιόδοξη, αν κρίνουμε από την αύξηση της τιμής των συμβολαίων Brent και WTI τις τελευταίες ημέρες, αλλά και τις δηλώσεις κρατικών αξιωματούχων και στελεχών του κλάδου.

Υπάρχουν, όμως, δύο βασικά ερωτήματα τα οποία ζητούν απάντηση. Θα είναι αποτελεσματική η συμφωνία στο βαθμό που χρειάζεται ώστε να σημειωθεί μια επαρκής αύξηση των τιμών για τις ανάγκες των παραγωγών; Και ακόμα πιο σημαντικό, ποιες είναι οι προοπτικές του ΟΠΕΚ στο εξής, δεδομένης της πίεσης που του ασκεί η αμερικανική παραγωγή, αλλά και οι διαφωνίες που παρατηρούνται στο εσωτερικό του; Οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες, αλλά μπορούμε να αναγνωρίσουμε τους παράγοντες εκείνους που θα αποβούν καθοριστικοί για τη συνέχεια.

Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται ο ρόλος που έχει η Σαουδική Αραβία, καθώς κοινός τόπος είναι ότι πλέον το βασίλειο δεν διαθέτει την επιρροή που είχε παλαιότερα στους κόλπους του ΟΠΕΚ, αλλά και στην παγκόσμια αγορά. Οι λόγοι για αυτό έχουν να κάνουν τόσο με καθαρά οικονομικά/τεχνικά ζητήματα, όπως η παραγωγή των κρατών-μελών του καρτέλ, όσο και με γεωπολιτικούς παράγοντες, όπως η κόντρα του Ριάντ με την Τεχεράνη για την ανάληψη ηγετικού ρόλου στη Μέση Ανατολή.

Στο πρώτο σκέλος, βλέπουμε ότι το Ιράκ και το Ιράν έχουν αυξήσει σημαντικά την παραγωγή τους μετά από χρόνια περιορισμών λόγω των πολέμων και των δυτικών κυρώσεων αντίστοιχα. Το Ιράν έχει προσθέσει 880.000 βαρέλια από τη λήξη των κυρώσεων μέχρι σήμερα και το Ιράν έχει αυξήσει τις δικές του ποσότητες κατά 50% την τελευταία τριετία. Πλέον, οι δύο χώρες παράγουν από κοινού περί τα 8 εκατ. βαρέλια αργού ημερησίως και έχουν δηλώσει ότι επιθυμούν περαιτέρω αύξηση.

Η σύγκλιση των συμφερόντων του Ιράκ και του Ιράν έχει μια ακόμη διάσταση, καθώς τα τελευταία τρία χρόνια έχει αυξηθεί η επιρροή της Τεχεράνης στη Βαγδάτη σε ευρύτερους γεωπολιτικούς όρους.

Το επιχείρημα του Ιράν είναι ότι θα ήταν δίκαιο να παγιωθεί η παραγωγή του στα επίπεδα προ των κυρώσεων, άρα θα πρέπει να του επιτραπεί μια ευελιξία, καθώς έχει ακόμα λίγο δρόμο να διανύσει. Σε προηγούμενη συνάντηση του καρτέλ στο Αλγέρι τον Σεπτέμβριο αναγνωρίστηκε η ανάγκη της Τεχεράνης, αλλά μέχρι στιγμής αποδεικνύεται δύσκολο να συμφωνηθεί ένα συγκεκριμένο ταβάνι για την παραγωγή της. Πρόκειται, αναμφίβολα, για ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα που πρέπει να λυθούν ενόψει μιας συμφωνίας.

Το κακό για τον ΟΠΕΚ είναι ότι κατά τη διάρκεια αυτής της χρονιάς και καθώς καθυστερούσε η συμφωνία, πολλά κράτη-μέλη, αλλά και μεγάλοι τρίτοι παίκτες όπως η Ρωσία, έσπευσαν να κορυφώσουν την παραγωγή τους, ώστε να είναι σε πλεονεκτική θέση τη στιγμή που θα συμφωνηθεί το πολυπόθητο «πάγωμα». Είναι δηλαδή, όπως σε μια εμπόλεμη σύγκρουση που οι δύο πλευρές βάζουν τα δυνατά τους λίγο πριν τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις, ώστε να κατέβουν σε αυτές από θέση ισχύος.

Τα παραπάνω σημαίνουν ότι η Σαουδική Αραβία θα αναγκαστεί να επωμισθεί το μεγαλύτερο μέρος της όποιας μείωσης της παραγωγής ή της όποιας σχετικής μείωσης προκύψει από ένα «πάγωμα» που θα συνδυαστεί με πιθανές εξαιρέσεις ή ευνοϊκούς όρους για ορισμένα κράτη-μέλη. Οι μέχρι τώρα πληροφορίες κάνουν λόγο για μια συμφωνία με διάρκεια έξι μηνών, η οποία προφανώς θα έχει περισσότερο το χαρακτήρα της «ανάσας» και της δοκιμής της αγοράς ώστε να διαπιστώσει ο ΟΠΕΚ τα περιθώριά του ενόψει της δύσκολης συνέχειας. Η μικρή διάρκεια θα καταστήσει πιο εύκολο το να πεισθούν το Ιράν και το Ιράκ να δεχτούν κάποιο, έστω, όριο στη δική τους παραγωγή, ώστε να υπάρξει ομοφωνία.

Η συμφωνία, εφόσον επιτευχθεί, αποτελεί σε διπλωματικούς όρους παραδοχή ήττας για το Ριάντ, ιδίως αν λάβουμε υπόψη ότι την περασμένη άνοιξη το βασίλειο αντέδρασε στην οποιαδήποτε εξαίρεση για το Ιράν.

Θα πρέπει να προσθέσουμε ότι η στρατηγική που δόμησε η Σαουδική Αραβία την τελευταία διετία ως απάντηση στην πτώση των τιμών και στην άνοδο της αμερικανικής παραγωγής, κρίνεται ως αποτυχημένη. Το Ριάντ προτίμησε να πλημμυρίσει την αγορά με υψηλή παραγωγή ώστε να διαβρώσει την σχιστολιθική παραγωγή των ΗΠΑ, στα πλαίσια ενός στοιχηματος για το ποιος θα αντέξει περισσότερο στις χαμηλές τιμές. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (ΙΕΑ) σημείωσε στην ετήσια έκθεσή του για το 2016 ότι τα οφέλη από τη στρατηγική αυτή για τους παραγωγούς του καρτέλ ήταν μικρότερα από ότι τα απολεσθέντα έσοδα λόγω των χαμηλών τιμών. Οι μεγάλες πετρελαιοπαραγωγικές χώρες είδαν τους προϋπολογισμούς τους να υποφέρουν υπό το βάρος της απώλειας των πετρελαϊκών εσόδων. Η δε αμερικανική παραγωγή αποδείχτηκε πιο ανθεκτική από ότι αναμενόταν αρχικά.

Η όλη συζήτηση, όμως, έχει πλέον και μια γεωπολιτική χροιά, καθώς η Σαουδική Αραβία και το Ιράν διεξάγουν τα τελευταία χρόνια μια μεγάλη μάχη για τον έλεγχο της Μέσης Ανατολής, με πεδία μαχών τη Συρία, το Ιράκ, την Υεμένη και άλλες περιοχές. Οι δύο χώρες δίνουν τεράστια βαρύτητα στον μεταξύ τους ανταγωνισμό και αυτό δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο και στα ενεργειακά παζάρια που διεξάγονται στους κόλπους του ΟΠΕΚ. Η Τεχεράνη προσπαθεί να μεταφράσει την αύξηση της γεωπολιτικής επιρροής της και στη συγκεκριμένη αρένα, με ότι αυτό συνεπάγεται για τις ισορροπίες στο εσωτερικό του οργανισμού. Ως εκ τούτου, είναι φανερό ότι ο ΟΠΕΚ έχει εισέλθει πλέον σε ένα νέο στάδιο, σε μια περίοδο κατά την οποία αμφισβητείται ολοένα και περισσότερο ο ρόλος του στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου υπό το βάρος και εξωτερικών παραγόντων, όπως η σχιστολιθική παραγωγή και η περιορισμένη ζήτηση.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM