Η ηλεκτροδότηση των φτωχών δεν «βλάπτει» το κλίμα, σύμφωνα με έρευνα
Πάνω από 1 δισ. άνθρωποι παγκοσμίως, δηλ. 1 στους 6 ανθρώπους, δεν έχουν ακόμα πρόσβαση στην ηλεκτρική ενέργεια, υποστηρίζει ο Shonali Pachauri από το Διεθνές Ινστιτούτο Ανάλυσης Εφαρμοσμένων Συστημάτων (IIASA), ενός αυστριακού think tank.
Και ενώ η αυξημένη πρόσβαση στον ηλεκτρισμό αποτελεί έναν σημαντικό στόχο, οι επιπτώσεις στο κλίμα από την αυξημένη πρόσβαση των φτωχών στον ηλεκτρισμό αποδεικνύονται πολύ μικρές παρά τους φόβους για το αντίθετο.
Σύμφωνα με τα συμπεράσματα πρόσφατης μελέτης του IIASA, η επέκταση της πρόσβασης των νοικοκυριών σε υπηρεσίες ηλεκτρικής ενέργειας συμβάλλει μόνο κατά ένα μικρό μέρος στη συνολική αύξηση των εκπομπών. Και ο λόγος, βέβαια, που συμβαίνει αυτό είναι ότι οι άνθρωποι στις φτωχές χώρες χρησιμοποιούν ελάχιστη ηλεκτρική ενέργεια. Η μελέτη είναι η πρώτη του είδους που πραγματοποιεί αναδρομική ανάλυση των επιπτώσεων των εκπομπών των πρόσφατα ηλεκτροδοτούμενων αγροτικών περιοχών και επικεντρώνεται στην Ινδία.
Οριακή η αύξηση ρύπων στην Ινδία
Όπως επισημαίνεται στη μελέτη, η βελτίωση της πρόσβασης των νοικοκυριών στην ηλεκτρική ενέργεια στην Ινδία τα τελευταία 30 χρόνια συνέβαλε μόνο οριακά στη συνολική αύξηση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα της χώρας. Η αγροτική Ινδία είναι μια χώρα όπου ζουν οι περισσότεροι άνθρωποι που δεν είναι συνδεδεμένοι με το ηλεκτρικό δίκτυο, οι περισσότεροι από οπουδήποτε αλλού στον πλανήτη. Ο σημερινός αριθμός τους ανέρχεται σε 400 εκατομμύρια, αλλά αυτό είναι κάτι που αλλάζει καθώς τα τελευταία 30 χρόνια έχουν συνδεθεί με το ηλεκτρικό δίκτυο περίπου 650 εκατομμύρια άνθρωποι κατ' εκτίμηση. Από το 1981 έως το 2011, η πρόσβαση των ινδικών νοικοκυριών σε ηλεκτρική ενέργεια βελτιώθηκε από περίπου 25% του πληθυσμού.
Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι οι εκπομπές των πρόσφατα συνδεδεμένων με το δίκτυο νοικοκυριών, τα περισσότερα εκ των οποίων σε φτωχά χωριά, ανήλθαν σε μόλις 50 εκατομμύρια τόνους διοξειδίου του άνθρακα ετησίως. Αυτό ήταν λιγότερο από το 4% της αύξησης των εκπομπών της Ινδίας κατά τη διάρκεια αυτού του χρόνου, οι οποίες προήλθαν συντριπτικά από τις πόλεις και τη βιομηχανία.
Η σύνδεση με την πρίζα του ρεύματος για τους 1,3 δισ. ανθρώπους που τη στερούνται αποτελεί στόχο του ΟΗΕ. Και ο νέος πρωθυπουργός της Ινδίας, Ναρέντρα Μόντι, υποσχέθηκε πρόσφατα ότι η ηλεκτρική ενέργεια θα πάει σε κάθε Ινδό μέσα σε πέντε χρόνια. Ο ίδιος σχεδιάζει να το πετύχει αυτό με την αξιοποίηση της ηλιακής ενέργειας. Αλλά ακόμη και με τον άνθρακα, λέει ένας εκ των ερευνητών του IIASA, «η κάλυψη των ενεργειακών αναγκών των φτωχών είναι απίθανο να συμβάλει σημαντικά στις παγκόσμιες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου». Ο κύριος λόγος είναι ότι τα φτωχά νοικοκυριά με τακτική πρόσβαση στην ηλεκτρική ενέργεια δεν έχουν πολύ εξοπλισμό για να συνδεθούν.
Δεδομένου ότι η Ινδία βρίσκεται σε παρόμοιο στάδιο με πολλές άλλες αναπτυσσόμενες χώρες όσον αφορά την πρόσβαση στην ενέργεια, οι ερευνητές πιστεύουν ότι τα ευρήματα της συγκεκριμένης μελέτης θα ισχύουν σε ευρεία κλίμακα και σε άλλες αναπτυσσόμενες χώρες.
Η Κίνα
Η περίπτωση της Κίνας είναι χαρακτηριστική σε ό,τι αφορά τις συνέπειες της ταχείας αύξησης των εκπομπών που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου σε μια χώρα 1 δισ. και πλέον κατοίκων. Οι κινεζικές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα ανά κάτοικο ξεπέρασαν πρόσφατα αυτές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για πρώτη φορά, σύμφωνα με το Κέντρο Διεθνούς Κλιματικής και Περιβαλλοντικής Έρευνας στο Όσλο της Νορβηγίας.
Ωστόσο, η πρόσβαση στην ενέργεια είναι θεμελιώδους σημασίας για σημαντικά αγαθά, συμπεριλαμβανομένων της εκπαίδευσης, της υγείας και της επικοινωνίας. Εξάλλου, ακόμη και με την αυξημένη χρήση της ηλεκτρικής ενέργειας, ο μέσος όρος των συνδεδεμένων νοικοκυριών στην Ινδία καταναλώνει 900 κιλοβατώρες ηλεκτρικής ενέργειας ετησίως. Έτσι, τα νοικοκυριά στην Ινδία εξακολουθούν να χρησιμοποιούν λιγότερη ενέργεια από ό,τι τα νοικοκυριά στην Κίνα και λιγότερο από το 10% της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνουν συνολικά τα νοικοκυριά στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Από την άλλη, αν υιοθετηθούν διεθνείς πολιτικές για το κλίμα κάποια στιγμή στο μέλλον, με περισσότερες επενδύσεις σε πηγές ενέργειας χαμηλών εκπομπών άνθρακα, αυτό θα σήμαινε ότι οι αναπτυσσόμενες χώρες δεν θα είναι εξαρτημένες από τα ορυκτά καύσιμα και το υψηλότερο κόστος τους.