Η Ευρώπη αντιμέτωπη με τα διαχρονικά Διλήμματα Ενεργειακής Πολιτικής
του Γιάννη Μανιάτη

Η Ευρώπη αντιμέτωπη με τα διαχρονικά Διλήμματα Ενεργειακής Πολιτικής

30 06 2025 | 12:41

Η Ευρώπη τα τελευταία χρόνια αντιμετώπισε με αρκετή επιτυχία μια σειρά από σοβαρές κρίσεις, οι συνέπειες των οποίων συνεχίζουν σε σημαντικό βαθμό να καθορίζουν τις σημερινές πολιτικές της. Σήμερα κεντρική θέση έχουν οι δημόσιες πολιτικές που σχετίζονται με την Ασφάλεια, την Ανθεκτικότητα, την Ενέργεια, την Άμυνα, το Περιβάλλον, την Ψηφιακή Μετάβαση και τη διατηρήσιμη οικονομική μεγέθυνση που θα διαχέεται με δίκαιο τρόπο σε διευρυμένα στρώματα των ευρωπαϊκών κοινωνιών.

Οι αλληλένδετες και αλληλο-τροφοδοτούμενες προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε την τελευταία δεκαετία, όπως για παράδειγμα η «τριγωνική» κρίση Κλιματική Αλλαγή - Ενεργειακή Επάρκεια - Ανεμική Οικονομική Μεγέθυνση, έχουν εμπλουτιστεί με νέες, περιπλέκοντας τον σχεδιασμό και την υλοποίηση δημόσιων πολιτικών. Για παράδειγμα, οι πρόσφατες εμπορικές και γεωπολιτικές εξελίξεις, που πυροδότησαν η επιθετικότητα του κ. Πούτιν και η δραστική αλλαγή πολιτικού και οικονομικού παραδείγματος, που επιχειρεί ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, δημιουργούν ένα «εκρηκτικό» μείγμα προκλήσεων για την ΕΕ.

Ουσιαστικά διαμορφώνεται μια νεο–ιμπεριλιαστική εποχή διαμοιρασμού του κόσμου σε περιοχές επιρροής ΗΠΑ, Κίνας, Ρωσίας, με την Ευρώπη ακόμη αμήχανη και αδύναμη να διαμορφώσει και να εφαρμόσει τη δική της στρατηγική αυτονομία.

Οι νέες προκλήσεις σχετίζονται τόσο με παγκόσμια προβλήματα, όπως η αντιμετώπιση της Κλιματικής Αλλαγής και περιφερειακά μας ζητήματα, όπως το σύστημα ασφάλειας της Ευρώπης, της Αρκτικής και της Μέσης Ανατολής, όσο και με εσωτερικά μας ζητήματα, όπως η διατήρηση και ανάπτυξη του ευρωπαϊκού οικονομικού και κοινωνικού προτύπου, που παραδοσιακά βασιζόταν σε καλύτερη προστασία των ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών και δικαιότερη διάχυση της οικονομικής ανάπτυξης στο εσωτερικό της κοινωνίας, σε σχέση με άλλες περιοχές του πλανήτη.

Εντός του 2025 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει παρουσιάσει σημαντικές πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση των παραπάνω προκλήσεων, με πλέον πρόσφατη, τον Οδικό Χάρτη απεξάρτησης από τα ρωσικά καύσιμα, όμως η μεθοδολογία δημοσιόποιησής του δημιούργησε σοβαρά προβλήματα στις τιμές, την αποθήκευση φυσικού αερίου και τη λειτουργία των αγορών. Ο Οδικός Χάρτης της 6ης Μαΐου αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, της ανθεκτικότητας και της μετάβασης στην καθαρή ενέργεια, ενισχύοντας πρωτοβουλίες του περασμένου Φεβρουαρίου, όπως η Καθαρή Βιομηχανική Συμφωνία και το Σχέδιο Δράσης για Προσιτή Ενέργεια.

Η αξιολόγηση και περαιτέρω συν-διαμόρφωση, από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, όλων αυτών των προτάσεων αποτελεί εξόχως πολιτικό ζήτημα, καθώς μπορεί να ιδωθεί μέσα στο «κλασικό» δίπολο περισσότερη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ή μεγαλύτερη εθνική ευχέρεια πρωτοβουλιών, είτε εναλλακτικά μεγαλύτερη ή μικρότερη ευρωπαϊκή και εθνική δημόσια παρέμβαση, καθώς και ποια μορφή θα πάρει αυτή η παρέμβαση.

Τον Φεβρουάριο 2025, η Επιτροπή για να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη της Ένωσης, αποφάσισε να ανακοινώσει το πακέτο Omnibus για τη βιωσιμότητα, με το οποίο προτείνει την αναπροσαρμογή ορισμένων κανόνων της ΕΕ δημιουργώντας έτσι τις συνθήκες για ένα ευνοϊκότερο περιβάλλον επιχειρηματικότητας και διασφαλίζοντας ότι οι επιχειρήσεις δεν θα αντιμετωπίζουν υπερβολικά περιττούς ή δυσανάλογους κανόνες που δημιουργούν αχρείαστα βάρη για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Μεταξύ άλλων το πακέτο περιλαμβάνει αναθεώρηση του μηχανισμού CBAM (Carbon Border Adjustment Mechanism), που επιβάλλει τέλος άνθρακα σε εισαγόμενα προϊόντα υψηλών εκπομπών ρύπων (όπως τσιμέντο, χάλυβας, αλουμίνιο, λιπάσματα κ.ά.). Η Ομάδα των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξετάζουμε το προτεινόμενο πακέτο επιδιώκοντας να επιτύχουμε τη βέλτιστη δυνατή εξισορρόπηση μεταξύ των στόχων ενεργειακής, βιομηχανικής και περιβαλλοντικής πολιτικής (οικονομικότητα- αειφορία – ασφάλεια εφοδιασμού). Δηλαδή αναγνωρίζουμε τη σημασία απλοποίησης ορισμένων από τους υφιστάμενους κανόνες της ΕΕ υπό την προϋπόθεση οι απλοποιήσεις να μην θέσουν σε κίνδυνο τους ευρωπαίους πολίτες (κοινωνικά και περιβαλλοντικά πρότυπα, δικαιώματα εργαζομένων), αλλά και να μην υπονομεύσουν τους στόχους για το Kλίμα.

Τον Μάρτιο 2025 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσε πρόταση επέκτασης των υποχρεώσεων αποθήκευσης φυσικού αερίου (φ.α.), που η Ένωση είχε θεσπίσει για να αντιμετωπίσει την ενεργειακή κρίση του χειμώνα 2022-2023, έως 31.12.2027. Στη συζήτηση που πραγματοποιούν οι δυο συν-νομοθέτες της ΕΕ (Κοινοβούλιο, Συμβούλιο) γίνεται προσπάθεια ο Κανονισμός να καταφέρει να εξισορροπήσει καλύτερα τον κύριο στόχο αυτής της νομοθεσίας, δηλαδή την αυξημένη ενεργειακή ασφάλεια της αποθήκευσης φ.α., με τον περιορισμό του κόστους που συνεπάγεται η αγορά αυξημένων ποσοτήτων φ.α. σε σύντομο χρονικό διάστημα το καλοκαίρι. Δηλαδή, μέσω διαφόρων μορφών ευελιξίας, όπως την κατάργηση ενδιάμεσων στόχων και την επέκταση του χρονικού διαστήματος καλοκαιρινής αποθήκευσης, να αποτραπεί η πιθανότητα επιπλέον αύξησης τιμών φ.α. το καλοκαίρι.

Με την κατάθεση του οδικού Χάρτη για την απεξάρτηση της Ευρώπης από τα ρωσικά καύσιμα εκκινεί μια μεγάλη προσπάθεια της ΕΕ να αυξήσει την αυτονομία της από ξένους προμηθευτές και ειδικά τη Ρωσία. Η πρόταση, αποτελεί συνέχεια της στρατηγικής του REPowerEU, μετά τον ρωσικό πόλεμο στην Ουκρανία το 2022 και ουσιαστικά αφορά το σύνολο των ενεργειακών πηγών, αφού στοχεύει στην απεξάρτηση από ρωσικό πετρέλαιο, φυσικό αέριο και πυρηνικά καύσιμα, ενώ ταυτόχρονα βασίζεται στην περαιτέρω διείσδυση των εγχώρια παραγόμενων ΑΠΕ στο ευρωπαϊκό ενεργειακό μείγμα. Τους επόμενους μήνες θα γίνει εξειδίκευση των τελικών μέτρων που θα υιοθετηθούν στην ΕΕ, δεδομένου ότι πολλές παράμετροι πρέπει να αξιολογηθούν προσεκτικά. Για παράδειγμα, η αναγκαία απεξάρτηση από τη Ρωσία, θα πρέπει να βασίζεται σε ένα ρεαλιστικό χρονοδιάγραμμα, που θα περιλαμβάνει εφικτά μέτρα, τόσο έναντι της Ρωσίας (σταδιακή κατάργηση των εισαγωγών), όσο και στο εσωτερικό της ΕΕ (όπως για παράδειγμα καλύτερη εσωτερική εποπτεία της αγοράς ενέργειας, ανάπτυξη των ενεργειακών μας υποδομών, δημιουργία προϋποθέσεων αξιοποίησης ευρωπαϊκών πρώτων υλών αναγκαίων για την ενεργειακή μετάβαση). Με αυτό τον τρόπο θα αποφευχθούν σοβαρές επιπτώσεις στις τιμές και την ασφάλεια εφοδιασμού και δεν θα οδηγηθούμε σε νέες εξαρτήσεις από κυρίαρχους ξένους προμηθευτές, είτε πρόκειται για υγροποιημένο φυσικό αέριο (που εκ των πραγμάτων θα αντικαταστήσει τα ρωσικά ορυκτά), είτε για πρώτες ύλες και τεχνολογίες για παραγωγή ΑΠΕ, αποθήκευση και μεταφορές (όπως τα ηλεκτρικά οχήματα).

Τέλος, το ζήτημα επάρκειας και ανθεκτικότητας του συστήματος ενέργειας της Ευρώπης, με όρους οικονομικότητας και αειφορίας, επανέρχεται στο προσκήνιο μετά και την πρόσφατη εμπειρία του black out της Ιβηρικής. Ανεξαρτήτως ποιες ήταν οι αιτίες και οι αφορμές για το γεγονός που επηρέασε 40-45 εκατομμύρια ευρωπαίους πολίτες, δεδομένου ότι τα ενεργειακά μας συστήματα γίνονται διαρκώς πιο πολύπλοκα και διασυνδεδεμένα και οι κοινωνίες μας εξαρτώνται όλο και περισσότερο από την ηλεκτρική ενέργεια, πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη σημασία στην ανθεκτικότητα του ηλεκτρική δικτύου για την αποτροπή και τη διαχείριση κρίσεων. Οι αναγκαίες επενδύσεις των τελευταίων χρόνων στις ΑΠΕ, θα πρέπει επιτέλους να συνοδευτούν από επενδύσεις στα δίκτυα και την αποθήκευση, αλλά και επενδύσεις και επικαιροποιημένους κανόνες στη διαχείριση, ευελιξία και προστασία του δικτύου.

Συμπερασματικά, είναι εμφανές ότι έφτασε η εποχή όπου η Ευρώπη θα αναγκαστεί να κάνει όλες τις «δύσκολες» συζητήσεις, που για χρόνια συστηματικά απέφευγε. Είναι απαραίτητο, δηλαδή, να απαντήσει εκ νέου στα διαχρονικά ζητήματα που απασχολούν όλους όσους σχεδιάζουν δημόσιες πολιτικές, όπως για παράδειγμα ποια ζητήματα αντιμετωπίζονται καλύτερα σε ενωσιακό και ποια σε εθνικό επίπεδο, αλλά και πόση και ποιας μορφής θα πρέπει να είναι η δημόσια παρέμβαση στη λειτουργία της αγοράς.

Σε αυτή τη συζήτηση κεντρική θέση θα έχουν οι βασικές αρχές της Σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης, του νέου Κοινωνικού Συμβολαίου, που οδήγησαν στα κοινωνικά και οικονομικά επιτεύγματα της Ευρώπης των προηγούμενων δεκαετιών, όπως ο στόχος επίτευξης της πλήρους απασχόλησης, η προάσπιση των εργασιακών δικαιωμάτων, η προοδευτική φορολόγηση και η αναδιανομή, η επιδίωξη συναινέσεων και οι ισχυρές δημόσιες επενδύσεις σε υποδομές.

Σε ένα σαφώς πιο δύσκολο σημερινό περιβάλλον, όπου πολλές από τις σταθερές του παρελθόντος αρχίζουν να καταρρέουν (π.χ. οι αγαστές διατλαντικές σχέσεις, η σταθερή πλειοψηφική καταδίκη ακραίων και λαϊκίστικών φωνών, η πεποίθηση σε ένα διαρκώς βελτιούμενο μέλλον), αυτές οι αρχές μπορούν να αποτελέσουν οδηγό για κρίσιμα ζητήματα του ενεργειακού τομέα της Ελλάδας και της Ευρώπης.

Για παράδειγμα, η ανάπτυξη των δικτύων και η δίκαιη μετάβαση περιοχών που βασίζονταν στον λιγνίτη απαιτούν τεράστιες δημόσιες επενδύσεις, η εξοικονόμηση, η αυτοπαραγωγή και οι ενεργειακές κοινότητες μπορούν να γίνουν μηχανισμοί ταυτόχρονης προώθησης της αειφορίας και της ενίσχυσης του εισοδήματος αγροτών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων, αλλά και αντιμετώπισης της ενεργειακής φτώχειας των πολιτών μας, ενώ τα εργασιακά δικαιώματα, η προοδευτική φορολόγηση και η επιδίωξη επίτευξης συναινέσεων με την κοινωνία, αποτελούν κυρίαρχους παράγοντες (μαζί με άλλους, όπως η μείωση του κόστους ενέργειας και η βελτίωση του ρυθμιστικού περιβάλλοντος) για την αναγκαία ανάπτυξη της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και του κλάδου εξορύξεων κρίσιμων ορυκτών για την ενεργειακή και ψηφιακή μετάβαση.

________

 Ο κ. Γιάννης Μανιάτης είναι Καθηγητής, Ευρωβουλευτής, Αντιπρόεδρος Ευρωπαίων Σοσιαλιστών και Δημοκρατών (S&D), πρ. Υπουργός Περιβάλλοντος, Ενέργειας & Κλιματικής Αλλαγής

Το άρθρο περιλαμβάνεται στον υπό έκδοση τόμο GREEK ENERGY 2025 που ετοιμάζει για 14η χρονιά η ομάδα του energypress και θα κυκλοφορήσει τον Ιούνιο.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM