«Έρευνα αγοράς» κάνει η ΡΑΕ για να διαμορφώσει νέους μισθούς για τα στελέχη της – Ερωτηματολόγιο σε ενεργειακές εταιρείες
Επιστολή με την οποία ζητεί να πληροφορηθεί τα αναλυτικά στοιχεία για τις αμοιβές των διοικήσεων και των στελεχών στις ενεργειακές εταιρείες, απέστειλε σύμφωνα με πληροφορίες που είδαν το φως της δημοσιότητας, η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας.
Ο Ρυθμιστής ζητεί να πληροφορηθεί το ύψος των απολαβών για μια σειρά από υψηλόβαθμα στελέχη των ενεργειακών εταιρειών.
Συγκεκριμένα ζητείται να συμπληρωθεί μια λίστα περιλαμβάνει τους μισθούς των προέδρων, των διευθυνόντων συμβούλων, των γενικών διευθυντών, καθώς και του επιστημονικού προσωπικού το οποίο χωρίζεται σε δύο κατηγορίες: τα στελέχη με εμπειρία άνω των 15 ετών και τα στελέχη με εμπειρία κάτω των 15 ετών.
Εκτός από τους μισθούς η ΡΑΕ ζητεί να πληροφορηθεί επιπλέον το ύψος των bonus που απολαμβάνουν τα στελέχη των ενεργειακών εταιρειών καθώς επίσης και ενδεχόμενες παροχές που δίνονται από τις εταιρείες.
Σημειώνεται ότι σε αρκετές ενεργειακές εταιρείες, όπου το δημόσιο έχει την πλειοψηφία, ισχύει πλαφόν στις απολαβές των στελεχών, ίσο με το μισθό του γενικού γραμματέα υπουργείου δηλαδή το μεικτό ποσό δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 4750 ευρώ.
Σύμφωνα με πληροφορίες, σκοπός της "απογραφής" της ΡΑΕ, η οποία έχει απευθυνθεί σε όλες τις ενεργειακές εταιρείες, που δραστηριοποιούνται στην ελληνική αγορά είναι για να κάνει ένα benchmarking και να υπολογιστούν οι μισθοί των εποπτευόμενων οργανισμών, προκειμένου να προσδιοριστούν στη συνέχεια οι εύλογες αμοιβές και για τα ίδια τα στελέχη της Ρυθμιστικής Αρχής.
Σημειώνεται ότι προς το παρόν για τις προσλήψεις και τους μισθούς των στελεχών της ΡΑΕ ισχύουν οι περιορισμοί του Δημοσίου, πράγμα που έχει ως αποτέλοεσμα η ανεξάρτητη αρχή να έχει αποψιλωθεί μέχρι σημείου να δημιουργείται πρόβλημα ακόμα και για την ομαλή άσκηση των καθηκόντων του Ρυθμιστή.
Η ΡΑΕ διεκδικεί να αλλάξει το καθεστώς αυτό και φαίνεται ότι υπάρχουν σχετικές κυβερνητικές υποσχέσεις.
Σημειώνεται τέλος ότι η σχετική δυνατότητα των Ρυθμιστικών Αρχών να συλλέγουν στοιχεία και να κάνουν συγκρίσεις για το ύψος των αποδοχών των εταιρειών του κλάδου εποπτείας τους, προβλέπεται και από το κοινοτικό δίκαιο.