Έκθεση ΥΠΕΝ: Μέχρι το 2030 το 7% του υφιστάμενου κτιριακού αποθέματος θα έχει αναβαθμιστεί ενεργειακά
Οι σημαντικές προοπτικές και δυνατότητες του κλάδου της ενεργειακής αναβάθμισης των κτιρίων βρέθηκαν στο επίκεντρο της δεύτερης έκδοσης της Έκθεσης μακροπρόθεσμης στρατηγικής για την κινητοποίηση επενδύσεων που στόχο έχει την ανακαίνιση του εθνικού κτιριακού αποθέματος ώστε αυτό να καταστεί ενεργειακό βιώσιμο.
Η μακροπρόθεσμη στρατηγική για την ενεργειακή ανακαίνιση του κτιριακού αποθέματος αποσκοπεί να αποτελέσει ένα βασικό εργαλείο τόσο για τη χάραξη της πολιτικής της ενεργειακής αναβάθμισης των κτιρίων, όσο και για την προσέλκυση επενδύσεων και την κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων.
Εκτιμάται, μάλιστα, ότι αθροιστικά τα οφέλη που θα ακολουθήσουν την υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου εξοικονόμησης ενέργειας στα κτίρια καθώς επίσης και οι αντίστοιχοι πολλαπλασιαστές μπορούν να ανέλθουν τουλάχιστον στο διπλάσιο του κόστους εξοικονόμησης ενέργειας.
Μια ακόμη σημαντική διάσταση που επισημαίνεται στα συμπεράσματα της έκθεσης και θα πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι το γεγονός ότι η ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών, των κτιρίων τριτογενούς τομέα και των δημοσίων κτιρίων μπορεί να αποτελέσει μια πραγματική και ουσιαστική ανάκαμψη της οικοδομικής δραστηριότητας και της κτηματαγοράς.
Ειδικότερα, ο κτιριακός τομέας (οικιακός και τριτογενής τομέας) αντιστοιχεί σε ένα μεγάλο ποσοστό της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας που, όπως φαίνεται στο ακόλουθο σχήμα και αντιπροσωπεύει το 39% της εγχώριας κατανάλωσης για το έτος 2016.
pinakas_a_eghoria_katanalosi.png

Από τα διαθέσιμα στοιχεία παραμένει πολύ υψηλό το ποσοστό της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνεται στα κτίρια της χώρας. Σύμφωνα με την έκθεση, το 74,2% της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώθηκε στην Ελλάδα το 2016 αφορά τον οικιακό τομέα (37,6%) και τον τριτογενή τομέα (36,6%). Επομένως το ζήτημα της ανακαίνισης των κτιρίων με σκοπό την θεαματική βελτίωση της ενεργειακής τους αποδοτικότητας παραμένει μείζον ζήτημα όπως προκύπτει από τους ίδιους τους αριθμούς.
Καθεστώς χρήσης του κτιρίου
Μια σημαντική παράμετρος που πρέπει να συνεκτιμηθεί καθώς επηρεάζει τη λήψη απόφασης για την ανακαίνιση ενός κτιρίου είναι το καθεστώς της χρήσης του κτιρίου, το ποίο ανήκει κατά το μεγαλύτερο μέρος (96,9%) στο ιδιωτικό καθεστώς, ενώ μόνο κατά 2,9% στο ευρύτερο δημόσιο. Σύμφωνα με την έκθεση, η συγκεκριμένη παράμετρος είναι πολύ σημαντική και καταγράφεται ως τροχοπέδη για την υλοποίηση παρεμβάσεων. Για το σκοπό αυτό, η Οδηγία 2012/27/ΕΕ για την ενεργειακή απόδοση απαιτεί τα κράτη – μέλη να άρουν τέτοιου είδους φραγμούς με κατάλληλα, κυρίως θεσμικά μέτρα.
Ένα άλλο ζήτημα που έχει αξία να σταθούμε είναι η χρήση ΑΠΕ στον τομέα των κτιρίων όπου, με βάση τον παρακάτω πίνακα, φαίνεται πως το εκτιμώμενο μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στον τομέα των κτιρίων αυξάνεται χρόνο με τον χρόνο, με την μεγαλύτερη αύξηση να σημειώνεται στον τριτογενή τομέα.
pinakas_2.png

Οι ΑΠΕ έρχονται να υποκαταστήσουν συστήματα που μέχρι πρότινος στηρίζονταν σε ορυκτά καύσιμα όπως για παράδειγμα το σύστημα θέρμανσης που βέβαια πρέπει να σημειωθεί πως το πετρέλαιο θέρμανσης κατέχει το μεγαλύτερο μερίδιο στη συνολική κατανάλωση ενέργειας των νοικοκυριών με ποσοστό 44,1%.
Ανακαινίσιμο κτιριακό απόθεμα κατοικιών
Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά στις κατοικίες, από το σύνολο των κανονικών κατοικιών (6.371.901), δεν θεωρούνται ενεργειακά ανακαινίσιμες οι κατοικίες προ του 1960 (1.087.824), που δεν ανακαινίζονται για πολλούς λόγους (π.χ ανακήρυξη ως μνημεία ή ως διατηρητέα), καθώς και οι νεότερες μετά το 2001 (986.843) οι οποίες θεωρούνται αρκετά νέες για επεμβάσεις. Έτσι το σημερινό προς ανακαίνιση απόθεμα κατοικιών είναι 4.3 εκ περίπου.
Ανωριμότητα της αγοράς - σημαντικό εμπόδιο
Επισημαίνεται ως ζήτημα προς επίλυση η ανωριμότητα της σχετικής αγοράς εξοικονόμησης ενέργειας σε κτιριακές εγκαταστάσεις. Η νέα αγορά που αφορά την ενεργειακή ανακαίνιση των κτιρίων είναι σχετικά πρώιμη και ουσιαστικά διανύει μία πρώτη φάση ανάπτυξης, εμφανίζοντας τα προβλήματα που παρατηρούνται κατά τη δημιουργία κάθε νέας αγοράς. Η συγκεκριμένη αγορά έχει προκληθεί ως διάδοχος κατάσταση μετά την ισχυρή κάμψη της οικοδομικής δραστηριότητας, η οποία διένυσε περίοδο άνθησης στην Ελλάδα την περίοδο του 2000-2007.
Θεσμικό Πλαίσιο
Σε θεσμικό επίπεδο, τέλος, η μελέτη αναγνωρίζει συγκεκριμένα εμπόδια τα οποία πρέπει να ξεπεραστούν στο μέλλον όπως το γεγονός ότι δεν υπάρχει ακόμη καθορισμένο εθνικό πρότυπο για τη διεξαγωγή επαρκών και επιβεβαιωμένων μετρήσεων όσον αφορά την πραγματική κατανάλωση ενέργειας στα κτίρια. Αξίζει να σημειωθεί ότι η διεθνής κοινότητα έχει επεξεργαστεί ήδη από τις αρχές του 2000 σχετικό Πρωτόκολλο (International Performance Measurement & Verification Protocol) που επιχειρεί να θέσει ένα ενιαίο τρόπο διεξαγωγής των μετρήσεων και της επαλήθευσής τους τόσο για την εξοικονόμηση ενέργειας όσο και για την εξοικονόμηση νερού.
Η παρούσα μελέτη του Υπουργείου προσανατολίζεται στη σταδιακή και συντονισμένη αναβάθμιση του κτιριακού αποθέματος, ώστε το 2030 το 7% του υφιστάμενου σήμερα κτιριακού αποθέματος να έχει αναβαθμιστεί ενεργειακά. Για το σκοπό αυτό τόσο οι πολιτικές, όσο και τα μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης απαιτείται να αναλυθούν μέχρι το 2030, παρά το γεγονός ότι μέχρι σήμερα οι εθνικοί στόχοι έχουν τεθεί κυρίως για την περίοδο έως το 2020.