Δημητρης Διαμαντίδης: Εκτός στόχων για τις ΑΠΕ η Ελλάδα

Δημητρης Διαμαντίδης: Εκτός στόχων για τις ΑΠΕ η Ελλάδα

Δημητρης Διαμαντίδης: Εκτός στόχων για τις ΑΠΕ η Ελλάδα
16 01 2012 | 13:11

Μακριά από τους εθνικούς στόχους, με ορίζοντα το έτος 2020 για τη συμμετοχή των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στο συνολικό ενεργειακό μείγμα, βρίσκεται η χώρα μας, καθώς παρ' όλο που καταγράφεται αύξηση των σχετικών επενδύσεων, εν τούτοις δεν καταφέρνει να διακριθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο και έχει πάρα πολύ ακόμη δρόμο να διανύσει.

Αυτό προκύπτει από μέτρηση του βαρομέτρου EurObserv'ER, που αποτελεί ένα σχέδιο, το οποίο υποστηρίζεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μέσω της Γενικής Διεύθυνσης Ενέργειας και του προγράμματος, «Intelligent Energy Europe», αλλά και από τη Γαλλική Υπηρεσία Περιβάλλοντος και Διαχείρισης Ενέργειας. Σύμφωνα λοιπόν με το βαρόμετρο για τις ΑΠΕ, η χώρα μας κατατάσσεται το 2010 στην 18η θέση μεταξύ των 27 χωρών-μελών της Ε.Ε. με κριτήριο τη διείσδυση των ανανεώσιμων στη συνολική μεικτή ενεργειακή κατανάλωση. Το σχετικό ποσοστό της Ελλάδας διαμορφώνεται σε 9,1%, έναντι 8% το 2009 και βέβαια η επίδοση αυτή απέχει πολύ από το 18%, που πρέπει να είναι η συμμετοχή των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα το έτος 2020. Επί της ουσίας, η χώρα απαιτείται μέσα στην επόμενη οκταετία να διπλασιάσει την εμπλοκή των ΑΠΕ στην κατανάλωση ενέργειας. Μάλιστα το ποσοστό του 9,1% είναι πολύ μικρότερο από πολλά άλλα κράτη της Ε.Ε., τα οποία έχουν πολύ πιο φιλόδοξους στόχους. Ενδεικτικά η πρώτη Σουηδία έχει 46,9% διείσδυση των ΑΠΕ το 2010 και σχεδόν έχει πιάσει το στόχο της για το τέλος της τρέχουσας δεκαετίας, ο οποίος είναι 49%. Έπονται χώρες όπως οι Λετονία, Φινλανδία, Αυστρία, Πορτογαλία, Εσθονία, Δανία, Σλοβενία, Ρουμανία, Λιθουανία κ.ά. Συνολικά στην Ε.Ε. των 27 το ποσοστό των ΑΠΕ στη συνολική μεικτή ενεργειακή κατανάλωση διευρύνθηκε από 11,5% το 2009 σε 12,4% το 2010, ενώ στην κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας σε 19,8%, έναντι 18,2%.

Υστέρηση στη βιομάζα

Όσον αφορά στη μέτρηση του EurObserv'ER για τη βιομάζα στις χώρες της Ε.Ε. και την επακόλουθη παραγωγή ενέργειας απ' αυτήν, η Ελλάδα είναι στην 20ή θέση επί των 27 κρατών-μελών με 0,812 Mtoe (Εκατομμύρια Τόνοι Ισοδύναμοι Πετρελαίου) το 2010, έναντι 0,799 Mtoe το 2009.Η Ελλάδα είναι πολύ χαμηλά και πίσω σχεδόν απ΄όλα τα πιο αναπτυγμένα κράτη της Ένωσης, με αποτέλεσμα να την ακολουθούν μόνο πολύ μικρότερες οικονομίες, όπως οι Μάλτα, Κύπρος, Βουλγαρία, Λουξεμβούργο κ.τ.λ. Παράλληλα η χώρα μας δεν είναι καν παρούσα στον πίνακα με τη μεικτή παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από βιομάζα. «Πρωταθλήτρια» στη βιομάζα είναι η Γερμανία και ακολουθεί η Γαλλία, η Σουηδία, η Φινλανδία και η Πολωνία, με τις περισσότερες χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης να επιδεικνύουν ιδιαίτερα καλές επιδόσεις στον τομέα αυτό.

Αυξάνεται η παραγωγή βιοντίζελ

Στα βιοκαύσιμα η Ελλάδα καταγράφει σχεδόν διπλασιασμό μεταξύ 2009 και 2010 στην κατανάλωση βιοντίζελ για τις μεταφορές, καθώς από 76.001 toe (τόνους ισοδύναμους πετρελαίου) πρόπερσι, η ποσότητα αυτή «εκτοξεύεται» σε 124.810 toe πέρσι. Ωστόσο η χώρα δεν έχει καθόλου παρουσία στη σχετική μέτρηση του EurObserv'ER όσον αφορά στην παραγωγή βιοαιθανόλης. Συγκριτικά με τις άλλες χώρες της Ε.Ε. κατατάσσεται 17η το 2010, με πρώτες και πάλι τη Γερμανία και τη Γαλλία, ενώ έπονται η Ισπανία, Ιταλία και η Μ. Βρετανία.

Δυναμικότητα

Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι εν τούτοις η Ελλάδα έχει εξαιρετικά μεγάλη εγκατεστημένη δυναμικότητα παραγωγής βιοντίζελ, την 7η μεγαλύτερη στην Ε.Ε., την οποία όμως δεν εκμεταλλεύεται με αντίστοιχο τελικό προϊόν. Το 2011 εκτιμάται ότι αυτή η δυναμικότητα ήταν της τάξης των 802 χιλ. τόνων, έναντι 662 χιλ. τόνων το 2010. Ωστόσο, όπως διευκρινίζει η μέτρηση, είναι πολύ πιθανό λόγω της κρίσης, πολλές από τις μονάδες παραγωγής τελικά να μη λειτούργησαν πέρσι. Η απειλή για την ευρωπαϊκή βιομηχανία βιοντίζελ προέρχεται από τις μεγάλες εισαγωγές φθηνού προϊόντος από χώρες της Λατινικής Αμερικής, την ίδια στιγμή που η τιμή της πρώτης ύλης για τις βιομηχανίες βιοκαυσίμων της Γηραιάς Ηπείρου αυξάνεται και μειώνει ισόποσα την κερδοφορία τους. Οι διευρυμένες τιμές στην πρώτη ύλη εκτιμάται ότι διατηρήθηκαν και το 2011 με ανάλογη αρνητική επίδραση στα αποτελέσματα των επιχειρήσεων παραγωγής βιοντίζελ.

(Ημερησία, 14/1/2012)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM