Διχασμένη η Ευρώπη ενόψει της Συνόδου Κορυφής για την ενέργεια
Στην Σύνοδο Κορυφής του Φεβρουαρίου, όπου θα εξεταστεί εάν θα επεκταθούν οι υποχρεωτικοί ενεργειακοί στόχοι που έχει θέσει η Ε.Ε. με χρονικό ορίζοντα επίτευξής τους το 2020 ή εάν θα τεθούν νέοι στόχοι για το 2030, αναμένεται να ανέβουν οι τόνοι. Και τούτο διότι οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών της Ε.Ε. είναι διχασμένες στο συγκεκριμένο ζήτημα.
Δεν είναι διόλου τυχαίο που οι ευρωπαϊκοί ενεργειακοί όμιλοι έχουν βγει από καιρό στην αντεπίθεση, ζητώντας από τις Βρυξέλλες να αναθεωρήσουν την στροφή στις ανανεώσιμες πηγές που δεν είναι βιώσιμες, δηλαδή στην αιολική και την ηλιακή ενέργεια. Εννέα κορυφαίες εταιρείες κοινής ωφέλειας της Ευρώπης με επικεφαλής την γαλλική GDF Suez και την ιταλική Eni, επιμένουν ότι η ενεργειακή πολιτική της Ε.Ε. δεν είναι εξασφαλισμένη και προειδοποιούν ότι διακυβεύονται τα ενεργειακά αποθέματα της Γηραιάς Ηπείρου. Από την άλλη, έκκληση για την υιοθέτηση ενός ισχυρού πλαισίου για την ενέργεια το οποίο, μεταξύ άλλων, θα περιλαμβάνει ένα φιλόδοξο και νομικά δεσμευτικό στόχο για συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα με μερίδιο άνω του 30% απευθύνουν οκτώ από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Οι εταιρίες, στις οποίες περιλαμβάνονται ονόματα όπως αυτά της Acciona, της Alstom, της Vestas και της Gamesa, αντιπροσωπεύουν συνολικά 176.000 θέσεις εργασίας και ετήσιο κύκλο εργασιών πάνω από 250 δις ευρώ ενώ δραστηριοποιούνται σε περισσότερες από 70 χώρες σε όλο τον κόσμο.
Όπως αναφέρουν σε κοινή ανακοίνωσή τους σχετικά με τους στόχους για το κλίμα έως το 2030, ένα σταθερό πλαίσιο με φιλόδοξους στόχους για τις ΑΠΕ και τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου αποτελεί το κλειδί για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης και τη δημιουργία θέσεων εργασίας ενώ παράλληλα θα μειώσει τους λογαριασμούς που σχετίζονται με την ενέργεια.
Ωστόσο, οι "συμβατικοί" ενεργειακοί κολοσσοί κοινής ωφέλειας που προαναφέραμε, δεν βλέπουν θετικά την θέσπιση νέων δεσμευτικών στόχων, ειδικά για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, και την θέση αυτή συμμερίζεται και η βρετανική κυβέρνηση. Ο γενικός γραμματέας κλίματος και ενέργειας της Βρετανίας, Εντ Ντέιβι, δήλωνε τον περασμένο Μάιο στον βρετανικό τύπο πως «υπάρχει μια ποικιλία επιλογών για την απεξάρτηση οποιαδήποτε οικονομίας από τον άνθρακα».
«Στην Βρετανία η προσέγγισή μας είναι τεχνολογικώς ουδέτερη και οι μεταρρυθμίσεις μας θα βασιστούν στην αγορά, ενώ ο ανταγωνισμός θα καθορίσει το κατάλληλα μείγμα από όπου θα προέλθει η ηλεκτρική ενέργεια. Επομένως, θα αντισταθούμε σε έναν νέο στόχο ανανεώσιμης ενέργειας σε επίπεδο Ε.Ε., θεωρώντας πως είναι μη ευέλικτο και αχρείαστο» υπογράμμιζε ο Ντέιβι.
Εξάλλου, ο ισχύον στόχος της Ε.Ε. ήταν εξαρχής ασύμβατος με τους στόχους της Βρετανίας, η οποία αντιμετωπίζει οξύ πρόβλημα έλλειψης ενέργειας και ήδη στρέφεται στο σχιστολιθικό φυσικό αέριο (shale gas) αλλά και στην κατασκευή τουλάχιστον 20 ηλεκτρικών σταθμών φυσικού αερίου μέσα στην επόμενη δεκαετία. Και ενώ η Βρετανία προΐσταται του μπλοκ των πολέμιων οποιασδήποτε νέας δέσμευσης στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μετά το 2020 μαζί με την Τσεχία, οι σκανδιναβικές χώρες που έχουν βρει σαφώς καλύτερες «πράσινες» ισορροπίες έχουν παραταχθεί στο αντίπαλο στρατόπεδο.
Συγκεκριμένα, η Δανία τάσσεται υπέρ ενός ακόμα πιο φιλόδοξου ενεργειακού στόχου έχοντας την υποστήριξη της Αυστρίας, ενώ η Γαλλία συζητά αυτό το σενάριο σε ένα κατοπινό στάδιο εφόσον θα έχει υπάρξει μερική εναρμόνιση των συστημάτων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Η Ρουμανία πιστεύει ότι οι στόχοι για τις ανανεώσιμες πηγές θα πρέπει να εναπόκειται στην ευχέρεια των κρατών-μελών.
Όσον αφορά τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, η Πολωνία αντιδρά σε έναν νέο στόχο μείωσης προτού υπάρξει μια διεθνής συμφωνία για την κλιματική αλλαγή. Το ίδιο και η Τσεχία με την Ρουμανία, ενώ η Δανία, η Γαλλία, η Ισπανία και η Βρετανία φαίνεται πως θα υποστήριζαν έναν δεσμευτικό στόχο μείωσης των ατμοσφαιρικών ρύπων έως και 40%. Στον τρίτο πυλώνα της ενεργειακής αποτελεσματικότητας η Βρετανία και Τσεχία είναι έτοιμες και πάλι να αντιδράσουν σε δεσμευτικούς στόχους. Η Δανία και η Πορτογαλία, αντιθέτως, ζητούν την υποχρεωτική λήψη συγκεκριμένων μέτρων, ενώ η Φινλανδία μιλά για έναν ενδεικτικό στόχο ενεργειακής αποτελεσματικότητας.
Η Κομισιόν, φυσικά, επιμένει σε νέους δεσμευτικούς στόχους. Κατά τον Επίτροπο Ενέργειας, Γκίντερ Έτιγκερ, τα σημερινά εθνικά συστήματα επιδότησης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας δεν είναι αρκετά ώστε να οδηγήσουν στην πράσινη ενέργεια, ενώ υπάρχει ανάγκη και για περαιτέρω μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Αλλά σε καιρό σκληρής λιτότητας και άγριου ανταγωνισμού έχει μεγάλο ενδιαφέρον το πώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα καταφέρει να πείσει για νέες δεσμεύσεις.