B. Τσολακίδης: Ενεργειακή αποδοτικότητα σε κτήρια και μεταφορές

B. Τσολακίδης: Ενεργειακή αποδοτικότητα σε κτήρια και μεταφορές

B. Τσολακίδης: Ενεργειακή αποδοτικότητα σε κτήρια και μεταφορές
30 05 2017 | 08:00

Ο κτιριακός τομέας, τόσο ο οικιακός όσο και ο τριτογενής, αντιστοιχεί σε ένα σημαντικό ποσοστό της συνολικής ενεργειακής κατανάλωσης, αν αναλογιστούμε ότι αντιπροσωπεύει το 45% της εγχώριας κατανάλωσης και το 10% της συμβολής του στις εκπομπές CO2, για το έτος 2012.
Στη χώρα μας, το σύνολο των κατοικούμενων κατοικιών (νοικοκυριά) σύμφωνα με την τελευταία απογραφή της ΕΛΣΤΑΤ είναι 4,122,088, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 78% του συνολικού κτιριακού αποθέματος, γεγονός που επιβεβαιώνει αφενός, ότι ο μεγαλύτερος αριθμός κτιρίων συνδέεται με τον οικιακό τομέα αφετέρου, ότι τα κτίρια κατοικίας έχουν έναν κρίσιμο ρόλο στην επίτευξη των ευρωπαϊκών στόχων για το επόμενο διάστημα 2020 - 2030.

Ας παραθέσουμε στο σημείο αυτό ορισμένα χρήσιμα στοιχεία:
Σύμφωνα με δημοσιευμένα στοιχεία που προέρχονται από την EUROSTAT, την ΕΛΣΤΑΤ και το ΥΠΕΝ, τα νοικοκυριά της χώρας μας κατανάλωσαν συνολικά 5,042 MΤΙΠ (Τόνοι Ισοδύναμου Πετρελαίου - ΤΙΠ) το έτος 2012, παρουσιάζοντας μια σημαντική αύξηση στην ενεργειακή κατανάλωση κατά 65% περίπου, σε σχέση με το 1990, ενώ λαμβάνοντας υπόψη το ενεργειακό ισοζύγιο του ίδιου έτους, η κατανάλωση στον οικιακό τομέα ανήλθε στο 29% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας.

Ειδικότερα, σύμφωνα με έρευνα που διενεργήθηκε από την ΕΛΣΤΑΤ (με τεχνικό εμπειρογνώμονα το ΚΑΠΕ) για την κατανάλωση της ενέργειας στα νοικοκυριά την περίοδο 2011 – 2012, διαπιστώθηκε ότι κάθε νοικοκυριό στη χώρα μας καταναλώνει κατά μέσο όρο ετησίως, για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών του:
10.244 kWh θερμική ενέργεια, από την οποία το 86% περίπου είναι για την κάλυψη των αναγκών θέρμανσης και 4.4% για την παραγωγή ΖΝΧ, καθώς και
3.750 kWh ηλεκτρική ενέργεια, από την οποία το 38% περίπου καταναλώνεται για το μαγείρεμα, το 14.7% για τη λειτουργία του ψυγείου, το 6.6% για τον φωτισμό κλπ.
Από την ίδια έρευνα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η συσχέτιση της κατανάλωσης ενέργειας και του βαθμού αστικότητας, από όπου συμπεραίνεται ότι οι ανάγκες των νοικοκυριών σε θερμική ενέργεια είναι πολύ μεγαλύτερες στις αγροτικές περιοχές (16.923 kWh), σε σχέση με τις αστικές περιοχές (8.453 kWh), ενώ οι ανάγκες σε ηλεκτρική ενέργεια είναι υψηλότερες στις αστικές περιοχές (4.000 kWh) σε σύγκριση με τις αγροτικές (3.070 kWh).

Πρόσθετα, και με βάση την τελευταία δημοσιευμένη στατιστική ανάλυση των Πιστοποιητικών Ενεργειακής Απόδοσης του ΥΠΕΝ (Μάρτιος, 2016), προκύπτει ότι τη χρονική περίοδο 2011-2015, το μεγαλύτερο ποσοστό των κτιρίων κατοικιών κατατάσσεται στην ενεργειακή κατηγορία Ε-Η και το μεγαλύτερο ποσοστό ενέργειας καταναλώνεται, κυρίως, για την κάλυψη αναγκών σε θέρμανση. 

Τα δεδομένα αυτά αποδεικνύουν αφενός, την εξαιρετική σημασία του κτιριακού τομέα στο όλο ενεργειακό ισοζύγιο, ενώ παράλληλα αναδεικνύεται το τεράστιο δυναμικό (περιθώριο) μείωσης της ενεργειακής κατανάλωσης των κτιρίων και βελτίωσης των ενεργειακών τους επιδόσεων, με έμφαση στον οικιακό τομέα.

Σε αυτό το σημείο προστίθεται ο σημαντικός ρόλος των Πιστοποιητικών Ενεργειακής Απόδοσης για τις κατοικίες, και η εφαρμογή των συστάσεων που προκύπτουν μέσα από την έκδοσή τους. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε, ότι μέσα από την ανάλυση των πιστοποιητικών που εκδόθηκαν στο πλαίσιο του Προγράμματος εξοικονόμηση κατ’ οίκον, προέκυψε ενεργειακή αναβάθμιση των συμμετεχουσών κατοικιών για τις οποίες αυξήθηκε σημαντικά το ποσοστό κατάταξής τους σε υψηλότερη ενεργειακή κατηγορία, κυρίως στην Ε, Δ και Γ, μετά τις ενεργειακές επεμβάσεις.

Στη γενικότερη ενεργειακή στρατηγική που έχει θέσει η χώρα μας για τον κτιριακό τομέα, μέσα από την θέσπιση νομοθεσίας και την εφαρμογή δράσεων και μέτρων πολιτικής, το ΚΑΠΕ ως ερευνητικός φορέας έχει έναν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο που σχετίζεται με: 
την παροχή ενεργειακών υπηρεσιών στο ίδιο το κράτος, βοηθώντας έτσι στη χάραξη της ενεργειακής πολιτικής της χώρας,
την υλοποίηση Ευρωπαϊκών και Εθνικών Προγραμμάτων, τα οποία ουσιαστικά δείχνουν τις τάσεις της αγοράς, τις συνέπειες και τα αποτελέσματα της ενεργειακής πολιτικής, ενώ παράλληλα συμβουλεύει τις αρμόδιες υπηρεσίες για σχετικά θέματα,
την εφαρμοσμένη έρευνα, με έμφαση στην εξοικονόμησης ενέργειας & τις ΑΠΕ, με στόχο την παραγωγή νέων τεχνολογιών, συστημάτων και προϊόντων για την βελτίωση και αναβάθμιση της απόδοσής τους ,αλλά και την τοπική παραγωγή προϊόντων με τη χρήση τοπικών πρώτων υλών, συμβάλλοντας έτσι στην στήριξη των ΜΜΕ αλλά και στην ενίσχυση της εγχώριας οικονομίας.
την προσφορά υπηρεσιών προς τους πολίτες και τις επιχειρήσεις, με στόχο τη διάδοση και την προώθηση όλων των τεχνολογιών και μέτρων εξοικονόμησης προς όφελος της κοινωνίας.

Πρέπει να σημειώσουμε εδώ, ότι ιδιαίτερη σημασία στην εξοικονόμηση ενέργειας, η οποία μπορεί επιτευχθεί σε ένα κτίριο, έχει η ενεργειακή συμπεριφορά του χρήστη. Η συμπεριφορά του χρήστη, κατοίκου ή εργαζομένου ενός κτιρίου αποτελεί βασικό στοιχείο επιτυχίας οποιουδήποτε μέτρου εξοικονόμησης και προγράμματος ενεργειακής διαχείρισης. Είναι αυτός που συχνά καθορίζει το προφίλ της ενεργειακής κατανάλωσης και που τελικά θα επιβεβαιώσει με τον καθημερινό τρόπο ζωής και δράσης του τις προβλέψεις των όποιων μελετών για εξοικονόμηση ενέργειας από την εφαρμογή μέτρων νοικοκυρέματος ή ριζικής επέμβασης στο κέλυφος και τις εγκαταστάσεις. Από την μη ορθολογική χρήση του κτιρίου και των συστημάτων του, μπορεί να μειωθεί σημαντικά η ενεργειακή απόδοση ενός κτιρίου. Η καλλιέργεια ενεργειακής συνείδησης και η σωστή ενημέρωση έχουν συνεπώς πρωταρχική θέση στην όποια προσπάθεια για εξοικονόμηση ενέργειας στον κτηριακό τομέα.

Όσον αφορά στις μεταφορές, οι οποίες καταναλώνουν σήμερα περισσότερο από 1/3 της συνολικής ενέργειας και  εκπέμπουν το 1/4 του διοξειδίου του άνθρακα και σημαντικό μερίδιο της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, υπάρχει τεράστιο περιθώριο βελτίωσης της αποδοτικότητας όλων των μεταφορικών μέσων. Στην ΕΕ το αυτοκίνητο αντιπροσωπεύει περίπου το 80% των επιβατικών μηχανοκίνητων μετακινήσεων, τα λεωφορεία το 7%, τραίνα 7% και η αεροπορία το 4%. Ένα λεωφορείο 35 ατόμων αντικαθιστά 25 ΙΧ αυτοκίνητα. Τον πυρήνα των βιώσιμων μεταφορών θα αποτελούν πλέον πλάι στα μέσα σταθερής τροχιάς και τα σύγχρονα λεωφορεία. Ένα τέτοιο ανεπτυγμένο σύστημα θα μπορούσε να περιορίσει κατά  80 % την χρήση ΙΧ αυτοκινήτων.

Το μέλλον των εμπορευματικών μεταφορών ανήκει στα μέσα σταθερής τροχιάς και στη ναυτιλία, σε συνδυασμό με ταυτόχρονη εφαρμογή μέτρων και συμπεριφορών εξοικονόμησης για ποσοτικό περιορισμό των αναγκών σε μεταφερόμενα φορτία.  Σήμερα το μεγαλύτερο μέρος  των εμπορευμάτων μεταφέρεται σε ποσοστό 70% οδικά, 15% με σιδηρόδρομο, 12 % με τη ναυτιλία και 3% με σταθερούς αγωγούς (υδρογονάνθρακες).

Οι οδικές μεταφορές καταναλώνουν το 90% της ενέργειας του συνόλου των μεταφορών  και προκαλούν το  93,5 % των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Εάν μετατοπίζονταν η μισή ποσότητα των εμπορευμάτων που μεταφέρονται σήμερα οδικά, στο σιδηρόδρομο  και τη ναυτιλία, θα πετυχαίναμε συνολική μείωση 38% σε κατανάλωση ενέργειας και παραγωγή εκπομπών CO2.

Η χρήση των επιβατικών αυτοκινήτων θα συνεχίσει να είναι αναγκαία και στο μέλλον, κυρίως στην ύπαιθρο και για ειδικές μετακινήσεις π.χ. ασθενών κ.λπ. Και θα αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 20% των μετακινήσεων επιβατών. Για το λόγο αυτό χρειαζόμαστε αυτοκίνητα οικονομικά και οικολογικά, που σημαίνει εφαρμογή τεχνολογιών αποθήκευσης ενέργειας. (Ηλεκτροκίνηση, πεπιεσμένος αέρας, υδρογόνο κλπ.)
Η αειφορία και στις μεταφορές ταυτίζεται με τη γενικευμένη εισαγωγή των ΑΠΕ σε αυτές. Τούτο προϋποθέτει βιώσιμες τεχνολογίες αποθήκευσης και  στην συνέχεια χρήσης αυτών στην κίνηση των μεταφορικών μέσων.     

Παράλληλα, όμως, πρέπει να αναφερθούμε στο ρόλο της ανθρώπινης συμπεριφοράς στην εξοικονόμηση ενέργειας στις μεταφορές. Εδώ, πέρα από τη γενικότερη κατεύθυνση για τη χρήση των ΜΜΜ, η απάντηση είναι  το λεγόμενο Eco-Driving, η οικονομική, οικολογική και ασφαλής οδήγηση. Είναι ένας έξυπνος τρόπος οδήγησης ο οποίος συμβάλλει στη μείωση της κατανάλωσης καυσίμου, στη μείωση των εκπομπών ρύπων και των αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου, καθώς και στον περιορισμό της ηχορύπανσης και των τροχαίων ατυχημάτων. Οι αρχές της οικονομικής οδήγησης στηρίζονται στην οδήγηση με σταθερή ταχύτητα, χρησιμοποιώντας τη μεγαλύτερη δυνατή σχέση μετάδοσης και προεκτείνονται στη σωστή συντήρηση του οχήματος, τη δημιουργία περιβαλλοντικής συνείδησης και σωστής οδικής συμπεριφοράς από τους οδηγούς που εκπαιδεύονται σε αυτή.

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε πως η αειφόρα και βιώσιμη διαχείριση των οδικών μεταφορών, περιλαμβάνει, σε επίπεδο τελικών χρηστών, την αλλαγή των συνηθειών στον τρόπο μετακίνησης και την προώθηση της χρήσης των ενεργειακά και περιβαλλοντικά αποδοτικών τύπων οδικών μεταφορών (π.χ. μέσα μαζικής μεταφοράς, οικονομικότερα οχήματα, car-sharing, ποδήλατο κλπ.) ενώ σε επίπεδο διαχειριστών μεταφορικού έργου (π.χ. λεωφορεία, οχήματα διανομής αγαθών κλπ.) περιλαμβάνει εφαρμογές διαχείρισης στόλου με αποδοτικά επιχειρησιακά σχέδια, χρήση οικονομικότερων και «καθαρότερων» οχημάτων κλπ.
--------------------------
Ο κ. Bασίλης Τσολακίδης είναι Βιο-Αρχιτέκτονας Διπλωματούχος Μηχανικός και πρόεδρος ΔΣ του ΚΑΠΕ.
Το άρθρο περιλαμβάνεται στην έντυπη έκδοση GREEK ENERGY 2017 που εκδίδει το επιτελείο του energypress

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM