2022: Ένα έτος game changer στον μετασχηματισμό των ενεργειακών συστημάτων
του Κώστα Ανδριοσόπουλου

2022: Ένα έτος game changer στον μετασχηματισμό των ενεργειακών συστημάτων

22 12 2022 | 14:05

Το 2022 ήταν η πρώτη χρονιά εδώ και πολλές δεκαετίες που οι εξελίξεις στο πεδίο της ενέργειας καθορίστηκαν τόσο έντονα από τις γεωπολιτικές αποφάσεις. Λάθη του παρελθόντος, όπως η ενεργειακή εξάρτηση από την Ρωσία για την ενεργειακή μετάβαση της ΕΕ και ο χαμηλός ρυθμός ανάπτυξης των ΑΠΕ απαιτούν πολύ μεγάλη ταχύτητα πολιτικών αποφάσεων και επενδύσεων, που όμοια της δεν έχει συμβεί στο παρελθόν. Η πετρελαϊκή κρίση του 1970 αφορούσε ένα καύσιμο το πετρέλαιο, ενώ η φετινή κρίση διαπέρασε όλο το φάσμα του ενεργειακού τομέα και φαίνεται ότι θα διαρκέσει για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα αφού ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται δίχως ορατό τέλος στον ορίζοντα.

Η Ευρωπαϊκή πολιτική για την ενέργεια στην ουσία ξαναγράφηκε σε λίγους μήνες, με το σχέδιο REPowerEU να βρίσκεται στο επίκεντρο για την απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο. Την ίδια στιγμή οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου εκτοξεύτηκαν σε επίπεδα των 700 ευρώ/MWh και 300€/MWh αντίστοιχα, καταδεικνύοντας το πρόβλημα της απόλυτης εξάρτησης της τιμολόγησης αερίου και ηλεκτρισμού από το συμβόλαιο TTF, το οποίο δεν αντανακλά το πραγματικό κόστος των εισαγωγών αερίου μέσω αγωγών, αλλά ούτε και του LNG στην Ευρώπη.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος πλήττει συθέμελα την βιομηχανία στην Ευρώπη, καθώς μεγάλες εταιρείες σχεδιάζουν να μετεγκατασταθούν στην Ασία, επενδύοντας σημαντικά ποσά, μειώνοντας περαιτέρω το ΑΕΠ της ΕΕ και βυθίζοντας την σε ύφεση, η οποία αναμένεται να ενταθεί το 2023. Ο κίνδυνος να χαθεί η βιομηχανική παραγωγή στην Γηραιά Ήπειρο είναι ορατός και πρέπει να αντιμετωπιστεί άμεσα με στόχο την μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του τομέα.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αντέδρασαν με άνευ προηγουμένου επιδοτήσεις για την προστασία των καταναλωτών ώστε να τους προστατεύσουν απέναντι στο φάσμα της εκτεταμένης ενεργειακής φτώχειας. Η ελληνική κυβέρνηση μάλιστα, πρόσφερε από τις υψηλότερες επιδοτήσεις αναλογικά με το ΑΕΠ της που προβλέπεται να συνεχιστούν και το 2023 φτάνοντας περί το 5,8% του ΑΕΠ σε απόλυτους αριθμούς, με βάση τον προϋπολογισμό. Πρόκειται για ένα οικονομικό βάρος που θίγει άλλους τομείς της οικονομίας και την ανάπτυξη και αντιλαμβάνεται κανείς ότι δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ αόριστον, αλλά χρειάζονται μόνιμες λύσεις, με το πλαφόν στην τιμή του φυσικού αερίου να είναι το μήλον της έριδος μεταξύ πολλών κυβερνήσεων στην ΕΕ.

Η έλευση του χειμώνα βρίσκει την Ευρώπη καλύτερα προετοιμασμένη μεν σε όρους αποθήκευσης αερίου (που έφτασε στο 95%), οι οποίοι όμως δεν μπορούν να διασφαλίσουν την ενεργειακή επάρκεια χωρίς την κατασκευή νέων υποδομών LNG και αυξημένων ροών φορτίων LNG, τα οποία δεν μπορούν να θεωρηθούν δεδομένα.

Η ενεργειακή κρίση, παρά την πρόσφατη και προσωρινή αναβίωση των λιγνιτικών μονάδων, ανέδειξε τις ΑΠΕ ως την βέλτιστη και μοναδική λύση για την ενεργειακή αυτονομία με την ηλιακή και αιολική ενέργεια να γίνονται οι πρώτες πηγές ηλεκτρικής ενέργειας στον κόσμο μέχρι το 2025, ενώ την επόμενη πενταετία θα αναπτυχθεί το δυναμικό ΑΠΕ που αναπτύχθηκε στα προηγούμενα 20 χρόνια. Νούμερα εξόχως εντυπωσιακά, αλλά κρύβουν και μια (νέα) μεγάλη εξάρτηση την Κίνα, στην οποία κατασκευάζεται η πλειονότητα των ΦΒ.  Για το λόγο αυτό θα πρέπει να ενταθεί η εγχώρια παραγωγή και να δοθούν τα κατάλληλα κίνητρα για ανταγωνιστικά κόστη παραγωγής.

Το 2022 ήταν χρονιά ρεκόρ για τις ΑΠΕ στην χώρα μας, φθάνοντας για το πρώτο δεκάμηνο το 47.1% επί του συνόλου και την εγχώρια ζήτηση να καλύπτεται για 5 συνεχόμενες ώρες από 100% ΑΠΕ. Η διατήρηση και η ενίσχυση των υψηλών αυτών ποσοστών στις ΑΠΕ θα επιτευχθεί μόνο με την αποθήκευση ενέργειας, έναν τομέα που θα γνωρίσει άνθηση τα επόμενα χρόνια, ξεκινώντας με τον διαγωνισμό για τα πρώτα 1,500 MW το 2023. Επισημαίνεται η ανάγκη εξεύρεσης πρόσθετων χρηματοδοτικών εργαλείων και μηχανισμών αποζημίωσης της ενέργειας και των υπηρεσιών που προσφέρει η αποθήκευση, καθώς το επενδυτικό ενδιαφέρον είναι πολύ μεγάλο.

Παράλληλα, σε κρίσιμο θέμα αναδεικνύεται η ανάπτυξη των δικτύων μεταφοράς και διανομής ηλεκτρισμού, καθώς ο στόχος των 28GW ΑΠΕ το 2030 θα επιτευχθεί μόνο με την μετατροπή της Ελλάδας σε εξαγωγέα πράσινης ενέργειας. Οι αναβαθμίσεις των υφιστάμενων γραμμών διασύνδεσης σε συνδυασμό με την κατασκευή νέων διασυνδέσεων με την Βουλγαρία, την Ιταλία, την Αίγυπτο και το Ισραήλ είναι κομβικές προς την κατεύθυνση αυτή.

Τα δίκτυα ηλεκτρισμού και η ενεργειακή μετάβαση πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν έννοιες ταυτόσημες.  Η στροφή στην πράσινη ενέργεια – ΦΒ, υπεράκτια αιολικά, ηλεκτροκίνηση, υδρογόνο - δεν μπορεί να επιτευχθεί, αν δεν υπάρξει η κατάλληλη χρηματοδότηση στις υποδομές δικτύου. Το πολλαπλασιαστικό όφελος των δικτύων για την οικονομία και την πορεία προς την κλιματική ουδετερότητα είναι μεν αδιαμφισβήτητο, αλλά θα πρέπει να αναδειχθεί σε μεγαλύτερο βαθμό στον δημόσιο διάλογο.

Εκτός από τις ΑΠΕ, η ηλεκτροκίνηση και η βιώσιμη κινητικότητα συνεχίζουν να κερδίζουν έδαφος διεθνώς και η πρόσφατη συμφωνία της ΕΕ για την πώληση νέων αποκλειστικά ηλεκτρικών οχημάτων από το 2035 αναμένεται να δημιουργήσει νέες προοπτικές αλλά και προκλήσεις σε ολόκληρη την αλυσίδα ηλεκτροκίνησης, που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την εξόρυξη σπάνιων γαιών, την κατασκευή περισσότερων και μεγαλύτερης χωρητικότητας μπαταριών, την ανάπτυξη αποδοτικότερων κινητήρων από τις αυτοκινητοβιομηχανίες αλλά και την διεύρυνση των δημοσίως προσβάσιμων φορτιστών. Η Ευρώπη πέρα από την στρατηγική της για την ανάπτυξη της ηλεκτροκίνησης θα πρέπει να εστιάσει άμεσα στην ασφάλεια εφοδιασμού των πρώτων υλών και κυρίως του λιθίου, το οποίο είναι απαραίτητο για την κατασκευή των μπαταριών και εξάγεται κυρίως από την Κίνα, μια χώρα ηγέτιδα σε ότι αφορά την επεξεργασία μετάλλων και σπάνιων γαιών.

Επίσης, ένα μείζον θέμα πολιτικής είναι ότι μέσα στο 2023 η Ε.Ε. θα χρειαστεί να αναπτύξει τη νέα αρχιτεκτονική της αγοράς ενέργειας με ότι αυτό συνεπάγεται. Η Ευρώπη θα αρχίσει να κινείται στο εξής από τα έκτακτα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης προς πιο μόνιμους σχεδιασμούς και αποφάσεις, όπως οι κοινές αγορές αερίου, το νέο συμβόλαιο αναφοράς με βάση το LNG, ενώ ζητούμενο εξακολουθούν να αποτελούν οι μακροπρόθεσμες συμφωνίες προμήθειας LNG που μέχρι στιγμής τις έχει καταλάβει εν πολλοίς η Ασία.

Πρόκειται ασφαλώς για την πιο δύσκολη άσκηση που είχε ποτέ να λύσει η Ε.Ε. στην ενεργειακή της ιστορία. Οι ισορροπίες είναι λεπτές μεταξύ των συμφερόντων των διάφορων κρατών-μελών, υπάρχουν πολλές ιδέες και απόψεις στο τραπέζι και η επίτευξη ομοφωνίας για το νέο σχεδιασμό θα χρειαστεί χρόνο που ενδεχομένως να μη διαθέτει η Ευρώπη.

Η εκρηκτική αύξηση της ζήτησης ενέργειας, που αναμένεται στην Κίνα το 2023, αναμένεται να επηρεάσει, όχι μόνο τις τιμές ενέργειας και τον πληθωρισμό, αλλά κυρίως την διασφάλιση των απαραίτητων ενεργειακών ποσοτήτων σε ένα, πλήρως ανταγωνιστικό, γεωπολιτικό περιβάλλον.

Όλα δείχνουν ότι το 2023 αναμένεται γεμάτο προκλήσεις αλλά και ευκαιρίες στον ενεργειακό τομέα με το τρίπτυχο ενεργειακή ασφάλεια – οικονομικότητα – βιωσιμότητα να είναι πιο επίκαιρο από ποτέ.

----------------------------------

Ο Δρ. Κώστας Ανδριοσόπουλος είναι Καθηγητής Χρηματοοικονομικών & Ενεργειακής Οικονομίας στο Audencia Business School, Διευθύνων Σύμβουλος στην Akuo Energy Greece, Πρόεδρος της Επιτροπής Ενέργειας στο ΕλληνοΑμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM