Αναδιάρθρωση της ευρωπαϊκής και ελληνικής ενεργειακής αγοράς
του Αντώνη Μεταξά

Αναδιάρθρωση της ευρωπαϊκής και ελληνικής ενεργειακής αγοράς

27 05 2016 | 09:43

Η παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης προέρχεται ήδη κατά το ήμισυ από πηγές ενέργειας χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Έως το 2030, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αναμένεται να αποτελούν τον κυρίαρχο άξονα στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής συνεπικουρούμενες από την ανάπτυξη τεχνικών λύσεων για την αποθήκευση ενέργειας (energy storage), έξυπνων τεχνολογιών και έξυπνων δικτύων (smart grids) που θα διευκολύνουν την προσαρμογή στην υφιστάμενη ανά δεδομένη στιγμή ζήτηση (demand side response). Ως κρίσιμο μέγεθος στην αγορά ενέργειας θα αναδειχθεί το στοιχείο της ευελιξίας, το οποίο θα εισφέρεται στο σύστημα και μέσω της αξιοποίησης του φυσικού αερίου, ενώ είναι σαφές ότι η λιγνιτική παραγωγή θα υποστεί πιέσεις ενόψει των διεθνών πολιτικών για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και της ανάγκης περιορισμού των εκπομπών διοξειδίου άνθρακα, η δε πυρηνική ενέργεια εισέρχεται σε κομβικές χώρες (λ.χ. Γερμανία) σε μια διαδικασία σταδιακής αποβολής (phase out) από το ενεργειακό μείγμα. Αυτές οι συνοπτικές επισημάνσεις και μεσοπρόθεσμες προοπτικές της ενεργειακής αγοράς σκιαγραφούνται και από τα πλέον επίσημα χείλη, όπως πρόσφατα τον Επίτροπο Δράσης για το Κλίμα και Ενέργειας, Miguel Arias Cañete, αλλά και συνιστούν λίγο πολύ κοινό τόπο στην ευρωπαϊκή σχετική επιστημονική βιβλιογραφία και έρευνα.

Ενόψει όλω αυτών είναι συνεπώς σαφές ότι η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας βιώνει σήμερα διεθνώς μια περίοδο βαθιάς, δομικής αλλαγής. Η Ευρώπη αποστασιοποιείται από την εποχή της κυριαρχίας της παραγωγής ενέργειας από μεγάλης κλίμακας κεντρικές μονάδες και κινείται προς μια πλέον δυναμική, αποκεντρωμένη παραγωγή με κυρίαρχη την παρουσία στο ενεργειακό μείγμα των ανανεώσιμων πηγών. Αυτές οι εξελίξεις και διαγεγραμμένες τάσεις θέτουν στο προσκήνιο την ανάγκη αναπροσαρμογής τόσο του κείμενου νομικορυθμιστικού πλαισίου, όσο και των μηχανισμών της αγοράς, με απώτερο στόχο τη συστοίχιση της τελευταίας με αυτήν τη νέα πραγματικότητα.

Εντός αυτού του πλαισίου και επί τη βάσει των διατάξεων του προσφάτως ψηφισθέντος Μνημονίου (Ν. 4336/2015), η εγχώρια ενεργειακή αγορά οφείλει  να προβεί στην υλοποίηση μιας ευρείας κλίμακας μεταρρυθμίσεων ιδιαίτερα αναφορικά με τις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου, προκειμένου να επιτευχθεί αυξημένη σύγκλιση με τη νομοθεσία και τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Οι μεταρρυθμίσεις αυτές και κυρίως οι συζητήσεις επ’ αυτών στη χώρα μας δυστυχώς δεν είναι δομικά νέες. Ενδεχομένως η νομοτυπική συγκρότηση των προτεινόμενων λύσεων, η νομικορυθμιστική τους περιένδυση και η ιεράρχηση των προτεραιοτήτων να τροποποιείται κατά τι, αλλά η ουσία είναι μία και, δυστυχώς, αενάως επίκαιρη: Η ελληνική ενεργειακή αγορά χρήζει δομικής ανασυγκρότησης και για το σκοπό της συστοίχισής της με τα νέα νομικορυθμιστικά δεδομένα της ενωσιακής αγοράς,και για να προετοιμασθεί εγκαίρως έναντι των νέων τάσεων της παγκόσμιας αγοράς, αλλά και για να πληρώσει τις προϋποθέσεις δημιουργίας στοιχειωδώς ανταγωνιστικών δομών στις κομβικής σημασίας αγορές της ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου. Κινήσεις δηλαδή που έπρεπε να είχαν ήδη προ πολλού δρομολογηθεί και συντελεσθεί, χωρίς την ανάγκη (ή το «άλλοθι») εξωτερικών μνημονιακών πιέσεων, αν βέβαια ήταν εφικτή η άρση της αβελτηρίας της εγχώριας πολιτικής να υπερβεί τη συστημική ανάσχεση του λεγόμενου «πολιτικού κόστους» και τον κοντόθωρο σχεδιασμό κομβικών παρεμβάσεων σε κρίσιμους τομείς με χαρακτηριστικότερο ίσως παράδειγμα την πολιτική της χώρας στον τομέα των ανανεωσίμων πηγών ενέργειας.

Κάτι, το οποίο έχω επανειλημμένα επισημάνει, καθότι δεν έχει καταστεί επαρκώς σαφές στην εγχώρια δημόσια συζήτηση στη χώρα μας και συνιστά, ως εκ τούτου, υποχρέωση του εξειδικευμένου επιστημονικού λόγου να αναδείξει, είναι το γεγονός ότι το ενωσιακό δίκαιο θέτει σε σειρά κομβικών ενεργειακών θεμάτων πολύ συγκεκριμένα πλαίσια συμβατής με αυτό δράσης καταλείποντας εξαιρετικά περιορισμένα περιθώρια χάραξης αποκλίνοντος στίγματος εκ μέρους των κρατών μελών. Αυτό σημαίνει ότι η σύμφωνη με το ευρωπαϊκό δίκαιο παρέμβαση των κρατών μελών στην ενεργειακή αγορά οφείλει να δομείται εντός αυτών των λίγο-πολύ προκαθορισμένων πλαισίων. Το κυρίαρχο παράδειγμα από το οποίο εμφορείται εν προκειμένω ο ενωσιακός νομοθέτης (και) στον τομέα της ενέργειας βασίζεται (καλώς ή κακώς) στο εξής δίπτυχο: α) Άνοιγμα της αγοράς με άρση μονοπωλιακών ή ολιγοπωλιακών δομών και παράλληλη διασφάλιση όρων ελεύθερου ανταγωνισμού μεταξύ των επειχειρηματικών παικτών και β) αποσύνδεση της διαχείρισης των κεντρικών δικτυακών υποδομών από τον ασφυκτικό έλεγχο κρατικών ή ιδιωτικών μονοπωλίων. Βασικός μοχλός εποπτείας και ρύθμισης των ενεργειακών αγορών είναι, κατά την κυριαρχούσα πρόσληψη του ενωσιακού νομοθέτη, οι ουσιαστικά και λειτουργικά ανεξάρτητες ρυθμιστικές Αρχές, για τη βέλτιστη τεχνικοοικονομική και στελεχειακή στήριξη των οποίων οφείλουν να μεριμνούν τα ίδια τα κράτη μέλη παρέχοντας τα προς τούτο απαραίτητα μέσα. Το τελευταίο, ήτοι η απαίτηση απόλυτης ανεξαρτησίας των τεχνοκρατικά επαρκών Εθνικών Ρυθμιστικών Αρχών (NRA), έχει τύχει επανειλημμένα το τελευταίο διάστημα επιβεβαίωσης και στη νομολογία του Δικαστηρίου της ΕΕ (ΔΕΕ), συνιστώντας συνεπώς πλέον (και εξ΄αυτού του λόγου) βασική αρχή του ενωσιακού δικαίου. Αυτό που επομένως πρέπει να γίνει αντιληπτό είναι ότι η σχεδίαση των βασικών αξόνων της ρύθμισης των εθνικών ενεργειακών αγορών των κρατών μελών της Ένωσης δεν γίνεται εν κανονιστικώ κενώ, αλλά σε (επί των βασικών θεμάτων, τουλάχιστον) προδιαγεγραμμένα ενιαία πλαίσια ισχύοντα απαρεγκλίτως για όλα τα κράτη μέλη ως απόρροια της ιδιότητάς τους ως μελών της Ένωσης και όχι ως απόρροια της τυχόν υφιστάμενης «ιδιαιτερότητας» ή “επιτήρησης” που βιώνει η χώρα μας. Και σε άλλες επίσημες τοποθετήσεις και δημοσιεύσεις έχω υποστηρίξει την θέση ότι η τήρηση των βασικών ρυθμιστικών προσεγγίσεων που υιοθετεί το ενωσιακό δίκαιο, αλλά κυρίως των βασικών δικαιοκρατικών του επιλογών και αρχών, συνιστά μακροπρόθεσμα μια καίρια ασφαλιστική δικλείδα για ισόρροπες ρυθμιστικές παρεμβάσεις. Σε διαφορετική περίπτωση ελλοχεύει σαφής κίνδυνος περιθωριοποίησης και απομόνωσης της ήδη προβληματικής ελληνικής ενεργειακής αγοράς των πολλών διαχρονικών δομικών στρεβλώσεων και προβλημάτων. Εξάλλου, μια νηφάλια διαχρονική προσέγγιση των ενεργειακών δρώμενων της χώρας ίσως πείσει και τον πλέον δύσπιστο ότι οι συστημικές παθογένειες της ελληνικής ενεργειακής αγοράς μάλλον από την αγνόηση της ευρωπαϊκής σχετικής νομοθεσίας προκύπτουν και σίγουρα όχι από την καθ’ υπερβολήν εφαρμογή της.

Κλείνοντας, σε μια προσπάθεια ανάδειξης αυτής της ανάγκαιότητας αλλά και υπέρβασης της συχνά παρατηρούμενης αυτοαναφορικότητας της εγχώριας συζήτησης περί τα ενεργειακά, είμαι στην ευχάριστη να προαναγγείλω για το τρέχον έτος την τιμητική και για τη χώρα μας κοινή πρωτοβουλία του Ελληνικού Ινστιτούτου Ενεργειακής Ρύθμισης με το με το παγκοσμίως κορυφαίο ακαδημαϊκό Ινστιτούτο “Florence School of Regulation” να συνδιοργανώσουν τον προσεχή Σεπτέβριο στην Ελλάδα στο πλαίσιο των «Ενεργειακών Διαλόγων» πανευρωπαϊκό συνέδριο με σημαίνοντες εισηγητές από τον χώρο της ακαδημαϊκής έρευνας επί του αντικειμένου της ενεργειακής ρύθμισης με στόχο τον κριτικό σχολιασμό των σχετικών νομοθετικών και ρυθμιστικών πρωτοβουλιών και τον ευρύτερο διάλογο εν σχέσει με τον βέλτιστο τρόπο διάρθρωσης τόσο της εσωτερικής αγοράς ενέργειας της ΕΕ, όσο και των επιμέρους εγχώριων αγορών των Κρατών Μελών. Οφείλουμε σε όλα τα μέτωπα να υπερβούμε την αυτοπεριχαράκωσή μας και αυτό είναι ένα διακύβευμα που το Ελληνικό Ινστιτούτο Ενεργειακής Ρύθμισης θα επιχειρεί να υπηρετεί με συνέπεια και στο μέλλον.

Ο Δρ. Αντώνης Μεταξάς είναι Πρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Ενεργειακής Ρύθμισης,  Διευθύνων Εταίρος της Δικηγορικής εταιρείας «Μεταξάς & Συνεργάτες»

(Το κείμενο περιλαμβάνεται στην έκδοση GREEK ENERGY 2016)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM