Μείωση αποζημίωσης φωτοβολταϊκών σταθμών λόγω αύξησης παραγωγής: Νομικά ζητήματα και δυνατότητες εννόμου προστασίας
Το τελευταίο χρονικό διάστημα παρατηρείται εντεινόμενη πρακτική των αρμόδιων Διαχειριστών να προβαίνουν σε ετήσιους ελέγχους της παραγωγής φωτοβολταϊκών σταθμών (με βάση απολογιστικά στοιχεία), καθώς και σε δειγματοληπτικούς ελέγχους με αυτοψία και, σε περίπτωση διαπίστωσης αυξημένης παραγωγής, να ενεργοποιούν μηχανισμό μείωσης αποζημίωσης στη βάση των προβλέψεων του ν. 4951/2022. Η πρακτική αυτή συνοδεύεται από την αποστολή ειδικών ενημερωτικών (εκκαθαριστικών) σημειωμάτων προς τους παραγωγούς (με τίτλο «Τιμολόγηση Υπερβάλλουσας Ενέργειας Σταθμού ΑΠΕ»), στα οποία διαπιστώνεται ότι η ετήσια παραγωγή υπερβαίνει κατά τουλάχιστον 5% τη μέγιστη παραγωγή των πέντε πρώτων ετών λειτουργίας του σταθμού και, ως εκ τούτου, μέρος της παραγόμενης ενέργειας αποζημιώνεται πλέον με την Ειδική Τιμή Αγοράς (Ε.Τ.Α.) και όχι με την ισχύουσα εγγυημένη τιμή αναφοράς (για έργα υπαγόμενα σε καθεστώς feed-in tariff) ή τη συμφωνημένη λειτουργική ενίσχυση (για έργα υπαγόμενα σε καθεστώς feed-in Premium).
Στην πράξη, η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης επιφέρει εξ αντικειμένου σημαντικές αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις για τους παραγωγούς, καθώς η υπερβάλλουσα παραγωγή τιμολογείται με αισθητά χαμηλότερη τιμή, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις προκύπτουν και αρνητικές εκκαθαρίσεις (χρεώσεις), λόγω συμψηφισμού ποσών που έχουν ήδη καταβληθεί.
Η κανονιστική βάση της πρακτικής αυτής ερείδεται στο άρθρο 48 του ν. 4951/2022, το οποίο εισήγαγε ειδικό καθεστώς για την περίπτωση ενεργειακής αναβάθμισης (“repowering”) φωτοβολταϊκών σταθμών. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, όταν διαπιστώνεται σημαντική αύξηση της ετήσιας παραγωγής – οριζόμενη ως αύξηση τουλάχιστον 5% σε σχέση με τη μέγιστη παραγωγή της πρώτης πενταετίας – και η αύξηση αυτή αποδίδεται σε «ενεργειακή αναβάθμιση του εξοπλισμού», τότε η υπερβάλλουσα παραγωγή δεν αποζημιώνεται με βάση το τιμολογιακό καθεστώς της συναφθείσας Σύμβασης Πώλησης Ηλεκτρικής Ενέργειας ή της Σ.Ε.Δ.Π. / Σ.Ε.Σ.Τ., κατά περίπτωση, αλλά με την εκάστοτε ΕΤΑ. Ο μηχανισμός εφαρμόζεται μέσω ετήσιων ελέγχων της παραγωγής (με βάση απολογιστικά στοιχεία), στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν έχει λάβει χώρα από τον ίδιο τον Παραγωγό η γνωστοποίηση προς τον αρμόδιο Διαχειριστή ενεργειακής αναβάθμισης του εξοπλισμού και επακόλουθου συμψηφισμού, ο οποίος αποτυπώνεται στα ειδικά εκκαθαριστικά σημειώματα που αποστέλλονται στους Παραγωγούς.
Ωστόσο, η πρακτική εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης εγείρει σειρά κρίσιμων νομικών ζητημάτων, ιδίως ως προς τη θεμελίωση των προϋποθέσεων ενεργοποίησής της. Στην πράξη, η διαπίστωση της αύξησης παραγωγής από τον ΔΕΔΔΗΕ βασίζεται κατ’ αρχήν σε απολογιστικά ποσοτικά δεδομένα, χωρίς να προκύπτει πάντοτε τεχνική τεκμηρίωση ότι αυτή οφείλεται πράγματι σε repowering. Η δε έννοια της «ενεργειακής αναβάθμισης» δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με κάθε αντικατάσταση ή συντήρηση εξοπλισμού, ιδίως όταν δεν υπάρχει μεταβολή της εγκατεστημένης ισχύος ή ουσιώδης διαφοροποίηση των τεχνικών χαρακτηριστικών του μηχανολογικού εξοπλισμού του φωτοβολταϊκού σταθμού. Άλλωστε, τυχόν αύξηση της παραγωγής φωτοβολταϊκού σταθμού δύναται να οφείλεται σε ουσιωδώς διάφορους λόγους, ανεξάρτητους από την ενεργειακή αναβάθμιση του μηχανολογικού εξοπλισμού, όπως λ.χ. σε βελτιωμένες καιρικές συνθήκες για μακρά χρονική περίοδο, βελτιωμένες πρακτικές ετήσιας συντήρησης, αποκατάσταση βλαβών και αντικατάσταση εξ αρχής ελαττωματικού εξοπλισμού, αντικατάσταση εξοπλισμού σε περίπτωση κλοπής κλπ.
Σημειωτέον ότι, σύμφωνα με τις ισχύουσες διαδικασίες του ΔΕΔΔΗΕ για την τροποποίηση τεχνικών στοιχείων φωτοβολταϊκών σταθμών, η αντικατάσταση εξοπλισμού επιτρέπεται υπό προϋποθέσεις, χωρίς αύξηση ισχύος, και υπόκειται σε έλεγχο και, κατά περίπτωση, σε αυτοψία. Η τήρηση των διαδικασιών αυτών δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι επέρχεται «ενεργειακή αναβάθμιση», γεγονός που ενισχύει την ανάγκη εξατομικευμένης τεχνικής και νομικής αξιολόγησης κάθε περίπτωσης.
Περαιτέρω, ιδιαιτέρως κρίσιμη είναι η πρόβλεψη της παραγράφου 5 του άρθρου 48, σύμφωνα με την οποία ο παραγωγός διατηρεί το δικαίωμα, εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση του πρώτου μειωμένου εκκαθαριστικού σημειώματος, να αιτηθεί τη διενέργεια αυτοψίας, προκειμένου να διατυπώσει τη σχετική του στοιχειοθετημένη επιχειρηματολογία.
Υπό το πρίσμα αυτό, ανακύπτουν συχνά, ως δεικνύουν και επανειλημμένες κρούσεις παραγωγών ΑΠΕ στη δικηγορική μας εταιρεία, σημαντικότατα νομικά ζητήματα σε σχέση με τη νομιμότητα της αναδρομικής οικονομικής επιβάρυνσης των παραγωγών. Ενόψει των ανωτέρω, η εφαρμογή του μηχανισμού του ν. 4951/2022 φαίνεται να διαμορφώνει ένα πεδίο νομικού προβληματισμού και ανάγκης νομικής προστασίας για σημαντικό αριθμό παραγωγών ΑΠΕ. Σε κάθε περίπτωση, η έγκαιρη ενεργοποίηση των προβλεπόμενων νομικών διαδικασιών καθίσταται κρίσιμη για τη διασφάλιση των οικονομικών συμφερόντων των παραγωγών. Τούτου δοθέντος, η έγκαιρη εξειδικευμένη νομική και τεχνική αξιολόγηση κάθε περίπτωσης καθίσταται κρίσιμη.
Επιμέλεια: Δικηγορική Εταιρεία «Μεταξάς & Συνεργάτες» (www.metaxaslaw.gr)