Οι παγκόσμιες συγκρούσεις πλήττουν 45 εκατ. βαρέλια ημερησίως – Οι μάχες σε Μέση Ανατολή, Ρωσία, Ουκρανία και τα «μέτωπα» σε ΗΠΑ, Καναδά και Βενεζουέλα
Σχεδόν το ήμισυ της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου προέρχεται από χώρες που πλήττονται από ενεργές συγκρούσεις ή σοβαρή πολιτική αστάθεια, προκαλώντας νέες ανησυχίες για το κατά πόσο το διεθνές ενεργειακό σύστημα διαθέτει αρκετή ανθεκτικότητα ώστε να αντιμετωπίσει παρατεταμένες διαταραχές.
Σύμφωνα με στοιχεία που μετέδωσε το Reuters, οι χώρες που εμπλέκονται σε συγκρούσεις —μεταξύ αυτών σημαντικοί παραγωγοί στη Μέση Ανατολή, η Ρωσία και η Βενεζουέλα— αντιπροσώπευαν περίπου το 43% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου πέρυσι, ποσότητα που αντιστοιχεί σε περίπου 45 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. ας.
Η Μέση Ανατολή παραμένει η μεγαλύτερη πηγή ανησυχίας. Αναλυτές εκτιμούν ότι οι διαταραχές που συνδέονται με τη σύγκρουση έχουν αφαιρέσει από την αγορά μεταξύ 5 και 7 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως. Ενώ οι τιμές του πετρελαίου στις χρηματοπιστωτικές αγορές είναι αρκετά συγκρατημένες, χάρη στις προσδοκίες ότι οι διαταραχές στην προσφορά θα υποχωρήσουν τελικά, η φυσική αγορά βρίσκεται υπό πολύ μεγαλύτερη πίεση.
Στροφή στα αποθέματα
Κυβερνήσεις και έμποροι στρέφονται ολοένα περισσότερο στα αποθέματα και σε μέτρα έκτακτης ανάγκης για να αντισταθμίσουν τις ελλείπουσες ποσότητες. Ωστόσο, όσο περισσότερο διαρκεί η διαταραχή, τόσο δυσκολότερο γίνεται να αντιμετωπίζεται το πρόβλημα ως προσωρινό.
Ίσως ακόμη πιο ανησυχητική από την απώλεια αργού πετρελαίου είναι η αυξανόμενη έλλειψη διυλισμένων καυσίμων.
Το ντίζελ, η βενζίνη και άλλα πετρελαϊκά προϊόντα έχουν καταστεί κρίσιμο σημείο πίεσης, επειδή αρκετές από τις περιοχές που πλήττονται από τις συγκρούσεις αποτελούν επίσης σημαντικά κέντρα διύλισης. Τα κράτη του Κόλπου έχουν ιστορικά εξάγει σημαντικές ποσότητες διυλισμένων προϊόντων, ενώ η Ρωσία υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς καυσίμων στον κόσμο.
Πολλαπλές πιέσεις
Η αλυσίδα εφοδιασμού πιέζεται πλέον από πολλές κατευθύνσεις.
Η Ουκρανία έχει εντείνει την εκστρατεία επιθέσεων με drones εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων πετρελαίου, στοχεύοντας εγκαταστάσεις σε μια προσπάθεια να ασκήσει πίεση στη Μόσχα σχετικά με τον πόλεμο. Παρότι ορισμένα από τα διυλιστήρια που υπέστησαν ζημιές έχουν επανέλθει σε λειτουργία μετά τις επισκευές, οι βλάβες στις εγκαταστάσεις διύλισης χρειάζονται χρόνο για να αποκατασταθούν. Η Ρωσία έχει απαντήσει στη διαταραχή διατηρώντας περιορισμούς στις εξαγωγές βενζίνης και ντίζελ, μειώνοντας τις ποσότητες καυσίμων που είναι διαθέσιμες στους διεθνείς αγοραστές.
Οι συνέπειες εκτείνονται πολύ πέρα από τη Ρωσία. Πριν από τις τελευταίες διαταραχές, η Ρωσία ήταν ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας καυσίμων στον κόσμο μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες. Επομένως, οποιαδήποτε παρατεταμένη μείωση των ρωσικών εξαγωγών αφήνει τα διυλιστήρια και τους εισαγωγείς καυσίμων να αναζητούν εναλλακτικές λύσεις σε μια ήδη περιορισμένη αγορά.
Η Μέση Ανατολή αντιμετωπίζει παρόμοιο πρόβλημα. Οι διαταραχές στην παραγωγή και τη διύλιση έχουν συμπέσει με απειλές κατά των θαλάσσιων εμπορικών οδών, προσθέτοντας ένα ακόμη επίπεδο αβεβαιότητας στο παγκόσμιο σύστημα καυσίμων.
Ιδιαίτερα σημαντικά είναι τα Στενά του Ορμούζ. Η στενή θαλάσσια δίοδος μεταξύ Ιράν και Ομάν αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα στρατηγικά σημεία διέλευσης πετρελαίου στον κόσμο, καθώς από εκεί περνά σημαντικό μέρος των παγκόσμιων εξαγωγών πετρελαίου.
Οποιαδήποτε παρατεταμένη απειλή κατά των Στενών του Ορμούζ αναγκάζει αγοραστές και ναυτιλιακές εταιρείες να επανεξετάσουν τις διαδρομές και τα αποθέματά τους, ενώ προσθέτει ένα δυνητικά σημαντικό ασφάλιστρο κινδύνου στο ενεργειακό κόστος.
Οι επιθέσεις των Χούθι στην Υεμένη έχουν ήδη δείξει πόσο γρήγορα μια γεωπολιτική σύγκρουση μπορεί να διαταράξει το θαλάσσιο εμπόριο. Τα δεξαμενόπλοια έχουν αναγκαστεί να ακολουθούν μεγαλύτερες διαδρομές για να αποφεύγουν τους κινδύνους, αυξάνοντας τον χρόνο ταξιδιού, το κόστος ασφάλισης και τελικά το κόστος παράδοσης του αργού και των καυσίμων.
Η μεγάλη έκθεση της Ευρώπης
Η Ευρώπη έχει περάσει χρόνια μειώνοντας την εγχώρια δυναμικότητα διύλισης, με αποτέλεσμα να εξαρτάται ολοένα περισσότερο από εισαγόμενα πετρελαϊκά προϊόντα. Αυτή η στρατηγική μετατόπιση έχει καταστεί μειονέκτημα κατά τη διάρκεια της τρέχουσας κρίσης. Οι τιμές του ντίζελ αναφέρεται ότι έχουν αυξηθεί σημαντικά από τον Φεβρουάριο, εντείνοντας την πίεση στις μεταφορικές επιχειρήσεις, στη βιομηχανία και στους καταναλωτές.
Σε αντίθεση με το αργό πετρέλαιο, το οποίο μπορεί συχνά να ανακατευθυνθεί σχετικά γρήγορα από έναν παραγωγό ή μια περιοχή σε άλλη, η δυναμικότητα διύλισης δεν μπορεί να δημιουργηθεί από τη μια μέρα στην άλλη. Ένα διυλιστήριο αντιπροσωπεύει δισεκατομμύρια δολάρια σε υποδομές και χρόνια σχεδιασμού και κατασκευής. Από τη στιγμή που μια μονάδα έχει κλείσει οριστικά, η επαναφορά της είναι πολύ πιο δύσκολη.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η τρέχουσα κρίση μπορεί να αφορά λιγότερο το αν ο κόσμος διαθέτει αρκετό πετρέλαιο στο υπέδαφος και περισσότερο το αν διαθέτει αρκετά καύσιμα στη σωστή τοποθεσία.
Το στοίχημα της διύλισης
Η απάντηση γίνεται ολοένα λιγότερο καθησυχαστική. Η παγκόσμια δυναμικότητα διύλισης έχει μειωθεί σημαντικά, με την πτώση να εκτιμάται περίπου στο 10%, εν μέσω διαταραχών και διαρθρωτικών αλλαγών. Αυτό αφήνει την αγορά με μικρότερη πλεονάζουσα δυναμικότητα για να απορροφήσει κραδασμούς, ακριβώς τη στιγμή που οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι αυξάνονται.
Ως αποτέλεσμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν καταστεί ολοένα σημαντικότερη πηγή αργού πετρελαίου και διυλισμένων προϊόντων. Ωστόσο, ακόμη και η δυνατότητα της Αμερικής να αντισταθμίσει τις διαταραχές έχει όρια, ιδίως επειδή το σύστημα διύλισής της βασίζεται εν μέρει σε προμήθειες βαρέος αργού από τον Καναδά και τη Βενεζουέλα.
Αυτό δημιουργεί μια ακόμη πιθανή ευπάθεια. Σύμφωνα με τη Rystad Energy, η παραγωγή πετρελαίου από την καναδική πετρελαιοφόρο άμμο αναμένεται να μειωθεί κατά περίπου 300.000 βαρέλια ημερησίως τον Σεπτέμβριο λόγω προγραμματισμένων εργασιών συντήρησης. Η εποχική συντήρηση είναι φυσιολογική και απαραίτητη, όμως το timing προκαλεί προβληματισμό. Υπό κανονικές συνθήκες, οι αποσύρσεις από τα αποθέματα θα μπορούσαν να αντισταθμίσουν προσωρινές μειώσεις στην παραγωγή. Τα σημερινά αποθέματα αργού, ωστόσο, βρίσκονται σύμφωνα με πληροφορίες στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 12 μηνών.
Η περίπτωση της Βενεζουέλας
Η Βενεζουέλα αντιμετωπίζει ένα διαφορετικό πρόβλημα. Όπως αναφέρει το Reuters, οι εξαγωγές αργού της ανήλθαν κατά μέσο όρο σε περίπου 1,16 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως τον Ιούλιο, από περίπου 1,2 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως τον Ιούνιο. Η μείωση αυτή οφείλεται σε μικρότερες αποσύρσεις από τα αποθέματα.
Με άλλα λόγια, τα προηγούμενα επίπεδα εξαγωγών της Βενεζουέλας υποστηρίζονταν εν μέρει από τα αποθέματα και όχι από αντίστοιχη αύξηση της παραγωγής. Καθώς αυτά τα αποθέματα μειώνονται, οι εξαγωγές θα μπορούσαν να υποχωρήσουν, εκτός εάν αυξηθεί η παραγωγή.
Αυτό καθιστά ακόμη πιο σημαντικές τις προσπάθειες της κρατικής πετρελαϊκής εταιρείας της Βενεζουέλας, PDVSA, και των διεθνών εταίρων της να αυξήσουν την παραγωγή. Ωστόσο, οποιαδήποτε επιτάχυνση θα χρειαστεί χρόνο και δεν μπορεί να λύσει άμεσα ένα παγκόσμιο έλλειμμα προσφοράς.
Αυτροφοδοτούμενη κρίση
Για τους καταναλωτές, ο κίνδυνος είναι ότι όλα αυτά τα επιμέρους προβλήματα αλληλοενισχύονται, δημιουργώντας μία κλιμακωτή αυτοτροφοδοτούμενη κρίση.
Μια διαταραχή στη Μέση Ανατολή μειώνει την προσφορά αργού και διυλισμένων προϊόντων. Οι επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια περιορίζουν τις εξαγωγές καυσίμων. Οι απειλές κατά των θαλάσσιων μεταφορών αυξάνουν το κόστος μεταφοράς. Το κλείσιμο ευρωπαϊκών διυλιστηρίων αυξάνει την εξάρτηση από εισαγωγές. Η συντήρηση στον Καναδά αφαιρεί επιπλέον ποσότητες βαρέος αργού. Τα αποθέματα της Βενεζουέλας μειώνονται. Την ίδια στιγμή, οι κυβερνήσεις διαθέτουν λιγότερα στρατηγικά αποθέματα για να απορροφήσουν το πλήγμα.
Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά με λιγότερα περιθώρια ασφαλείας.
Οι οικονομικές συνέπειες είναι ήδη ορατές. Το υψηλότερο ενεργειακό κόστος μεταφέρεται άμεσα στις μεταφορές, στη μεταποίηση, στη γεωργία και στα έξοδα των νοικοκυριών, δημιουργώντας ευρύτερες πληθωριστικές πιέσεις. Οι φτωχότερες χώρες είναι ιδιαίτερα ευάλωτες, επειδή η ενέργεια καταλαμβάνει μεγαλύτερο μέρος των προϋπολογισμών των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.
Οι κυβερνήσεις, επομένως, επιταχύνουν τις προσπάθειες διαφοροποίησης των ενεργειακών προμηθειών. Νέες προτάσεις για αγωγούς κάνουν την εμφάνισή τους, οι επενδύσεις στην ηλιακή ενέργεια αποκτούν νέα δυναμική και οι πωλήσεις ηλεκτρικών οχημάτων στην Ευρώπη ενισχύονται από τη συνεχιζόμενη κρατική στήριξη.
Ωστόσο, η διαφοροποίηση έχει και αυτή τα όριά της. Η κατασκευή αγωγών, μονάδων ηλεκτροπαραγωγής, εγκαταστάσεων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και νέας δυναμικότητας διύλισης απαιτεί χρόνια, ενώ οι γεωπολιτικές διαταραχές μπορούν να εξελιχθούν μέσα σε λίγες ημέρες.
Αυτή η αναντιστοιχία βρίσκεται στην καρδιά του σημερινού διλήμματος ενεργειακής ασφάλειας.
Οι συγκρούσεις που επηρεάζουν σχεδόν το ήμισυ της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου έχουν αποκαλύψει μια σημαντική αδυναμία, την «αχίλλειο πτέρνα», στις παραδοχές πάνω στις οποίες στηρίζεται η σύγχρονη ενεργειακή ασφάλεια: η διαφοροποίηση μεταξύ προμηθευτών έχει περιορισμένη αξία όταν τόσο πολλοί σημαντικοί παραγωγοί είναι ταυτόχρονα ευάλωτοι σε γεωπολιτικούς κραδασμούς.