Η αρένα των λόμπυ στην Ουάσιγκτον και η ελληνική απουσία
Του δρ.Θεόδωρου Τσακίρη

Η αρένα των λόμπυ στην Ουάσιγκτον και η ελληνική απουσία

25 05 2015 | 08:29

Τα τελευταία 5 χρόνια οι δραματικές ανακατατάξεις που λαμβάνουν χώρα στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής έχουν επιφέρει ουσιαστικό διπλωματικό κόστος στις αιθεροβάμονες πρωτοβουλίες του κ.Ερντογάν. Από το περίφημο δόγμα Νταβούτογλου περί “μηδενικών προβλημάτων έναντι όλων των γειτόνων” η τουρκική διπλωματία έχει επιτύχει να μην έχει αφίσει γείτονα για γείτονα με τον οποίον να μην έχει σοβαρά προβλήματα, με τη μοναδική εξαίρεση της Γεωργίας.

Στην περίπτωση της Μέσης Ανατολής η συνεχιζόμενη εσωτερική ισλαμικοποίηση και απολυταρχικοποίηση του τουρκικού πολιτικού συστήματος μετά από 12 έτη αδιαμφισβήτητης ηγεμονίας Ερντογάν έχει δημιουργήσει ένα δηλητηριώδες μείγμα αλλαζονείας και ιδεολογικής παραμόρφωσης της πραγματικότητας.

Αυτή η παραμόρφωση κάνει τον Ερντογάν να πιστεύει ότι μπορεί να εξάγει στη Μέση Ανατολή το δικό του “επιτυχημένο” μοντέλο “ισλαμοδημοκρατίας” αναλαμβάνοντας την ηγεσία και την προστασία των διαφορετικών κινημάτων της Μουσουλμανικής Αδελφότητας που πρωταγωνιστούν στην προσπάθεια ανατροπής του καθεστώτος Άσαντ στη Συρία και κυβέρνησαν για ένα περίπου χρόνο την Αίγυπτο.

Στο πλαίσιο αυτό ο Ερντογάν έφτασε στο σημείο, όπως τον κατηγόρησε στις 20 Μαΐου και ο αρχηγός της αντιπολίτευσης Κιλιτσντάρογλου, να εξοπλίζει μέσω της ΜΙΤ το ISIS και το παρακλάδι της Αλ-Κάϊντα στη Συρία, να λειτουργεί ουσιαστικά ως οπισθοφυλακή του ISIS κατά την πολιορκία του Κομπανί, και να απαγορεύει την οποιαδήποτε συνδρομή του τουρκικού στρατού -συμπεριλαμβανομένης της αεροπορικής βάσης του Ινστιρλίκ- στο διεθνή αγώνα κατά του Ισλαμικού Κράτους.

Παράλληλα ο Ερντογάν επέτυχε να δημιουργήσει συνθήκες ψυχρού πολέμου και στις τουρκο-αιγυπτιακές σχέσεις, προσέβαλλε τον νέο πρόεδρο της Αιγύπτου σε προσωπικό επίπεδο και φιλοξενεί σχεδόν το σύνολο της εξόριστης ηγεσίας της Μουσουλμανικής Αδελφότητας της Αιγύπτου μετά την “έξωση” της από το Κατάρ τον Σεπτέμβριο του 2014 κατόπιν ασφυκτικής πίεσης που άσκησαν οι Σαουδική Αραβία, Κουβέϊτ και Η.Α.Ε. Το γεγονός ότι η στρατηγική υποστήριξη που προσφέρουν στον Πρόεδρο Αλ-Σίσσι αυτές οι τρείς χώρες του Κόλπου συμπαρασύρει ως ένα βαθμό και τις σχέσεις τους με την Τουρκία, δεν δείχνει να ανησυχεί τον κ.Ερντογάν.

Η “νηφαλιότητα” του Τούρκου Προέδρου φαίνεται να επεκτείνεται και ως προς τις σχέσεις της Τουρκίας με το Ισραήλ. Μετά το Μαβί Μαρμαρά το 2010 το Τέλ Αβίβ έχει επιχειρήσει, ιδίως σε επίπεδο ΥΠΕΞ, να προσφέρει πάνω από μια φορά τη δυνατότητα συνεννόησης με την Τουρκία και έχει συναντήσει την σχεδόν τυφλή απορρηπτική στάση του κ.Ερντογάν και του ΑΚΡ.

Ακόμη και η αμερικανική κυβέρνηση, ο πιστότερος και σημαντικότερος σύμμαχος του Ισραήλ, αντι να επιχειρήσει να “συμμορφώσει” την Τουρκία συμπαρατασσόμενη με το Ισραήλ, έκανε το ακριβώς αντίθετο. Μέσα στο 2013 προσπάθησε να άρει το διμερές αδιέξοδο υποχρεώνοντας τον κ. Νετανιάχου να ζητήσει την περίφημη προσωπική και ανεπίσημη συγνώμη του Μαρτίου 2013 από τον κ.Ερντογάν για το Μαβί Μαρμαρά.

Κατά το ίδιο έτος ήρθαν στην επιφάνεια και οι προσπάθειες της Ουάσινγκτον να λύσουν στο άψε σβήσε και το Κυπριακό προωθώντας την κατασκευή του περίφημου αγωγού που θα συνέδεε το Λεβιαθάν με το λιμάνι του Τζεϋχάν κατά τρόπο που είτε θα παραβιάζε κατάφορα την κυπριακή ΑΟΖ είτε θα κινητροδοτούσε μια “ενδιάμεση λύση” του Κυπριακού που θα επέτρεπε να κατασκευασθεί αγωγός από το Λεβιαθάν στο Τζεϋχάν και μέσω του Κυπριακού εδάφους, ελεύθερου και κατεχόμενου.

Ο απερίγραπτος κ.Μπράϊζα που πολλοί στην Κύπρο (και την Ελλάδα) τον υποδέχθηκαν ως πρέσβη των ΗΠΑ και τον παρουσίασαν ως τέτοιον σε διεθνή συνέδρια, την ώρα που υπηρετούσε στο διοικητικό συμβούλιο της τουρκικής εταιρίας (Turpas) που προωθούσε τον Λεβιαθάν-Τζεϋχάν, είχε προτείνει και την φαεινή ιδέα να επιτρέψει η Κύπρος τη διέλευση του Τουρκο-Ισραηλινού αγωγού από την ΑΟΖ της και από τα τέλη διέλευσης του αγωγού να χρηματοδοτηθεί το τερματικό υγροποίησης του Βασιλικού την ώρα που καλά καλά δεν γνωρίζαμε εάν είχαμε επαρκή αποθέματα για να καταστεί εμπορικά βιώσιμο ένα τέτοιο τερματικό.

Παρά τη σαφή εχθρότητα της Τουρκίας έναντι του Ισραήλ και της Αιγύπτου, και παρά τη ψυχρότητα των σχέσεων Σαουδικής Αραβίας-Τουρκίας που συντηρείται κυρίως λόγω της ρήξης Τουρκίας-Αιγύπτου και των ηγεμονικών επιδιώξεων της Άγκυρας στη Συρία, η Ουάσινγκτον εξακολουθεί να στηρίζει την Άγκυρα. Παρά τη σαφή και καταγεγραμμένη, σε κάθε έκθεση πρόοδου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αναστροφή των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων από την κυβέρνηση Ερντογάν η Ουάσινγκτον και το Λονδίνο εξακολουθούν να πιέζουν την Ελλάδα και την Κύπρο να ανοίξουν και άλλα κεφάλαια ενταξιακών διαπραγματεύσεων για την Τουρκία σε επίπεδο Ε.Ε.

Παρά την τουρκική εχθρότητα προς την αμερικανική πολιτική στρατιωτικής καταστολής του ISIS στη Συρία και το Ιράκ, η Ουάσινγκτον συνεχίζει να παρακαλεί την Άγκυρα να αλλάξει πολιτική και εξακολουθεί να πιέζει το Ισραήλ να τα ξαναβρεί με τον κ.Ερντογάν. Την ίδια ώρα η επίσημη Ουάσινγκτον δεν έχει πει ούτε μια λέξη ουσιαστικής ενθάρρυνσης των υπό διαμόρφωση τριμερών συνεργασιών Ελλάδος και Κύπρου με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, ενώ η αντίδραση της στην πρόκληση του Μπαρμπαρόσσα δεν είχε καμία σχέση με αυτό που ο αντιπρόεδρος Μπάϊντεν είχε ονομάσει σχέση “στρατηγική συνεργασίας” τον Μαΐο του 2014.

Τι ακριβώς συμβαίνει εδώ; Οι Αμερικανοί εθελοτυφθούν; Πώς εξηγείται η αντοχή της εικόνας της Τουρκίας στην Ουάσινγκτον ως του αναντικατάστατου στρατηγικού εταίρου των ΗΠΑ στην περιοχή; Οι λόγοι ποικίλλουν, αλλά ένας από τους σοβαρότερους λόγους σχετίζεται με την εικόνα που έχει οικοδομήσει η Τουρκία εδώ και περίπου 3 δεκαετίες στην Ουάσινγκτον με την ουσιαστικότατη βοήθεια του ισραηλινού λόμπυ την περίοδο άνθισης (1996-2006) του τουρκο-ισραηλινού άξονα. Η εικόνα αυτή συντηρείται πλέον αυτόνομα από πολλαπλά κέντρα εξουσίας εντοπιζόμενα κυρίως στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος και ανθίσταται των επιθέσεων του ισρηλινού λόμπυ με το οποίο η αμερικανική κυβέρνηση βρίσκεται σε σύγκρουση λόγω της προσπάθειας Ομπάμα να καταλήξει σε συμφωνία με το Ιράν για το πυρηνικό του πρόγραμμα. Η ανθεκτικότητα της επιρροής του φιλοτουρκικού λόμπυ ωστόσο οφείλεται και στην σχεδόν παντελή απουσία της Ελλάδος και της Κύπρου από την αρρένα των λόμπυ της Ουάσινγκτον.

Μια διευκρινιστική παρατήρηση είναι απαραίτητη ώστε να μην συγχέεται η έννοια της ομογένειας με την έννοια του λόμπυ. Η ομογένεια και οι ψήφοι της ομογένειας παίζουν σημαντικό αλλά δευτερεύοντα ρόλο στη άσκηση επιρροής. Δεν χρειάζεται να έχει κάποιος ομογένεια για να έχει και λόμπυ και εν προκειμένω χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Τουρκίας. Το λόμπυ επίσης δεν αποτελείται από κυβερνητικά στελέχη αλλά από κέντρα άσκησης επιρροής στο σύνολο του αμερικανικού συστήματος εξουσίας τόσο σε επίπεδο κυβέρνησης όσο και σε επίπεδο Κογκρέσου, το οποίο μπορεί κατά περίσταση να λειτουργήσει ανεξάρτητα από την κυβέρνηση.

Το εμπάργκο όπλων που επεβλήθη στην Τουρκία την περίοδο 1975-1978 επεβλήθη από το Κογκρέσσο όχι από την αμερικανική κυβέρνηση. Η εντυπωσιακή παρουσία του κ.Νετανιάχου στις ΗΠΑ τον περασμένο Μάρτιο που τον βοήθησε να κερδίσει τις εκλογές και κατακεραύνωσε την πολιτική Ομπάμα έναντι του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, δεν προέκυψε κατόπιν πρόσκλησης της κυβέρνησης αλλά κατόπιν πρόσκλησης του Κογκρέσου.

Σε κάθε περίπτωση η απουσία ή αναποτελεσματική παρουσία του ελληνικού “λόμπυ” στην Ουάσινγκτον έχει αρχίσει να δείχνει σημεία μιας ελπιδοφόρας αναστροφής. Αρχίζουν εν ολίγοις να δημιουργούνται οι συνθήκες επιβολής κόστους στις τουρκικές ενέργειες που στρέφονται εναντίον των συμφερόντων του Ελληνισμού. Η πρώτη ένδειξη ήρθε τον Ιανουάριο του 2015 όταν το Κογκρέσο στη νέα, υπό ρεπουμπλικανική ηγεσία, σύνθεσή του εμπόδιζε τη δωρεά τριών μεταχειρισμένων πολεμικών σκαφών στην Τουρκία.

Η δεύτερη ένδειξη προήλθε τον Μάρτιο του 2015 όταν εκδόθηκε έκθεση καταπέλτης κατά της τουρκικής πολιτικής στη Ν.Α. Μεσόγειο από το ρεπουμπλικανικό ινστιτούτο Hudson η οποία καλεί την κυβέρνηση Ομπάμα να άρει το εμπάργκο όπλων κατά της Κύπρου, να προωθήσει την ένταξη της Κύπρου στο Συναιτερισμό για την Ειρήνη του ΝΑΤΟ, να ανασυστήσει τον 6ο στόλο τοποθετώντας μέρος του στόλου αυτού στην Κύπρο και να πιέσει για την άμεση υποχώρηση των τουρκικών κατοχικών στρατευμάτων από την Κύπρο ως προϋπόθεση εκ των ων ούκ άνευ για την επίλυση του Κυπριακού.

Η έκθεση αυτή στηρίζει απολύτως την τριμερή συνεργασία Ελλάδος-Κύπρου-Ισραήλ εκλαμβάνοντας την ως απαρχή οικοδόμησης ενός νέου περιφερειακού συστήματος ασφαλείας στη Ν.Α. Μεσόγειο. Οι προτάσεις αυτές είναι δύσκολο αν όχι αδύνατον να υιοθετηθούν από την παρούσα αμερικανική κυβέρνηση αλλά αυτό δεν συνεπάγεται ότι δεν μπορούν να υιοθετηθούν, τουλάχιστον εν μέρει από μια νέα ρεπουμπλικανική κυβέρνηση μετά το Νοέμβριο του 2016.

Η τρίτη ένδειξη προέκυψε από την έκθεση του Απριλίου του 2015 τουBipartisan Policy Center για την Τουρκία η οποία τιτλοφορείται Τουρκία: Μία Αυξανόμενα Αναξιόπιστη Σύμμαχος. Η έκθεση αυτή, που συνυπογράφουν οι δύο πρώην πρέσβεις των ΗΠΑ στην Τουρκία (Morton Abramovitch & Eric Edelman) αλλά και σειρά υψηλόβαθμων πρώην διπλωματικών και στρατιωτικών αξιοματούχων των ΗΠΑ και από τα δύο κόμματα, αποτελεί κόλαφο για την πολιτική της Τουρκίας έναντι του ISISκαι την απολυταρχική συμπεριφορά του Ερντογάν στο εσωτερικό της Τουρκία.

Σε καταφανή ωστόσο αντίθεση με τις εισηγήσεις του Hudson η έκθεση δεν κάνει καμία αναφορά ούτε στην Κύπρο ούτε στην Ελλάδα και περιορίζεται στο να προτείνει τη μεταφορά της βάσης του Ιντσιρλίκ στο Κουρδικό Ιράκ και την ενίσχυση των περιφερειακών συμμάχων των ΗΠΑ στην περιοχή, δηλαδή της Ιορδανίας, της Γεωργίας και του Αζερμπαϊτζάν.

Παρά αυτές τις ενδείξεις καλλιέργειας ενός συστήματος επιρροής που επιτέλους θα επιβάλλει κόστος στην Τουρκία πρωτίστως για την αντιαμερικανική και αντι-ισραηλινή της πολιτική στην Ουάσινγκτον, απέχουμε πολύ από το να αποκτήσουμε ουσιαστική επιρροή στο αμερικανικό σύστημα πολιτικής.

Η αντιαμερικανική στροφή της Τουρκίας που θα έχει εμφανή αποτελέσματα και στη διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού που ξεκινάει εκ νέου θέλει πολύ χρόνο και πολύ προσπάθεια για να τελεσθεί και δεν μπορεί να επέλθει μόνο χάρις στον εθελοντισμό και την προσπάθεια των ελληνοαμερικανών Αριστείδη Καρατζά και Γεωργίου Παπαδόπουλου που συντονίζουν το πρόγραμμα του Hudson Institute.

Χρειάζεται κεντρικό σχεδιασμό, υπομονή, επιμονή και ουσιαστική υποστήριξη αλλά και μια διαπραγματευτική στάση που (α) συνεχίζει την πολιτική προσέγγισης με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, (β) παραμένει αταλάντευτη στην εφαρμογή του ενεργειακού προγραμματισμού της Κυπριακής Δημοκρατίας και σε ότι αφορά τη συνέχιση των γεωτρήσεων και σε ότι αφορά την προοπτική εξαγωγών προς την Αίγυπτο και (γ) δεν πανυγηρίζει πρόωρα για την εκλογή του κ.Ακιντζί αλλά αναμένει την μετατροπή των αγαθών του προθέσεων σε ουσιαστικές πολιτικές σύγκλισης στην τράπεζα των διαπραγματεύσεων.

του δρ. Θεόδωρου Τσακίρη,

Επίκουρου Καθηγητή Γεωπολιτικής & Υδρογονανθράκων Πανεπιστημίου Λευκωσίας ([email protected])

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM