Θεόδωρος Τσακίρης: Η διεκδίκηση του πραγματισμού στις ευρωρωσικές σχέσεις
Λιγότερο από μερικές ώρες πριν από την κρίσιμη συνεδρίαση των ΥΠ.ΕΞ. της Ε.Ε. όπου επιδιώχθηκε να τεθεί επι τάπητος η απόφαση για την επιβολή νέων κυρώσεων κατά της Ρωσίας, είναι απαραίτητο να προβούμε σε ορισμένες σημαντικές διαπιστώσεις αναφορικά με τη συνεχιζόμενη τροχιά σύγκρουσης της Ε.Ε. με τη Ρωσία:
(α) από την επιβολή του πρώτου γύρου κυρώσεων στον περασμένο Απρίλιο και μέχρι την τραγική κατάρριψη του μαλαισιανού αεροπλάνου τον Ιούλιο του 2014 η ουσιαστική αντίδραση της Ε.Ε. ήταν ουσιωδώς υποτονική σε ότι αφορά το ζήτημα της Κριμαϊκής. Οι αντιδράσεις και οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν ήταν κατά κύριο λόγο στοχευμένες σε συγκεκριμένα πρόσωπα και συγκεκριμένες εταιρίες που δραστηριοποιούνταν στην Κριμαϊκή και τα υπό αντι-κυβερνητικό έλεγχο τμήματα των επαρχιών του Ντόνετσκ και Λουχάνσκ. Αυτό άλλαξε δραματικά μετά τον Ιούλιο παρά το γεγονός ότι δεν έχει ακόμη υπάρξει ανεξάρτητη έρευνα υπό την εποπτεία του ΟΑΣΕ (Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη) που να καταλογίζει σαφώς την ευθύνη για την κατάρριψη του επιβατικού αεροπλάνου.
(β) η δεύτερη φάση των κυρώσεων μετά τον Ιούλιο ήταν σαφώς ουσιαστικότερη αλλά σε ότι αφορά το τραπεζικό σύστημα της Ρωσίας και τη λειτουργία της βιομηχανίας υδρογονανθράκων οι κυρώσεις επεδίωκαν να έχουν ένα μακροπρόθεσμο τιμωρητικό αποτέλεσμα που θα δυσχέραινε την πρόσβαση της Ρωσίας και των ρωσικών πετρελαϊκών εταιριών σε κεφάλαια και τεχνολογία που θα τη βοηθούσαν να αναπτύξει το μη-συμβατικό πετρελαϊκό της δυναμικό (σχιστολιθικό πετρέλαιο κεντρικής Σιβηρίας) και εκείνες τις περιοχές συμβατικών αποθεμάτων πετρελαίου (Αρκτικός Κύκλος) που είχαν μεγάλο κόστος παραγωγής.
Δεδομένου ότι η μη-συμβατική παραγωγή πετρελαίου της Ρωσίας είναι μηδενική και ότι οι περιοχές του αρκτικού κύκλου αναλογούν μόλις στο 5%-6% της συνολικής παραγωγής, το βραχυπρόθεσμο και μεσοπρόθεσμο κόστος επί των ρωσικών πετρελαϊκών εξαγωγών είναι εξαιρετικά περιορισμένο. Άλλωστε η δραματική πτώση των τιμών του αργού πετρελαίου από τον Σεπτέμβριο του 2014 έχει καταστήσει ήδη οικονομικά ζημειογώνες τις παραγωγικές γεωτρήσεις στη ρωσική ζώνη της Αρκτικής που κοστίζουν πάνω από $50-$55/βαρέλι και αυτό δεν έχει καμία σχέση με τις ευρωπαϊκές κυρώσεις.
(γ) Σε αντίθεση με τον πρώτο γύρο των κυρώσεων η Ρωσία αντέδρασε τον Αύγουστο του 2014 επιβάλλοντας εμπορικά αντίποινα στις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων και τροφίμων έναντι του συνόλου των κρατών-μελών της Ε.Ε., η αξία των οποίων υπολογιζόταν για το 2013 στα $11 δις. Η απώλεια αυτών των αγορών ζημείωσε σημαντικούς τομείς των αντίστοιχων αγροτικών και κτηνοτροφικών τομέων σε πολλές χώρες της Ε.Ε. με ιδιαίτερη έμφαση την Ελλάδα, την Κύπρο, την Ιταλία και τη Φιλανδία. Η Ε.Ε. μάλλον αιφνιδιάστηκε από τη ρωσική αντίδραση και σίγουρα δεν αποζημείωσε εκείνους που έπρεπε να αποζημειώσει για την απώλεια των αγοραστικών τους μεριδίων στη ρωσική αγορά ρίχνοντας “το μπαλάκι των ευθυνών” στις εθνικές κυβερνήσεις, ορισμένες εκ των οποίων (Ελλάδα, Κύπρος) δεν είχαν την οικονομική ευχέρεια να αποζημειώσουν.
Παράλληλα υποτιμήθηκε σε μεγάλο βαθμό η υποτιθέμενη ευκολία με την οποία θα βρισκόντουσαν εναλλακτικές αγορές για τις χαμένες εξαγωγές που θα μπορούσαν να υποκαταστήσουν μακροπροθέσμα τη ρωσική αγορά. Η απάντηση της τότε ελληνικής κυβέρνησης στους πλειττόμενους αγρότες ότι θα αποζημειωθούν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πλαίσιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής ήταν τουλάχιστον κατώτερη των περιστάσεων.
Η επίσπευση της απόφασης για την επιβολή νέων αντιρωσικών κυρώσεων από την Προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και μάλιστα κατά τρόπο που παραβιάζει σαφώς τις εσωτερικές διαδικασίες της Ένωσης περί ομοφωνίας, αποτελεί μια στρατηγικά μυωπική επιδίωξη που παραγνωρίζει πτυχές της πραγματικότητας και επιδιώκει να κλιμακώσει την άμεση τιμωριτική επίπτωση των κυρώσεων επι του συνόλου της ρωσικής οικονομίας. Παρά το γεγονός ότι οι υποστηριζόμενοι από τη Ρωσία αντάρτες επεκτείνουν τη ζώνη κατοχής τους στην Ανατολική Ουκρανία πλήττοντας τη στρατηγικής σημασίας πόλη της Μαριούπολης στα τέλη Ιανουαρίου, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε το γεγονός ότι η τελευταία φάση παραβίασης της συμφωνίας εκεχειρίας του Μίνσκ προήλθε από την πλευρά του Κιέβου το οποίο προχώρησε σε μερική επιστράτευση και άρχισε το βομβαρδισμό του αεροδορομίου του Ντόνετσκ στις 18 Ιανουαρίου. Η Μόσχα εξακολουθεί να εκπέμπει το μύνημα στο Κίεβο, την Ουάσινγκτον και τις Βρυξέλλες ότι δεν υπάρχει στρατιωτική λύση για το Κίεβο στην Ανατολική Ουκρανία και ότι με κάθε νέο γύρο εχθροπραξιών το Κίεβο θα χάνει τον έλεγχο επί ενός μεγαλύτερου τμήματος των δύο υπό εξέγερση επαρχιών του.
Επιπρόσθετα οι δημοσιογραφικές διαρροές των νέων υπό εξέταση κυρώσεων (Reuters, 28/01/2015) επιδιώκουν όχι στοχευμένα μέτρα αντιποίνων αλλά μαζικές κυρώσεις εναντίον του συνόλου της ρωσικής οικονομικής δραστηριότητας. Προτάσεις αποκλεισμού των ρώσων πολιτών και των ρωσικών επιχειρήσεων από το διεθνές διατραπεζικό σύστημα εμβασμάτων SWIFT δεν θα έπρεπε καν να συζητούνται δεδομένου ότι κάτι τέτοιο θα επεδίωκε να στραγγαλίσει τη ρωσική οικονομία και θα ισοδυναμούσε με κήρυξη οικονομικού πολέμου εναντίον της Ρωσίας. Παράλληλα οι προτάσεις για τη μη-διαπραγμάτευση ρωσικών κρατικών ομολόγων από ευρωπαϊκές τράπεζες αποτελεί επίσης μια εξαιρετικά προκλητική ενέργεια δεδομένου ότι η παρούσα αξιολόγησή τους (και τα συνοδευόμενα ασφάλιστρα κινδύνου έναντι χρεοκοπίας ή CDS) δεν αιτιολογούν -παρά την κρίση- την απόσυρση τους από τις διεθνείς πρωτογενείς και δευτερογενείς χρηματιστηριακές αγορές.
Τέλος, προτάσεις που επιδιώκουν να μειώσουν το χρονικό όριο ωρίμανσης του βραχυπρόθεσμου/μεσοπρόθεσμου χρέους των ρωσικών εταιριών είναι εξαιρετικά επικίνδυνες και αντιπαραγωγικές πρωτίστως για την ίδια την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια. Όλες οι ρωσικές ενεργειακές εταιρίες έχουν ανοικτές γραμμές πίστωσης για την αγορά υπηρεσιών και προϊόντων (χημικά, ανταλλακτικά υποδομών, λογισμικά κ.α.) που διευκολύνουν τη καθημερινή τους λειτουργία τις οποίες πληρώνουν όχι τοις μετρητοίς αλλά μετά από συγκεκριμένη περίοδο ωρίμανσης επι πιστώσει για χρονικό διάστημα 1,2,3 ή και περισσότερων ετών.
Εάν η ωρίμανση αυτή περιορισθεί χρονικά τότε οι ευρωπαίοι πιστωτές τους θα ζητούν πρακτικά από τις ρωσικές εταιρίες να προπληρώνουν για τις εισαγόμενες υπηρεσίες/προϊόντα τοις μετρητοίς κάτι που θα οδηγήσει σε ενδεχόμενη μείωση της παραγωγής και των εξαγωγών και την ανάλογη περαιτέρω δραματική απώλεια της ρευστότητας των ρωσικών επιχειρήσεων. Στην πραγματικότητα τέτοιου είδους κυρώσεις μπορούν να αποτελέσουν υπό προϋποθέσεις την αρχή επιβολής ενός έμμεσου embargo κατά των ρωσικών εξαγωγών πετρελαίου και αερίου με αυτοκαταστρεπτικές συνέπειες για την ίδια την Ευρώπη.
Υπό την άποψη αυτή περαιτέρω κλιμάκωση των κυρώσεων εναντίον της Ρωσίας είναι επι του παρόντος αντιπαραγωγική για τα ευρωπαϊκά συμφέροντα. Ωστόσο η διεύρυνση των υφιστάμενων κυρώσεων της πρώτης φάσης μέσω της ανανέωσής τους έως τον Μάρτιο του 2016 και της περαιτέρω στόχευσης φυσικών προσώπων που εμπλέκονται στη συνέχιση της αντι-ουκρανικής εξέγερσης κρίνονται εξίσου επιβεβλημένες για την τήρηση των ίσων αποστάσεων που οφείλει να τηρεί η Ε.Ε. Παράλληλα δεν μπορεί να υπάρξει ξεπάγωμα της πώλησης όπλων προς τη Ρωσία από ευρωπαϊκές δυνάμεις (π.χ. τα γαλλικά Mistral) ή της εισαγωγής νέων ρωσικών οπλικών συστημάτων από Κράτη-Μέλη (Κ-Μ) της Ε.Ε. χωρίς την ουσιαστική εφαρμογή της εκεχειρίας του Μίνσκ, εκτός και εάν φυσικά προκύψει θέμα εθνικής ασφαλείας για ένα Κ-Μ.
Σε τελική ανάλυση, κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει την ελλαδική και την κυπριακή κυβέρνηση για την αντίδρασή της στη μεθόδευση του κ.Τούσκ να παρακάμψει τη διαδικασία της ομοφωνίας την ώρα μάλιστα που ο αντιπρόεδρος της γερμανικής κυβέρνησης προειδοποίησε ότι δεν πρέπει η Ευρώπη να βιαστεί να επιβάλλει νέες κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Έως τον Μάρτιο με τη συνδρομή της Γαλλίας, της Ιταλίας και της σοσιαλδημοκρατικής πτέρυγος της γερμανικής κυβέρνησης πρέπει να οριοθετηθούν οι κόκκινες γραμμές της Ευρώπης έναντι των μαξιμαλιστικών θέσεων και της Ρωσίας και της Ουκρανίας έτσι ώστε να ασκηθεί εποικοδομητική πίεση έναντι και των δύο για την εφαρμογή της συμφωνίας του Μίνσκ και την -σε πρώτη φάση- παγοποίηση της εθνοτικής σύρραξης.
* του Δρ.Θεόδωρου Τσακίρη, Επίκουρου Καθηγητή Γεωπολιτικής & Υδρογονανθράκων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, Διευθυντή Ενεργειακού Προγράμματος ΕΛΙΑΜΕΠ