Καταγγέλλουμε την τρόικα, χλευάζουμε τον εαυτό μας
Για άλλη μια φορά βιώνουμε το θρίλερ μιας παρατεταμένης αξιολόγησης από την τρόικα, με φορτισμένες καταγγελίες για σκοτεινές προθέσεις της άλλης πλευράς, ηχηρές διαβεβαιώσεις για κόκκινες γραμμές της δικής μας, και άλλα παρόμοια. Aναρωτιέται κανείς γιατί αυτοί οι περίεργοι, «χυδαίοι» Ευρωπαίοι εμπειρογνώμονες του Eurogroup και οι «αιμοσταγείς» τεχνοκράτες του ΔΝΤ συνεχάρησαν πρόσφατα την Ισπανία και την Ιρλανδία για την επιτυχή εφαρμογή των συμφωνηθέντων, που τους επιτρέπει την έξοδο από επιτηρήσεις και μνημόνια, γιατί εξέφρασαν απόλυτη ικανοποίηση για την πορεία της Κύπρου και τις ενέργειες στις οποίες έχει προβεί η κυβέρνηση της Μεγαλονήσου, αλλά για κάποιο ανεξήγητο λόγο, τα έχουν με την Ελλάδα. Γιατί οι «δυνάμεις κατοχής» δεν θέλουν να καταλάβουν τη Μαδρίτη, το Δουβλίνο και τη Λευκωσία, αλλά μόνον την Αθήνα; Αβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.
Μήπως οι πολιτικοί μας, που αναλώνονται σε μικροκομματικές στοχεύσεις και ανέξοδους τσαμπουκάδες εσωτερικής κατανάλωσης, θα ήταν προτιμότερο να επικέντρωναν την προσοχή τους στην καλύτερη προετοιμασία και οργάνωση, στην εφαρμογή των συμφωνηθέντων, αλλά και στην ειλικρινή ενημέρωση της κοινής γνώμης; Θα ήταν περισσότερο αποτελεσματικοί, θα ενίσχυαν την αξιοπιστία τους έναντι των εταίρων και θα αύξαναν τη διαπραγματευτική τους ισχύ προς όφελος της χώρας.
Δυστυχώς, αντί η αξιωματική αντιπολίτευση να μετακινείται σε πιο ρεαλιστικές υποσχέσεις και εφικτές προτάσεις, παρατηρείται το αντίθετο και εθνικά επικίνδυνο φαινόμενο, να διολισθαίνουν μέλη του κυβερνητικού συνασπισμού σε πιο λαϊκίστικες δεσμεύσεις και να ακούγονται και πάλι υπερβολές περί ανυποχώρητων θέσεων.
Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από τις κραυγές που δεν ακούγονται εκτός των συνόρων, και άρα δεν αποφέρουν κέρδη για τη χώρα. Χρειάζεται την ήρεμη φωνή της υπευθυνότητας που βρίσκει ευήκοα ώτα εκεί που έχει σημασία. Φυσικά, θα προβάλουμε επιχειρήματα και θα διεκδικήσουμε εναλλακτικές λύσεις, αλλά η καταστροφική πορεία σύγκρουσης δεν μας ωφελεί. Πρέπει και οι εταίροι να κατανοήσουν μερικές από τις δικές μας ιδιαιτερότητες, αλλά για να συμβεί αυτό θα πρέπει να σταματήσουμε να είμαστε ασυνεπείς.
Συζητήσεις στο Ευρωκοινοβούλιο και την Κομισιόν, τις προηγούμενες ημέρες, επιβεβαίωσαν το τεράστιο κόστος που έχει για τη χώρα μας η πολιτική δειλία και η επιμονή σε ψεύτικες υποσχέσεις και ιδιότυπους τσαμπουκάδες. Τελευταία φορά που προσφύγαμε σε τέτοιες ακραίες συμπεριφορές και τα «τσουγκρίσαμε» με την τρόικα, τον Σεπτέμβριο του 2011, δεν μας ωφέλησε. Το γνωρίζουν αυτό καλύτερα απ’ όλους οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές του θεάτρου του παραλόγου που έζησε τότε η χώρα. Πρέπει, επιτέλους, να καταλάβουμε αυτό που αποτελεί βασική αρχή στις δυτικές κοινωνίες: ότι ο συμβιβασμός αποτελεί νίκη, όχι ήττα. Ερμηνεύεται -και είναι- ως κέρδος, όχι απώλεια.
Αλλά δεν είναι μόνον ο παραλογισμός στη σχέση με την τρόικα. Υπάρχει και το «εσωτερικό μέτωπο». Ο υπουργός Οικονομικών επιχειρεί να εξηγήσει κάποια πραγματικά δεδομένα της ελληνικής οικονομίας και τον χλευάζει ο ίδιος ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης. Δεν είναι δυνατόν ο κ. Βενιζέλος να ειρωνεύεται, έστω και σε «χαλαρό περιβάλλον», με περιορισμένο αριθμό δημοσιογράφων, τον σημαντικότερο υπουργό της κυβέρνησης και κατ’ εξοχήν αρμόδιο για τη διαπραγμάτευση με την τρόικα. Θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι οι φόροι στην Ελλάδα δεν είναι όσο χαμηλοί άφησε να εννοηθεί ο κ. Στουρνάρας, και να προβάλει το εύλογο επιχείρημα ότι καταβάλλονται από λιγότερους, χωρίς όμως να εκτοξεύει με σαρκαστικό ύφος αιχμές κατά του ανθρώπου που έχει επιλεγεί από την ίδια την κυβέρνηση να διαχειρισθεί την ελληνική οικονομία σε μια τόσο ευαίσθητη συγκυρία. Με τη στάση του αυτή υπονομεύει την εθνική προσπάθεια, ενώ το τελευταίο που χρειαζόμαστε είναι να αναλάβουμε την προεδρία της Ε.Ε. με τέτοιου είδους ενδοκυβερνητικές έριδες, οι οποίες εκ των πραγμάτων θα διογκώνονται και θα διεθνοποιούνται.
Και επιτέλους, αν δεν το τολμούν οι πολιτικοί, ένας τεχνοκράτης πρέπει να πει κάποιες αλήθειες. Είναι σαφές ότι ο κ. Στουρνάρας δεν το πράττει με τον πιο αποτελεσματικό και πειστικό τρόπο. Υστερεί επικοινωνιακά. Αλλά είδαμε πού οδήγησε τη χώρα το σύνηθες πολιτικό -βλέπε διαστρεβλωτικό- περιτύλιγμα. Αλήθειες θέλουμε, όχι διαστρεβλώσεις. Οι τελευταίες κατέστρεψαν τη χώρα. Οι πρώτες ίσως την σώσουν.
(Καθημερινή, 5/12/2013)