Συμβατικές σχέσεις Τραπεζών – Παραγωγών ΑΠΕ: Νομικές παράμετροι
Μεγάλο ποσοστό παραγωγών χρηματοδότησε την επενδυτική τους πρωτοβουλία για την κατασκευή μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ συνάπτοντας δανειακές συμβάσεις με ελληνικά τραπεζικά ιδρύματα. Το δανειακό πλαίσιο συγκροτήθηκε σε μεγάλο βαθμό από συμβατικό πλέγμα «συμβάσεων προσχώρησης», δηλαδή προκατασκευασμένων εκ μέρους της Τράπεζας, ανελαστικών συμβατικών κειμένων με μηδενική δυνατότητα εκ μέρους του επενδυτή για ουσιαστική διαπραγμάτευση επί των επιμέρους συμβατικών όρων. Το εν λόγω συμβατικό πλαίσιο κατά κανόνα προέβλεπε εκχώρηση της απαίτησης του παραγωγού που απορρέει από τη σύμβαση πώλησης, που έχει συναφθεί με την ΛΑΓΗΕ Α.Ε., κατά τις ειδικότερες διατάξεις του ν.δ.17-7/13-8-1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών».
Εντούτοις αυτοί οι παγίως περιλαμβανόμενοι συμβατικοί όροι δημιουργούν στην πράξη ασάφειες ως προς τη νομική τους ισχύ και εύρος, αφήνοντας σε κάθε περίπτωση σημαντικό περιθώριο διασταλτικής ερμηνείας από την πλευρά των τραπεζών. Στο πλαίσιο αυτό δημιουργούνται εστίες σύγχυσης και νομικών αμφισβητήσεων που επηρεάζουν αρνητικά τη δυνατότητα των παραγωγών να συγκροτήσουν τις προϋποθέσεις νομικής προστασίας των αξιώσεών τους, συμπεριλαμβανόμενης λ.χ. της αξίωσής τους για διεκδίκηση των συμβατικά οφειλόμενων προς αυτούς τόκων υπερημερίας για τις καθυστερήσεις στις πληρωμές τους από τον ΛΑΓΗΕ αλλά και των ποσών που παρακρατούνται από τον ΛΑΓΗΕ στο πλαίσιο εφαρμογής της «έκτακτης εισφοράς αλληλεγγύης», ρύθμισης, η οποία έχει πολλάκις επιστημονικά αξιολογηθεί ως αντικείμενη σε σειρά διατάξεων υπερνομοθετικής ισχύος του εθνικού μας αλλά και του ενωσιακού δικαίου.
Έτερο θέμα χρήζον νομικής αξιολόγησης είναι η ενίοτε εφαρμοζόμενη πρακτική των τραπεζών να παρακρατούν εις εξόφληση των εκ του δανείου υφισταμένων αξιώσεών τους το σύνολο των εισρεόντων στο δεσμευμένο λογαριασμό του παραγωγού ποσών, δηλαδή, εκτός των ποσών που αντιστοιχούν στο εξοφλούμενο τίμημα της πώλησης της ηλεκτρικής ενέργειας, και τα ποσά που αντιστοιχούν στον ΦΠΑ του εκάστου εξοφλούμενου τιμολογίου.
Εκ των ως άνω προαναφερθέντων, καθίσταται σαφές ότι ποικίλα θέματα χρήζοντα συγκροτημένου νομικού χειρισμού ανακύπτουν για την επαναφορά μιας ισορροπίας με στοιχειώδη προστασία των εννόμων συμφερόντων των παραγωγών ΑΠΕ, οι οποίοι έχουν, χωρίς δική τους υπαιτιότητα βρεθεί, εκτός των άλλων δυσμενών συγκυριών, και σε δυσχερή θέση έναντι των δανειστών τους, τραπεζικών ιδρυμάτων. Οι Τράπεζες εντούτοις οφείλουν να αντιληφθούν τη συστημική διάσταση των προβλημάτων που η αγορά των ΑΠΕ αντιμετωπίζει λόγω και των πρόσφατων δυσμενών για τους παραγωγούς νομοθετικών παρεμβάσεων και να προσαρμόσουν αντιστοίχως τη δικαιοπρακτική και συναλλακτική τους συμπεριφορά. Αυτή η διαπίστωση έχει και σαφείς νομικές προεκτάσεις, καθότι η υιοθέτηση δικαιοπρακτικά καλόπιστης στάσης εκ μέρους των αντισυμβαλλομένων του επενδυτή δύναται να συγκροτεί όχι απλώς περιεχόμενο ευχής, αλλά, υπό προϋποθέσεις κατόπιν ενδελεχούς αξιολόγησης όλων των νομικών δεδομένων της κάθε περίπτωσης, νομικά επιδιώξιμης αξίωσης.
Επιμέλεια: «Μεταξάς & Συνεργάτες – Δικηγόροι & Νομικοί Σύμβουλοι» (www.metaxaslaw.gr)