Η υψηλή αξία που έχει το χωνεμένο υπόλειμμα (digestate) ως εθνικός πόρος
της Ελένης Μπαϊράμη

Η υψηλή αξία που έχει το χωνεμένο υπόλειμμα (digestate) ως εθνικός πόρος - Πως συνδέεται η παραγωγή βιοαερίου και βιομεθανίου με τη γονιμότητα του εδάφους

31 07 2026 | 07:38

Όταν στο δημόσιο διάλογο μπαίνουν ζητήματα που αφορούν την τιμή των λιπασμάτων, στην πραγματικότητα το διακύβευμα είναι η τιμή του φυσικού αερίου. Και αυτό γιατί, το αζωτούχο λίπασμα είναι, ουσιαστικά, φυσικό αέριο σε στερεή μορφή. 

Συνεπώς, με δεδομένο ότι η Ευρώπη καλύπτει μεγάλο μέρος των αναγκών της με εισαγωγές από τη Βόρεια Αφρική, τη Ρωσία και τα κράτη του Κόλπου, η τιμή των λιπασμάτων εξαρτάται τόσο από την τιμή της ενέργειας όσο και από τα κόστη μεταφοράς. Με αποτέλεσμα, κάθε αύξηση, είτε στην τιμή του φυσικού αερίου είτε στο κόστος μεταφοράς να μετακυλίεται άμεσα στο χωράφι αλλά και στο πιάτο των καταναλωτών. 

Η χώρα μας βιώνει εντονότερα από ποτέ τη δυσμενή συγκυρία, καθώς υφίσταται ταυτόχρονα τρεις αρνητικούς παράγοντες. H Ελλάδα εισάγει σχεδόν όλα τα λιπάσματα που χρησιμοποιεί, έχει εδάφη φτωχά σε οργανική ουσία και αντιμετωπίζει έλλειψη νερού που δεν είναι πια εποχική αλλά μόνιμη. Η χώρα μας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενα λιπάσματα, με τις εισαγωγές λιπασμάτων να ανέρχονται σε περίπου 403 εκατ. δολάρια το 2024. 

Παράλληλα, σημαντικό μέρος των ελληνικών γεωργικών εδαφών χαρακτηρίζεται από χαμηλή περιεκτικότητα σε οργανική ουσία και οργανικό άνθρακα, ενώ η υποβάθμιση και η ερημοποίηση αποτελούν διαχρονικά προβλήματα για πολλές περιοχές της χώρας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ελληνικοί ερευνητικοί φορείς αναφέρουν ότι η Ελλάδα είναι από τις ευρωπαϊκές χώρες που πλήττονται έντονα από κίνδυνο ερημοποίησης, ενώ η μελέτη του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ κάνει λόγο για «σοβαρό πρόβλημα διάβρωσης και ερημοποίησης» σε πολλές περιοχές της χώρας.

Τέλος, η λειψυδρία αποκτά πλέον μόνιμα χαρακτηριστικά, ενώ σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο της νέας Εθνικής Στρατηγικής για το νερό, πάνω από το 80% της συνολικής κατανάλωσης νερού στην Ελλάδα χρησιμοποιείται για αρδευτικούς σκοπούς. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΟΟΣΑ, οι απολήψεις γλυκού νερού για άρδευση ανήλθαν σε περίπου 7,1 δισ. m³ το 2024, αντιπροσωπεύοντας το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής χρήσης νερού στη χώρα.

Κατά συνέπεια, όταν οι τιμές εκτοξεύονται, ο παραγωγός λιπαίνει λιγότερο και όταν λιπαίνει λιγότερο, μειώνεται η απόδοση. Με αποτέλεσμα το κόστος να μην σταματά στον αγρό αλλά να περνά στην αγροδιατροφική αλυσίδα και τελικά στην ίδια την επισιτιστική ασφάλεια της χώρας.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι πώς θα αντέξουμε την επόμενη διακύμανση τιμών. Είναι αν έχουμε τρόπο να αντιμετωπίσουμε την πηγή του προβλήματος. Και απάντηση είναι ότι τον έχουμε — και ότι ήδη τον παράγουμε.

Κάθε μονάδα αναερόβιας χώνευσης που παράγει βιοαέριο και βιομεθάνιο από κτηνοτροφικά απόβλητα, υπολείμματα καλλιεργειών και παραπροϊόντα της αγροτοβιομηχανίας αφήνει πίσω της ένα επιπλέον προϊόν: το χωνεμένο υπόλειμμα, γνωστό και ως digestate. 

Για χρόνια η αξία του ως εδαφοβελτιωτικού πόρου παρέμενε σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητη. Αντί να αντιμετωπίζεται ως μέρος της λύσης, θεωρούνταν κυρίως ένα υλικό που έπρεπε να διαχειριστούν οι μονάδες, με σημαντικό κόστος και διοικητικές απαιτήσεις

Ξεκινώντας από το άζωτο, το digestate το περιέχει τόσο σε αμμωνιακή όσο και σε οργανική μορφή. Ένα μέρος του είναι άμεσα διαθέσιμο στο φυτό, ενώ το υπόλοιπο αποδεσμεύεται σταδιακά μέσω των φυσικών διεργασιών του εδάφους. Σε αντίθεση με πολλά συνθετικά λιπάσματα, τα οποία μπορούν να προκαλέσουν μια απότομη αύξηση της διαθέσιμης ποσότητας αζώτου, το digestate τροφοδοτεί την καλλιέργεια για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και πιο κοντά στον ρυθμό πρόσληψης των θρεπτικών στοιχείων από το φυτό. Αυτό μπορεί να περιορίσει τις απώλειες θρεπτικών στοιχείων και τον κίνδυνο έκπλυσης νιτρικών προς τα υπόγεια νερά, βελτιώνοντας την αποτελεσματικότητα αξιοποίησης του αζώτου. Επιπλέον, πρόκειται για άζωτο βιογενούς προέλευσης, το οποίο εντάσσεται σε μια κυκλική διαχείριση των πόρων και μπορεί να συμβάλει στη μείωση της εξάρτησης από συνθετικά λιπάσματα.

Ένα ακόμα βασικό στοιχείο είναι η ύπαρξη θείου. Επί δεκαετίες τα ευρωπαϊκά εδάφη έπαιρναν θείο δωρεάν, από την ατμοσφαιρική ρύπανση που προερχόταν από βιομηχανικές εκπομπές. Καθώς οι εκπομπές περιορίστηκαν δραστικά— σωστά και αναγκαία — η πηγή αυτή μειώθηκε, με αποτέλεσμα η επάρκειά του να αποτελεί σήμερα ολοένα συχνότερο ζήτημα στη θρέψη των καλλιεργειών.

Η σημασία του θείου είναι κομβική: καθορίζει την πρωτεΐνη στα σιτηρά και τα ψυχανθή, την περιεκτικότητα σε λάδι στην ελιά και τους ελαιούχους σπόρους, τη σύνθεση της χλωροφύλλης. Κυρίως, αυξάνει την απορρόφηση του αζώτου — δηλαδή κάνει πιο αποδοτικό ό,τι έχει ήδη πληρώσει ο παραγωγός. Το digestate φέρνει μαζί του αυτή την ισορροπία αζώτου–θείου. Τα συνθετικά λιπάσματα την προσφέρουν μόνο με ξεχωριστό σκεύασμα και ξεχωριστό κόστος.

Το τρίτο πλεονέκτημα είναι πως το digestate δεν θρέφει μόνο το φυτό, θρέφει το ίδιο το έδαφος. Η οργανική του ουσία βελτιώνει τη δομή του χώματος, το βοηθά να κρατά περισσότερο νερό, ενισχύει τη μικροβιακή ζωή, περιορίζει τη διάβρωση και αυξάνει τον εδαφικό άνθρακα. Ένα έδαφος που συγκρατεί περισσότερη υγρασία αντέχει περισσότερο ανάμεσα σε δύο ποτίσματα και αποδίδει καλύτερα σε μια δύσκολη χρονιά. Σε μια χώρα που θα διαχειρίζεται όλο και λιγότερο νερό, τα εργαλεία που μειώνουν πραγματικά τις αρδευτικές ανάγκες είναι ελάχιστα — και μάλιστα το συγκεκριμένο δεν απαιτεί καινούργια υποδομή.

Εξίσου σημαντικά είναι και τα οικονομικά πλεονεκτήματα. Το digestate παράγεται τοπικά, μεταφέρεται λίγα χιλιόμετρα και δεν κουβαλάει το κόστος μιας παγκόσμιας αγοράς εμπορευμάτων. Μονάδες βιοαερίου / βιομεθανίου με ολοκληρωμένη διαχείριση του συμπροϊόντος, όπως αυτές που αναπτύσσει η ECO Hellas, δημιουργούν έναν κλειστό, ενάρετο κύκλο μέσα στην ίδια περιοχή: οργανικά υπολείμματα και απόβλητα μετατρέπονται σε ανανεώσιμη ενέργεια και επιστρέφουν στη γη ως πολύτιμα θρεπτικά στοιχεία και οργανική ουσία. 

Η επένδυση, οι θέσεις εργασίας και η αξία μένουν εκεί όπου παρήχθησαν — κάτι που καμία εισαγωγή δεν μπορεί να προσφέρει.

Το ερώτημα σήμερα δεν είναι αν το digestate μπορεί να αξιοποιηθεί, αλλά αν έχουμε συνειδητοποιήσει πλήρως την αξία του. Η αποδοχή του από τον αγροτικό κόσμο αυξάνεται σταθερά, καθώς όλο και περισσότεροι παραγωγοί αναζητούν λύσεις που συνδυάζουν θρέψη, βελτίωση του εδάφους και ορθολογική διαχείριση των εισροών. Αυτό που χρειάζεται πλέον δεν είναι να αποδείξουμε ότι λειτουργεί, αλλά να αναδείξουμε σε μεγαλύτερη κλίμακα τα οφέλη που ήδη προσφέρει.

Το digestate δεν είναι απλώς ένα χρήσιμο συμπλήρωμα στη γεωργική παραγωγή. Είναι ένας πόρος που συνδέει την παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας με τη γονιμότητα του εδάφους και μετατρέπει μια τοπική ροή βιομάζας σε αξία για την ίδια την αγροτική οικονομία. Όσο περισσότερο γίνονται γνωστές οι ιδιότητές του και τα αποτελέσματα της εφαρμογής του στο χωράφι, τόσο ευκολότερα θα καταλάβουμε ότι δεν πρόκειται μόνο για ένα συμπροϊόν της αναερόβιας χώνευσης, αλλά για ένα εργαλείο που μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη γεωργία των επόμενων δεκαετιών.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να αναπτύξει μια νέα τεχνολογία. Χρειάζεται να δώσει τη θέση που το αξίζει σε έναν πόρο που ήδη παράγει. Αν το digestate ενταχθεί σε μια εθνική στρατηγική, συνδεδεμένη με την κλιματική προσαρμογή και την περιφερειακή ανάπτυξη, το αποτέλεσμα θα φανεί άμεσα στο κόστος παραγωγής, στην αντοχή των εδαφών και στον βαθμό που η χώρα εξαρτάται από τρίτες αγορές.

Και αυτό είναι ένα όφελος που δεν μετριέται μόνο σε τόνους ή σε ευρώ, αλλά και στην ανθεκτικότητα της ελληνικής γεωργίας απέναντι στις προκλήσεις των επόμενων δεκαετιών.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM