Η ανάπτυξη της αποθήκευσης στη χώρα μας: Ζητήματα και προκλήσεις
Παρ’ ότι η αναγκαιότητα της αποθήκευσης είναι πλέον κοινός τόπος, η ανάπτυξη εγκαταστάσεων στη χώρα μας έχει καθυστερήσει σημαντικά. Η ευκαιρία για γρήγορη υλοποίηση σταθμών αποθήκευσης που λαμβάνουν κρατική ενίσχυση (μπαταρίες RRF) δεν αξιοποιήθηκε επαρκώς, με την ευθύνη τόσο των επενδυτών, όσο και της Πολιτείας και των φορέων της. H προσδοκία ανάπτυξης έργων αγοράς δεν συνοδεύτηκε από ανάλογη ταχύτητα και ευελιξία. Η διαχείριση της παροχής πρόσβασης στο δίκτυο καθηλώνεται από γραφειοκρατικές διαδικασίες και αγκυλώσεις που έχει προκαλέσει το γνωστό πλαίσιο προτεραιοτήτων και κινδυνεύει να πνιγεί από τον υπερπληθωρισμό των αιτημάτων, που ακόμα μια φορά δεν στάθηκε δυνατό να ελεγχθεί.
Το μονοδιάστατο μοντέλο ανάπτυξης αποκλειστικά μέσω σταθμών καθαρής αποθήκευσης αποστερεί την ευκαιρία να αποκτήσουμε έναν αποκεντρωμένο όγκο συστημάτων ενσωματωμένων κατάντη του μετρητή (ΚτΜ) σε σταθμούς παραγωγής, που θα επιτυγχάνει άμεση συνεργασία με την παραγωγή ΑΠΕ και ταυτόχρονα θα αποφέρει σημαντικά οφέλη στην αξιοποίηση του ηλεκτρικού χώρου και μελλοντικά στη διαχείριση του κορεσμού των δικτύων. Η δυνατότητα που παρέχει το θεσμικό πλαίσιο έχει μείνει κενό γράμμα, απουσία σχήματος στήριξης που θα κινητροδοτεί τις επενδύσεις. Ενώ δεν θα έπρεπε να εντάσσεται νέα ΦΒ παραγωγή χωρίς ενσωματωμένη αποθήκευση, την τελευταία 3ετία τέθηκαν σε λειτουργία περί τα 6 GW ΦΒ χωρίς καμία πρόνοια συνδυασμού τους με αποθήκευση, γεγονός που έχει οδηγήσει σε περικοπές παραγωγής, μείωση της αξίας της ενέργειας που παράγουν, συμπίεση των εσόδων, αβεβαιότητα και προβλήματα για τους παραγωγούς, το σύστημα και την Πολιτεία.
Η εκ των υστέρων ανάπτυξη συνεγκατεστημένων (co-located) αποθηκών, ως ανεξάρτητων οντοτήτων που μοιράζονται κοινό σημείο σύνδεσης με σταθμούς ΑΠΕ, είναι βάσιμη και αποτελεί εύκολο και οικονομικό τρόπο διασύνδεσης των πρώτων. Ωστόσο, η συνεργασία των συνεγκατεστημένων ΑΠΕ και αποθηκών, ως ανεξάρτητων οντοτήτων αγοράς, δεν έχει ακόμα ρυθμιστεί και είναι πολύ πιο δύσκολη από την απλή και άμεσα εφαρμόσιμη λύση της αποθήκευσης ΚτΜ.
Παρά τα προβλήματα και τις καθυστερήσεις, η προσδοκία είναι ότι το 2026 θα τεθεί σε λειτουργία ένας όγκος αποθηκών, που εκτιμάται σε 1-1.5 GW, ο οποίος θα απαρτίζεται σχεδόν αποκλειστικά από σταθμούς καθαρής αποθήκευσης (ΣΑΗΕ), κυρίως ενισχυόμενα έργα διάρκειας 2 h και λιγότερα 4 h, ενώ θα περιλαμβάνει και κάποιες εκατοντάδες MW έργων merchant. Οι μπαταρίες αυτές θα δώσουν μια ανάσα στο πρόβλημα των περικοπών, θα εξομαλύνουν αιχμές στις τιμές των αγορών και θα μειώσουν το κόστος εξισορρόπησης. Ωστόσο, επειδή ταυτόχρονα αναμένεται να εισέλθει σημαντική πρόσθετη ισχύς ΑΠΕ, κατ’ εκτίμηση μεγαλύτερη των 2 GW και κυριαρχούμενη από ΦΒ, οι περικοπές των ΑΠΕ θα παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, που μεσοσταθμικά μπορεί να υπερβαίνουν το 10% για τα ΦΒ που δεν ανήκουν σε χαρτοφυλάκια προτεραιότητας.
Τα πρώτα αυτά έργα αποθήκευσης θα απολαύσουν πολύ υψηλά έσοδα αγορών, που θα καταστήσουν εξαιρετικά επικερδείς τις επενδύσεις στα πρώτα merchant έργα. Στην περίπτωση των έργων που ενισχύονται μέσω CfD, η πλειονότητα των εσόδων θα επιστρέψει στον λογαριασμό στήριξης της αποθήκευσης (υπολογαριασμός ΛΓ-4 του ΕΛΑΠΕ). Με την είσοδο νέων έργων μετά το 2026, τα έσοδα αγορών όλων των σταθμών αποθήκευσης θα υποστούν ταχεία συρρίκνωση, σε βαθμό που σύντομα θα απειλήσει τη βιωσιμότητα επενδύσεων που θα ενταχθούν καθυστερημένα.
Πρώτη και σημαντικότερη συνέπεια θα είναι το γεγονός ότι ο όγκος αποθήκευσης που απαιτείται για τις ανάγκες του συστήματός μας στη μετάβασή του προς μια διείσδυση ΑΠΕ της τάξης του 80% βασισμένη στα ΦΒ δεν θα καταστεί δυνατό να υλοποιηθεί με όρους αγοράς (όποιος κι αν είναι αυτός ο όγκος αποθηκών, από τα ρεαλιστικά 5 GW μέχρι τα μάλλον εξωπραγματικά 8-10 GW που προσφάτως ακούγονται μέσα στην απόγνωση των κλιμακούμενων περικοπών). Οι επενδύσεις δεν θα είναι βιώσιμες μόνο από τα έσοδα αγορών, τα οποία θα εμφανίσουν μεγάλη κάμψη πολύ πριν προσεγγίσουμε τον αναγκαίο όγκο αποθήκευσης. Η μόνη λύση σε αυτό το ζητούμενο είναι η επιστροφή στην πολιτική κρατικών ενισχύσεων που θα καλύψει το κενό βιωσιμότητας, και την οποία εγκαταλείψαμε πρόωρα, σε έναν τομέα μάλιστα που δεν έχει κάνει ούτε καν το πρώτο του βήμα και ταυτόχρονα επειγόμαστε να τον αναπτύξουμε.
Παράλληλα, πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι η ανάπτυξη επενδύσεων αποθήκευσης που αντλούν τη βιωσιμότητά τους από τα έσοδα αγορών θα αποτελέσει σημαντικό εμπόδιο στην επαρκή ανάπτυξη της αποθήκευσης, καθώς η ένταξη νέων έργων θα συνιστά άμεση απειλή για έργα που ήδη λειτουργούν, λόγω μείωσης των εσόδων -με την επίπτωση να είναι πολύ πιο άμεση σε σύγκριση με τα αντίστοιχα φαινόμενα «κανιβαλισμού» των εσόδων των ΑΠΕ. Το δε έλλειμμα βιωσιμότητας που θα δημιουργηθεί, θα μετατραπεί σε πρόβλημα της Πολιτείας, η οποία θα πιεστεί να το καλύψει μέσω εισαγωγής αμειβόμενων υπηρεσιών ή άλλου τύπου κρατικών ενισχύσεων, τις οποίες προσπαθεί να αποφύγει μέσω της προτεραιοποίησης των merchant έργων. Τα προβλήματα αυτά δεν υφίστανται για έργα που ενισχύονται μέσω CfD. Ο περιορισμός της αβεβαιότητας που μπορεί να επιτευχθεί μέσω στοχευμένων και καλά σχεδιασμένων σχημάτων στήριξης εξασφαλίζει ελάχιστο κόστος για τον καταναλωτή, εφόσον η στήριξη παρέχεται με διαγωνιστικές διαδικασίες και συνοδεύεται από κίνητρα αποδοτικής δραστηριοποίησης στις αγορές.
Σε κάθε περίπτωση, η αποθήκευση θα αποδώσει τα προσδοκώμενα οφέλη εφόσον τα έργα συμμετέχουν ανταγωνιστικά στο σύνολο των αγορών και παρέχουν υπηρεσίες στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Για τον σκοπό αυτό είναι αναγκαίο να επιδιωχθεί με κάθε τρόπο η διαφύλαξη του ανταγωνισμού, πράγμα που δεν είναι πάντοτε εύκολο ή δεδομένο στο εγχώριο περιβάλλον.
Ταυτόχρονα πρέπει να επιδιωχθεί η πολυδιάστατη ανάπτυξη των αποθηκών, όχι μόνο όσον αφορά το υπόδειγμα υλοποίησης (καθαρή αποθήκευση, αλλά και συστήματα ΚτΜ σε παραγωγούς και καταναλωτές), αλλά και τις τεχνολογίες. Η αποκλειστική ανάπτυξη συστημάτων μπαταριών λιθίου, η οποία είναι αναπόδραστη όταν γίνεται με όρους επενδύσεων αγοράς στη σημερινή τεχνολογική πραγματικότητα, δεν ενισχύει την ασφάλεια του ενεργειακού μας συστήματος, δεν είναι βέλτιστη σε όρους εγχώριας προστιθέμενης αξίας και δεν παρέχει, με τα σημερινά δεδομένα, συστήματα μεγάλης διάρκειας. Για τους λόγους αυτούς είναι απαραίτητη η παροχή στήριξης σε νέα έργα αντλησιοταμίευσης, τόσο σε ώριμα έργα με προοπτική άμεσης υλοποίησης, όσο και σε έργα με προοπτική ωρίμανση και κατασκευής σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου.
Το άλλο σημαντικό ζήτημα, όχι μόνο για την αποθήκευση αλλά για το σύνολο των πόρων που συμμετέχουν στην ενεργειακή μετάβαση, ανεξαρτήτως τεχνολογίας και τρόπου συμμετοχής στις αγορές, είναι η πρόσβαση στα δίκτυα.
Η χωρητικότητα των δικτύων μας όπως αποτυπώνεται στον σημερινό σχεδιασμό ανάπτυξής τους, επαρκεί για τους βραχυπρόθεσμους και μεσοπρόθεσμους στόχους που έχει θέσει η χώρα, έστω κι αν δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις πρόσβασης, στο μέγεθος και τη γεωγραφική διασπορά που υπαγορεύει το ενδιαφέρον των επενδυτών, ιδίως σε ό,τι αφορά τον υπερπληθωρισμένο όγκο των υπό ανάπτυξη έργων, που αποτελούν ενδημική ασθένεια για τον κλάδο, στην Ελλάδα και διεθνώς. Η ανάπτυξη και ενίσχυση των δικτύων ασφαλώς απαιτείται, για αύξηση της μακροπρόθεσμης χωρητικότητας, επίλυση θεμάτων τοπικού κορεσμού και αναβάθμιση της ασφάλειας και αξιοπιστίας ηλεκτροδότησης. Ωστόσο, επειδή οι σταθερές χρόνου για τη δημιουργία νέας χωρητικότητας δικτύων είναι εξαιρετικά μεγάλες, αυτό που έχει σημασία είναι ο τρόπος με τον οποίο αξιοποιείται η εκάστοτε διαθέσιμη ικανότητα υποδοχής και ο τρόπος με τον οποίο παρέχεται πρόσβαση στους χρήστες.
Η παροχή πρόσβασης βάσει χρονολογικής σειράς και με προτεραιότητες που θέτουν οι ποικίλες διοικητικές ρυθμίσεις, που έχουν χαρακτήρα ad hoc, ορισμένες φορές είναι αντιφατικές και συχνά στερούνται ορθολογισμού, πρέπει να δώσουν τη θέση τους σε ένα νέο πλαίσιο πρόσβασης που θα αξιολογεί την εξυπηρέτηση των εθνικών στόχων (τεχνολογικό μείγμα, γεωγραφικές περιοχές ανάπτυξης, αμεσότητα αξιοποίησης του δεσμευμένου ηλεκτρικού χώρου κλπ.) και θα χαρακτηρίζεται από ευελιξία στη διαχείριση της λίστας αναμονής (queue management) και ευχέρεια στην αποδέσμευση κατειλημμένου ηλεκτρικού χώρου. Στο διαμορφούμενο περιβάλλον υψηλής αβεβαιότητας των επενδύσεων, η δέσμευση ηλεκτρικού χώρου οφείλει να συσχετίζεται με τη βιωσιμότητα των έργων, προσέγγιση που θα μπορούσε να υλοποιηθεί με διαγωνισμούς παροχής ενίσχυσης σε συνδυασμό με πρόσβαση στα δίκτυα. Και οπωσδήποτε φέρνει επιτακτικά στο προσκήνιο το μόνιμο ζητούμενο της απελευθέρωσης δεσμευμένου χώρου από έργα που δεν προωθούνται.
Άμεσα συσχετισμένο είναι το ζήτημα της μέγιστης αξιοποίησης του διαθέσιμου χώρου. Η συνεγκατάσταση πόρων παραγωγής και αποθήκευσης, η αξιοποίηση της συμπληρωματικότητας του προφίλ τους και η επιβολή λειτουργικών περιορισμών είναι όλα βάσιμες προσεγγίσεις, που δεν έχουν αξιοποιηθεί επαρκώς. Αντίθετα, η προσοχή της επενδυτικής κοινότητας, αλλά και της Πολιτείας, είναι στραμμένη σε απλουστευτικές προσεγγίσεις, που αφαιρετικά είναι γνωστές ως “overbooking”, δηλαδή στην παροχή πρόσβασης σε όγκο χρηστών που οδηγεί σε υπέρβαση της ικανότητας των δικτύων, σε συνδυασμό με αφηρημένες ιδέες περί διαχείρισης του προκύπτοντος κορεσμού και συμβατική τους κατοχύρωση μέσω ευέλικτων συνδέσεων, των οποίων το πλαίσιο επίσης δεν έχει προσδιοριστεί. Πρόκειται για ιδέα που αντιμετωπίζεται σχεδόν ως πανάκεια προκειμένου να μεγιστοποιηθεί η έκδοση όρων σύνδεσης σε υπό ανάπτυξη έργα, αλλά στην πραγματικότητα πολύ δύσκολα υλοποιείται σε όλα τα επίπεδα -τεχνικό, αγοράς, συμβατικό, ρυθμιστικό- και για την οποία η χώρα μας, όπως και άλλες χώρες, δεν είναι καθόλου έτοιμη. Ιδίως όταν οι προκύπτουσες περικοπές γίνονται αντικείμενο διοικητικών ρυθμίσεων (εξαιρέσεις κατηγοριών, ποικιλία επιτρεπτών ορίων και πλαφόν για δικαιώματα αποζημίωσης κλπ.) που αγνοούν την πολυπλοκότητα εφαρμογής τέτοιων μοντέλων.
Με τα σημερινά δεδομένα, επιβάλλεται να αντισταθούμε στον πειρασμό του overbooking, που υπαγορεύεται πρωτίστως από τον πληθωρισμό του development και σε πολύ μικρότερο βαθμό από τις πραγματικές ανάγκες του ενεργειακού μας συστήματος. Δεν μπορούμε να το αποφύγουμε πλήρως, καθώς κάποιες περιοχές ήδη προσεγγίζουν τον κορεσμό, και γι’ αυτό πρέπει να προετοιμάσουμε πλαίσιο ευέλικτων συνδέσεων και σχετικών περικοπών (ανακατανομής-redispatching). Αλλά σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να οδηγηθούμε σε πρόωρη γενίκευση του φαινομένου μέσω αθρόας παροχής πρόσβασης, καθώς αυτό θα έρθει με μεγάλες τεχνικές και ρυθμιστικές δυσκολίες και θα έχει σημαντικό κόστος.
Τέλος, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι η όλη αντιμετώπιση του ζητήματος της πρόσβασης, ως τώρα επικεντρωμένη γύρω από την παραγωγή και τις ΑΠΕ, θα πρέπει να απαντήσει στα προβλήματα που θέτει η έλευση μεγάλων καταναλωτών, όπως τα data centers, αλλά σε κάποιο βαθμό και οι μεγάλοι αποθηκευτικοί σταθμοί. Οι λύσεις διαχείρισης της πρόσβασης και του κορεσμού των δικτύων οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη το πρόβλημα στην ολότητά του.
________
Ο Σταύρος Αθ. Παπαθανασίου είναι Καθηγητής Σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών, ΕΜΠ και Επικεφαλής Ομάδας Έργου ΥΠΕΝ για το πλαίσιο αποθήκευσης ενέργειας.
Tο άρθρο περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του energypress για τις εμπειρίες του 2025, τις προκλήσεις και τις προσδοκίες για το 2026.