Απόβλητα σε Ενέργεια: ο ρόλος του βιοαερίου και το στοίχημα του 2026
του Αλέξανδρου Υφαντή

Απόβλητα σε Ενέργεια: ο ρόλος του βιοαερίου και το στοίχημα του 2026

19 12 2025 | 00:08

Τις τελευταίες εβδομάδες καταγράφηκε μια ασυνήθιστη κινητοποίηση στον αγροδιατροφικό τομέα: 220 βιομηχανίες γάλακτος και τροφίμων, αγρότες, κτηνοτρόφοι και ελαιοπαραγωγοί συνυπέγραψαν κοινή επιστολή προς το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Με την παρέμβασή τους ζητούν τη στήριξη των μονάδων βιοαερίου της χώρας, επισημαίνοντας ότι ενδεχόμενος περιορισμός της λειτουργίας τους θα δημιουργήσει σοβαρές δυσκολίες τόσο για τις ίδιες τις επιχειρήσεις, όσο και για το περιβάλλον και ολόκληρη την αλυσίδα διαχείρισης αποβλήτων στη χώρα. Η επιστολή αυτή υπερβαίνει τα όρια μιας τυπικής κλαδικής διεκδίκησης και αποτυπώνει μια συντονισμένη ανησυχία από έναν ευρύτερο τομέα της παραγωγικής οικονομίας.

Για να γίνει κατανοητό το διακύβευμα, αξίζει να δούμε τι ακριβώς κάνει το βιοαέριο στην πράξη. Οργανικά υπολείμματα και απόβλητα όπως κοπριές, υπολείμματα τροφίμων, υποπροϊόντα βιομηχανιών τροφίμων και ληγμένα τρόφιμα οδηγούνται σε κλειστούς αντιδραστήρες, όπου μέσω της αναερόβιας χώνευσης μετατρέπονται σε ένα μείγμα αερίων πλούσιο σε μεθάνιο. Αυτό το μίγμα είναι το βιοαέριο, μια ανανεώσιμη μορφή ενέργειας που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για παραγωγή ηλεκτρισμού και θερμότητας, 24 ώρες το 24ωρο. Με κατάλληλη αναβάθμιση, το βιοαέριο μπορεί να μετατραπεί σε βιομεθάνιο, δηλαδή σε ανανεώσιμο φυσικό αέριο που εγχέεται στο δίκτυο και υποκαθιστά άμεσα το ορυκτό καύσιμο. Έτσι, μία και μόνο τεχνολογία λύνει ταυτόχρονα ένα δύσκολο πρόβλημα περιβαλλοντικής διαχείρισης, παράγει σταθερή πράσινη ενέργεια και δημιουργεί προστιθέμενη αξία σε απόβλητα.

Οι ελληνικές μονάδες βιοαερίου ήδη σήμερα αποτελούν τον βασικό αποδέκτη τεράστιων ποσοτήτων οργανικών αποβλήτων. Στηρίζουν τη λειτουργία επιχειρήσεων του αγροδιατροφικού τομέα, αναλαμβάνοντας το πιο δύσκολο κομμάτι της αλυσίδας: τη νόμιμη, ελεγχόμενη και περιβαλλοντικά ασφαλή διαχείριση των υπολειμμάτων της παραγωγής. Για αυτές τις επιχειρήσεις, η συνεργασία με τις μονάδες βιοαερίου είναι βασική προϋπόθεση για να συνεχίσουν να λειτουργούν χωρίς να επιβαρύνουν το περιβάλλον και χωρίς να αντιμετωπίσουν νομικά και οικονομικά αδιέξοδα.

Την ίδια στιγμή όμως, ο κλάδος του βιοαερίου βρίσκεται σε μια ιδιόμορφη ασφυξία. Οι παρατεταμένες περίοδοι πολύ χαμηλών ή και αρνητικών τιμών στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας συρρικνώνουν δραστικά τα έσοδα των μονάδων. Ωστόσο, σε αντίθεση με άλλα είδη ΑΠΕ, το βιοαέριο δεν μπορεί να «σβήσει» για λίγες ώρες και να «ανάψει» όταν οι τιμές βελτιωθούν. Η βιολογική διεργασία της χώνευσης είναι συνεχής, τα απόβλητα συνεχίζουν να φθάνουν στην εγκατάσταση και το λειτουργικό κόστος παραμένει σταθερά υψηλό, ανεξάρτητα από τη διακύμανση των τιμών στην αγορά. Σε αυτό έρχονται να προστεθούν τα οριζόντια μέτρα διακοψιμότητας. Όταν ο Διαχειριστής του δικτύου επιβάλει περικοπές έγχυσης, μια μονάδα βιοαερίου καλείται να διακόψει την παραγωγή της, παρότι έχει ήδη παραλάβει και επεξεργάζεται οργανικά φορτία. Αυτό μεταφράζεται σε τεχνικούς κινδύνους για τη λειτουργία των χωνευτήρων, πρόσθετο κόστος και, σε ακραίες περιπτώσεις, σε αναγκαστική καύση βιοαερίου στον πυρσό εκτόνωσης, με μηδενική αξιοποίηση της ενέργειας που έχει ήδη παραχθεί. Με απλά λόγια, η «διακοψιμότητα» όπως εφαρμόζεται σήμερα κυριολεκτικά καίει το βιοαέριο.

Παράλληλα, ο τρόπος υπολογισμού της αποζημίωσης για τις μονάδες βιοαερίου, σε συνδυασμό με τις λοιπές επιβαρύνσεις, έχει δημιουργήσει ένα περιβάλλον οικονομικής ανασφάλειας. Η έκτακτη προσαύξηση κατά 25% στην τιμή αναφοράς που θεσπίστηκε τα τελευταία χρόνια δεν αποτέλεσε «προνόμιο», αλλά αναγκαία διόρθωση, ώστε οι σταθμοί να καλύψουν το αυξημένο λειτουργικό κόστος και να επιστρέψουν από ζημιογόνα αποτελέσματα σε οριακή βιωσιμότητα. Παρ’ όλα αυτά, η ενίσχυση αυτή έχει ορισμένο χρονικό ορίζοντα και σήμερα δεν υπάρχει σαφές τοπίο για το τι θα ισχύσει μετά το 2025–2026. Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό η Πολιτεία να εξασφαλίσει 3 συγκεκριμένα πράγματα: αναγνώριση του περιβαλλοντικού έργου που επιτελούν οι μονάδες βιοαερίου, μέτρα για την ενίσχυση της βιωσιμότητάς τους και ένα σταθερό, προβλέψιμο πλαίσιο λειτουργίας χωρίς συνεχείς ανατροπές.

Τα αιτήματα αυτά συνδέονται άμεσα με τη συζήτηση για το βιομεθάνιο. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το βιομεθάνιο είναι πλέον η «επόμενη μέρα» του βιοαερίου και η Ελλάδα έχει ευθυγραμμιστεί με αυτό τον προσανατολισμό. Για να γίνει όμως αυτό πραγματικότητα, απαιτείται η αναβάθμιση πολλών υφιστάμενων μονάδων βιοαερίου, η δημιουργία δεκάδων νέων έργων αποκλειστικά για βιομεθάνιο και ένα ολοκληρωμένο θεσμικό πλαίσιο που θα καθορίζει τους κανόνες παραγωγής, έγχυσης στο δίκτυο, τιμολόγησης και εμπορίας του ανανεώσιμου αυτού αερίου.

Εδώ όμως βρίσκεται και η ουσία του προβλήματος: δεν μπορεί να υπάρξει επιτυχημένη μετάβαση στο βιομεθάνιο, αν στο μεταξύ έχει οδηγηθεί σε απαξίωση ο κλάδος του βιοαερίου. Δεν είναι ρεαλιστικό να ζητάμε από τις επιχειρήσεις να επενδύσουν σε νέα, πιο σύνθετα και κεφαλαιουχικά απαιτητικά έργα, όταν δυσκολεύονται να καλύψουν το βασικό λειτουργικό κόστος τους. Σε κάθε σοβαρή ενεργειακή στρατηγική, η «γέφυρα» προς το μέλλον χτίζεται πάνω σε ένα παρόν που στέκεται όρθιο, όχι πάνω σε έναν κλάδο σε αποσύνθεση.

Για να βγει ο κλάδος από το σημερινό αδιέξοδο και να μπορέσει να υπηρετήσει τον ρόλο που του αναλογεί στην πράσινη μετάβαση θα πρέπει να διασφαλιστεί η οικονομική βιωσιμότητα των υφιστάμενων μονάδων βιοαερίου την επόμενη τριετία, με παράταση και ορθολογική προσαρμογή της έκτακτης ενίσχυσης ώστε να καλύπτεται το πραγματικό λειτουργικό κόστος, μέχρι να αποσαφηνιστούν τα σχήματα στήριξης. Επιπλέον, να αναγνωριστεί θεσμικά ότι οι μονάδες βιοαερίου είναι μονάδες βάσης με κρίσιμο περιβαλλοντικό ρόλο και να αντιμετωπίζονται διαφορετικά από τις ΑΠΕ ως προς τη διακοψιμότητα. Θα πρέπει επίσης να ολοκληρωθεί χωρίς άλλες καθυστερήσεις το θεσμικό πλαίσιο για το βιομεθάνιο και τα υποπροϊόντα της αναερόβιας χώνευσης. Με αυτόν τον τρόπο, θα ενισχυθεί ο κυκλικός χαρακτήρας του κλάδου, θα μειωθεί περαιτέρω η εξάρτηση από συνθετικά λιπάσματα και θα δημιουργηθεί ένα πρόσθετο, σταθερό έσοδο για τις μονάδες. Τέλος, να συνδεθούν πιο στενά οι ενισχύσεις και τα κίνητρα με την ορθή διαχείριση αποβλήτων. Έτσι, το αγροτικό και βιομηχανικό μοντέλο θα μετατοπιστεί προς πιο κυκλικές πρακτικές, με όφελος για όλους.

Με αυτό τον τρόπο η Ελλάδα θα έχει τη δυνατότητα να μετατρέψει τα οργανικά της υπολείμματα σε καθαρή ενέργεια, να μειώσει την εξάρτησή της από εισαγόμενα καύσιμα και λιπάσματα, να στηρίξει έναν αγροδιατροφικό τομέα που ήδη δοκιμάζεται και να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας στην περιφέρεια.

Το 2026 βρίσκει τον κλάδο του βιοαερίου σε κομβικό σημείο, ο τρόπος με τον οποίο θα απαντηθούν τα αιτήματά του, θα αποτελέσει βασικό κριτήριο για το πόσο σοβαρά η χώρα αντιμετωπίζει στην πράξη την πράσινη μετάβαση.

_______

Ο Αλέξανδρος Υφαντής είναι Πρόεδρος Δ.Σ. του Ελληνικού Συνδέσμου Παραγωγών Βιοαερίου (ΕΣΠΑΒ).

Το άρθρο περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του energypress: Η αγορά των ΑΠΕ μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα – Φόβοι και προσδοκίες από τη νέα χρονιά.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM