Η κλιματική κρίση, η ευρωπαϊκή οικονομία και το φυσικό αέριο
Η Ευρώπη απειλείται από μεγάλους καύσωνες. Τα προηγούμενα χρόνια οι υψηλές θερμοκρασίες και η ξηρασία οδήγησαν σε αύξηση των καυσίμων και των τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας. Τι θα γίνει τα επόμενα χρόνια και πως θα επιδράσουν στην ευρωπαϊκή βιομηχανία και την κατανάλωση οι τιμές των ενεργειακών πόρων; Υπάρχουν προειδοποιήσεις, ότι μπορεί να αυξηθεί άμεσα η μέση θερμοκρασία λόγω των αντικυκλώνων, όπως ο «Χάροντας» που ανεβαίνουν από τη Σαχάρα. Στην Αθήνα , τη Ρώμη και τη Μαδρίτη ήδη το θερμόμετρο σπάει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο και συνοδεύεται από μεγάλες πυρκαγιές.
Τα προηγούμενα χρόνια οι καύσωνες οδήγησαν σε εκτεταμένη χρήση των κλιματιστικών και την αύξηση της ζήτησης και της τιμής, κυρίως του φυσικού αερίου για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Φέτος, προς το παρόν δε διαφαίνεται παρόμοια τάση. Η τιμή του φυσικού αερίου κυμαίνεται κάτω από 300 δολάρια/ 1000 κυβικά, όταν στα μέσα Δεκεμβρίου 2022 ήταν 1500 δολάρια και σε κάποιες περιπτώσεις ξεπέρασε τα 2000 δολάρια. Οι χαμηλές τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη οφείλονται: α) στη μείωση της βιομηχανικής παραγωγής και β) στο ζεστό προηγούμενο χειμώνα. Πέρυσι η κατανάλωση φυσικού αερίου στην Ευρώπη μειώθηκε κατά 60 δις κυβικά. Η ζήτηση συνέχισε, λόγω του ήπιου χειμώνα, να είναι χαμηλή στο πρώτο τρίμηνο του 2023 και συνεχίζει να υπάρχει αυτή η τάση επειδή θα χρειαστούν μικρότερες ποσότητες για τη συμπλήρωση των υπόγειων δεξαμενών, πριν τον ερχόμενο χειμώνα.
Από την άλλη πλευρά η Κίνα, παρά τις μεγάλες προσδοκίες μετά την άρση των περιορισμών λόγω του COVID-19δεν κινήθηκε με τις αναμενόμενες μεγάλες ταχύτητες που θα οδηγούσαν σε αύξηση της παγκόσμιας ζήτησης φυσικού αερίου. Η κινεζική οικονομία είναι πλέον είναι σε μεγάλο βαθμό με τις αγορές της Ευρώπης και των ΗΠΑ. Οποιαδήποτε προβλήματα εμφανίζονται σε αυτές τις αγορές έχουν άμεση επίδραση στη μείωση της ζήτησης των κινεζικών προϊόντων, την επιβράδυνση της κινεζικής παραγωγής και συνακόλουθα στην παγκόσμια ζήτηση φυσικού αερίου. Επίσης δεν εμφανίστηκε αύξηση της κατανάλωσης υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), με αποτέλεσμα να εμφανιστούν ελεύθερα φορτία, τα οποία πωλήθηκαν σε καλύτερες τιμές στις ευρωπαϊκές χώρες. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των αγορών της Ασίας και της Ευρώπης για την προμήθεια (LNG) κινήθηκε σε πολύ χαμηλά επίπεδα και αυτό οδήγησε στη μείωση της μέσης τιμής του φυσικού αερίου.
Επίσης σοβαρή επίδραση στη μείωση της τιμής του φυσικού αερίου είχε η αύξηση του ειδικού βάρους των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) στο ενεργειακό μείγμα.
Το ενδεχόμενο θερμό κλίμα να οδηγήσει σε αύξηση της ζήτησης και της τιμής της ηλεκτρικής ενέργειας θα είναι συνάρτηση της διάρκειας του καύσωνα και του επιπέδου των ανέμων και των υδάτων. Αν η ξηρασία έχει διάρκεια, όπως το 2021 και το 2022 θα έχει επίδραση στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από υδροηλεκτρικά εργοστάσια. Πέρυσι μειώθηκε η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από πυρηνικά εργοστάσια, λόγω της χαμηλής στάθμης και της υψηλής θερμοκρασίας των υδάτων που εμπόδιζαν την ψύξη των αντιδραστήρων, παραδείγματος χάρη στη Γαλλία.
Η ζήτηση και η τιμή του φυσικού αερίου αυξάνονται κυρίως κατά τη χειμερινή περίοδο. Η αύξησή τους είναι ευθέως ανάλογη με τη μείωση της μέσης θερμοκρασίας, αφού μεγάλο μέρος χρησιμοποιείται για τη θέρμανση. Οι μέσες θερμοκρασίες τον προηγούμενο χειμώνα ήταν ήπιες και σε αρκετές χώρες κινούνταν πάνω από 0 βαθμούς κελσίου.
Εκτός από τις καιρικές συνθήκες, μεγάλη επίδραση στη ζήτηση και την τιμή του φυσικού αερίου διαδραματίζει η οικονομική κατάσταση. Αν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ} αυξήσει τα επιτόκια, κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2023 για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού, αυτό θα οδηγήσει σε επιβράδυνση της βιομηχανικής παραγωγής και τη μείωση της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, ως αποτέλεσμα της επερχόμενης ύφεσης.
Ένας άλλος παράγοντας είναι οι καιρικές συνθήκες και η οικονομική κατάσταση της Ασίας. Αν ο ερχόμενος χειμώνας είναι βαρύς, θα χρειαστούν μεγαλύτερες ποσότητες φυσικού αερίου. Κάτι παρόμοιο θα συμβεί αν αυξηθούν οι ρυθμοί ανάπτυξης ιδιαίτερα στην Κίνα και την Ινδία και προκύψει νέος κύκλος ανταγωνισμού μεταξύ Ασίας και Ευρώπης για τις τιμές του LNG. Αυτό θα οδηγήσει σε νέα αύξηση των τιμών στην Ευρώπη.
Οι ευρωπαϊκές χώρες θα μπορέσουν να κρατήσουν χαμηλά τις τιμές, αν καταφέρουν μέχρι το τέλος του καλοκαιριού να γεμίσουν κατά 90-95% τις υπόγειες δεξαμενές τους. Υπολογίζεται, χωρίς να υπάρχουν ασφαλή προγνωστικά, ότι οι τιμές του φυσικού αερίου, τον ερχόμενο χειμώνα, δε θα ξεπεράσουν τα 600 δολάρια/ 1000 κυβικά.
Ευμετάβλητες χρηματιστηριακές τιμές
Η Ευρώπη πλέον είναι αντιμέτωπη με τις απρόβλεπτες τιμές του φυσικού αερίου, οι οποίες αλλάζουν όχι μόνο σε ετήσια βάση, αλλά και σε διάρκεια κάποιων μηνών , κάποιων εβδομάδων ή ακόμη και στη διάρκεια μιας ημέρας. Οι χρηματιστηριακές τιμές μεταβάλλονται συνεχώς, ακόμη και αν δεν συντρέχουν σοβαροί οικονομικοί λόγοι,
Η αστάθεια στις ευρωπαϊκές τιμές του φυσικού αερίου μπορεί να ερμηνευθεί ως αποτέλεσμα της απόφασης των χωρών του ΟΠΕΚ+ για μείωση των εξορύξεων πετρελαίου. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε έλλειψη και αύξηση των τιμών του πετρελαίου και μπορεί να συμπαρασύρει τις τιμές του LNG, του οποίου οι τιμές συχνά είναι συνδεδεμένες με τις τιμές του πετρελαίου. Κάποιοι αγοραστές, σύμφωνα με το Bloomberg σπεύδουν να αγοράσουν φυσικό αέριο από τη σποτ αγορά, κάτι που οδηγεί σε αύξηση των χρηματιστηριακών τιμών.
Η ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου γίνεται όλο και πιο ασταθής με συνεχείς αυξομειώσεις των τιμών ακόμη και αν οι τιμές είναι χαμηλές. Συχνά εμφανίζεται ως μέρος κερδοσκοπικών παιχνιδιών. Οι διάφορες εταιρείες σταματούν να αγοράζουν μαζικά φυσικό αέριο, ευελπιστώντας σε ακόμη χαμηλότερες τιμές. Οι κερδοσκόποι περιμένουν την κατάλληλη στιγμή να αγοράσουν συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης και να πωπησουν όταν οι τιμές θα αυξηθούν.
Η προμήθεια του ρωσικού φυσικού αερίου μέσω αγωγών προς τις ευρωπαϊκές χώρες βασιζόταν σε μακροχρόνια συμβόλαια που εξασφάλιζαν εγγυημένες ποσότητες και χαμηλές τιμές. Η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να πληρώσει το τίμημα της αστάθειας της χρηματιστηριακής αγοράς που η ίδια δημιούργησε.
Γεωπολιτικό παιχνίδι ΗΠΑ-Ρωσίας
Η παραγωγή φυσικού αερίου στις ΗΠΑ ενισχύθηκε τα τελευταία χρόνια με το σχιστολιθικό φυσικό αέριο που είναι εγκλωβισμένο μέσα στα ιζηματογενή πετρώματα και η εξόρυξη του είναι ακριβή διαδικασία και έχει αρνητικές συνέπειες στο περιβάλλον. Τα περισσότερα εργοστάσια παραγωγής σχιστολιθικού αερίου και υγροποίησής του ευρίσκονται στα παράλια του Κόλπου του Μεξικού και από εκεί το LNG κατευθύνεται μέσω ευθείας και μικρής διαδρομής προς την Ευρώπη.
Οι εξαγωγές αμερικανικού φυσικού αερίου άρχισαν το 1016, αποσκοπώντας να περιορίσουν τις εξαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου. Το αμερικανικό LNG μπορεί να μεταφέρεται ευκολότερα προς την Ευρώπη λόγω απόστασης. Προς την Ασία οι διαδρομές είναι αρκετά μεγαλύτερες και ακριβότερες, είτε μέσω της διώρυγας του Παναμά, είτε κάνοντας το γύρο της Λατινικής Αμερικής ή της Αφρικής.
Μετά την έκρηξη στον πυρηνικό σταθμό της Φουκουσίμα το 2011 αυξήθηκαν απότομα οι τιμές του LNG στην Ιαπωνία και τη Βόρειο-Ανατολική Ασίας.
Τα αμερικανικά εργοστάσια παραγωγής LNG υπογράφουν μακροχρόνια συμβόλαια (20 ετών περίπου) με traders, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους είναι ενδιάμεσοι που αγοράζουν LNG και το μεταπωλούν στην Ασία ή στην Ευρώπη, εκεί που διασφαλίζουν υψηλότερες τιμές.
Η αγορά LNG έχει επιπλέον και το κόστος αεριοποίησης για να μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις των χωρών-εισαγωγέων. Στην Ασία οι τερματικοί σταθμοί ευρίσκονται στα παράλια, ενώ στην Ευρώπη είναι στο εσωτερικό της Ηπείρου, επειδή η προμήθεια γινόταν κυρίως με αγωγούς.
Η Ευρώπη αποτελεί τον καλύτερο πελάτη για τις ΗΠΑ, αρκεί να βγει εκτός ανταγωνισμού το φθηνότερο ρωσικό φυσικό αέριο μέσω αγωγών. Τότε οι τιμές του LNG στην Ευρώπη θα φαίνονται λογικές. Στόχος είναι η Ρωσία να εξαφανιστεί από τον ενεργειακό χάρτη της Ευρώπης. Η ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου παραμένει ιδιαίτερα ευμετάβλητη και νευρική γι’ αυτό αποφεύγονται μακροχρόνιες προβλέψεις. Νέες εξορύξεις δε χρηματοδοτούνται επαρκώς λόγω της πράσινης μετάβασης και υπάρχει κίνδυνος να αυξηθούν οι τιμές λόγω μειωμένης προσφοράς. Ούτως ή άλλως οι τιμές θα κινηθούν σε υψηλότερα επίπεδα από τις τιμές που υπήρχαν πριν τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.