Εντάσεις μεταξύ του νομοσχεδίου για τη ΡΑΕ και της νομολογίας του ΣτΕ διαπιστώνει το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής
To ερώτημα «αν και κατά πόσον οι µεταβιβαζόµενες µε τον παρόν νοµοσχέδιο αρµοδιότητες στη Ρ.Α.Α.Ε.Υ. συµβαδίζουν µε τη νομολογία του Συµβουλίου της Επικρατείας» τίθεται προς προβληματισμό από το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής στην έκθεσή του για το νομοσχέδιο του ΥΠΕΝ για τη μετονομασία της ΡΑΕ και ανάθεση σε αυτή αρμοδιοτήτων εποπτείας και ελέγχου των παρόχων υπηρεσιών ύδατος (ύδρευσης και αποχέτευσης) και των φορέων διαχείρισης αστικών αποβλήτων.
Επίσης, το Επιστημονικό Συμβούλιο υπενθυμίζει ότι το νερό δεν είναι εµπορικό προϊόν, ενώ και η ύδρευση συνιστά υπηρεσία κοινής ωφέλειας.
Μεταξύ άλλων, στην έκθεση του Επιστημονικού Συμβουλίου διατυπώνεται προβληματισμός περί του «κατά πόσον οι προτεινόµενοι στα υπό ψήφιση άρθρα ορισµοί και διαδικασίες κοστολόγησης και τιµολόγησης των υπηρεσιών ύδατος εκπληρώνουν την απαίτηση για προηγούµενη οικονοµική ανάλυση, η οποία αποτελεί τη νόµιµη προϋπόθεση και το αιτιολογικό έρεισµα της τιµολογιακής πολιτικής, στηρίζεται στην ανάλυση των χαρακτηριστικών συγκεκριµένης περιοχής και διέπεται από την αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει”, κατανέµει, δηλαδή, τα οικονοµικά βάρη στους χρήστες των υπηρεσιών ύδατος µε γνώµονα τις προκαλούµενες από τις δραστηριότητές τους επιπτώσεις στην κατάσταση των επιφανειακών και υπόγειων υδάτων, κατά τρόπον ώστε, µέσω της τιµολόγησης των εν λόγω υπηρεσιών, να προστατεύονται κατά τρόπον αποτελεσµατικό οι υδατικοί πόροι και να ελέγχεται η υπερβολική κατανάλωση του ύδατος».
Επιπλέον, το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής σημειώνει ότι, σύμφωνα με το ΣτΕ, κατά την ανάκτηση του κόστους πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε περιοχής λεκάνης απορροής, οι κρατούσες γεωγραφικές και κλιµατολογικές συνθήκες και τα δεδοµένα που προκύπτουν από την οικονοµική ανάλυση της χρήσης του ύδατος.
Επίσης, στην έκθεση διαπιστώνεται ότι στο υπό συζήτηση νομοσχέδιο «δεν θεσπίζονται συγκεκριµένοι κανόνες και διαδικασίες µε τις οποίες να διασφαλίζεται ότι οι πάροχοι των υπηρεσιών ύδατος προσαρµόζουν την τιµολογιακή τους πολιτική στα δεδοµένα που προκύπτουν από τα εγκεκριµένα σχέδια διαχείρισης των λεκανών απορροής ποταµών ούτε προβλέπεται ότι, κατά την έγκριση των τιµολογίων των παρόχων από τις αρµόδιες αρχές, ελέγχεται η τήρηση των κατευθύνσεων που τίθενται στα σχέδια διαχείρισης, ώστε να εξασφαλίζεται ότι η τιµολογιακή πολιτική διαµορφώνεται κατά τρόπο σύµφωνο προς τις ανωτέρω επιταγές του νόµου και της οδηγίας, κατ’ εκτίµηση των κοινωνικών, περιβαλλοντικών και οικονοµικών αποτελεσµάτων της ανάκτησης και της αρχής “ο ρυπαίνων πληρώνει”»,
Όπως σημειώνεται στην έκθεση, σύμφωνα με το ΣτΕ η παροχή υπηρεσιών κοινής ωφελείας, όπως υδρεύσεως και αποχετεύσεως, δεν συνιστά δραστηριότητα αναπόσπαστη από τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας και δύναται να ανατίθεται σε δηµόσια επιχείρηση υπό µορφή ανώνυµης εταιρείας, όπως η ΕΥΔΑΠ ΑΕ, η οποία παρέχει υπηρεσίες κοινής ωφέλειας απολύτως ζωτικής σηµασίας. Επιπρόσθετα, το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής αναφέρει ότι, δεδομένης της νομολογίας του ΣτΕ είναι συνταγµατικώς επιβεβληµένος ο έλεγχος της ΕΥΔΑΠ ΑΕ από το Ελληνικό Δηµόσιο, όχι απλώς µε την άσκηση εποπτείας επ’ αυτής, αλλά και διά του µετοχικού της κεφαλαίου. Ο προβληματισμός αυτός αφορά το άρθρο 27 του σχεδίου νόμου, σύμφωνα με το οποίο «η εποπτεία της «Ε.ΥΔ.Α.Π. Α.Ε.» και του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΓΙΩΝ Ε.ΥΔ.Α.Π.» μεταφέρεται στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας».
Δείτε εδώ αναλυτικά την έκθεση του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής.