Σαφές σήμα από τους COP26 για οικονομία μηδενικών ρύπων
Οι επόμενες δύο εβδομάδες θα βρουν τη Γλασκώβη στο επίκεντρο των συζητήσεων για το μεγαλύτερο παγκόσμιο θέμα του αιώνα: την κλιματική αλλαγή. Η Διεθνής Διάσκεψη για το Κλίμα (COP26) θα είναι η μεγαλύτερη σύνοδος κορυφής που φιλοξένησε ποτέ το Ηνωμένο Βασίλειο. Περιγράφεται ως το πιο σημαντικό κλιματικό γεγονός από τη Συμφωνία του Παρισιού του 2015. Πρόεδροι και πρωθυπουργοί από όλο τον κόσμο θα αναφέρουν την πρόοδο που σημειώθηκε μετά τη Συμφωνία του Παρισιού, προσμένοντας σε κάποιες νέες αποφάσεις για τον τρόπο μείωσης των εκπομπών άνθρακα.
Αλλά προτού συνεχίσω, καλό θα ήτανε να δούμε μια ιστορική αναδρομή για το πώς ξεκινήσανε όλα και πώς καταλήξαμε στη Διάσκεψη στη Γλασκώβη. Το πρώτο παγκόσμιο συνέδριο για το κλίμα έλαβε μέρος τον Ιανουάριο του 1979 στη Γενεύη με το λανσάρισμα ενός παγκόσμιου προγράμματος έρευνας για το κλίμα. Η έρευνα αυτή ανατέθηκε στον Παγκόσμιο Μετεωρολογικό Οργανισμό (WMO), το Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον (UNEP), και το Διεθνές Συμβούλιο Επιστημονικών Ενώσεων (ICSU).
Εννέα χρόνια μετά, και αφού η παγκόσμια έρευνα για το κλίμα μάζεψε αρκετά στοιχεία, δημιουργήθηκε τον Ιανουάριο του 1988 η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Αλλαγή του Κλίματος (IPCC), υπεύθυνη για την αξιολόγηση γνώσεων για την αλλαγή του κλίματος και τις επιπτώσεις της. Η επιτροπή αυτή έδειξε ότι η κλιματική αλλαγή είναι ένα σύνθετο πρόβλημα, το οποίο, αν και έχει περιβαλλοντικό χαρακτήρα, έχει συνέπειες σε όλους τους τομείς του πλανήτη μας. Η κλιματική αλλαγή μπορεί να έχει επιπτώσεις σε - ή να επηρεάζεται από - παγκόσμια ζητήματα, όπως η φτώχεια, η οικονομική ανάπτυξη, η αύξηση του πληθυσμού, η αειφόρος ανάπτυξη και η διαχείριση των πόρων.
Στο επίκεντρο της λύσης στην κλιματική αλλαγή ωστόσο, βρίσκεται η ανάγκη για τη μείωση των εκπομπών θερμοκηπίου. Το 1992, στη Σύνοδο Κορυφής στο Ρίο, αρκετές χώρες εντάχθηκαν σε μια διεθνή συνθήκη, τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (United Nations Framework Convention on Climate Change – UNFCCC). Στόχος της συνθήκης είναι ο περιορισμός της αύξησης της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη, καθώς επίσης και η συνακόλουθη αλλαγή του κλίματος, και η αντιμετώπιση των επιπτώσεων μέσω της συνεργασίας των χωρών αυτών.
Μέχρι το 1995, οι μειώσεις των εκπομπών από τη σύμβαση ήταν ανεπαρκής. Ξεκίνησαν λοιπόν διαπραγματεύσεις για την ενίσχυση της παγκόσμιας αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής και, δύο χρόνια αργότερα, το 1997, υιοθετήθηκε το Πρωτόκολλο του Κιότο. Το Πρωτόκολλο του Κιότο δεσμεύει νομικά τις αναπτυγμένες χώρες για την επίτευξη των στόχων μείωσης των εκπομπών θερμοκηπίου. Η πρώτη περίοδος δεσμεύσεων του Πρωτοκόλλου ξεκίνησε το 2008 και ολοκληρώθηκε το 2012. Η δεύτερη περίοδος δέσμευσης άρχισε την 1η Ιανουαρίου του 2013 και λήγει το 2020.
Σήμερα υπάρχουν 195 συμβαλλόμενα μέλη στη Σύμβασης και 192 συμβαλλόμενα μέλη στο Πρωτοκόλλου του Κιότο. Η γραμματεία της UNFCCC υποστηρίζει όλα τα θεσμικά όργανα που συμμετέχουν στις διεθνείς διαπραγματεύσεις για την κλιματική αλλαγή, με κυριότερο τη Διάσκεψη των Συμβαλλομένων Μελών (Conference of the Parties – COP) που γίνεται σε ετήσια βάση.
Στην COP7, το 2001, οι ‘Συμφωνίες του Μαράκες καθόρισαν τις λεπτομέρειες εφαρμογής και τις υποχρεώσεις για την πρώτη περίοδο ανάληψης του Πρωτόκολλου του Κιότο. Κατά την πρώτη περίοδο δέσμευσης, 37 βιομηχανικές χώρες και η Ευρωπαϊκή Κοινότητα δεσμεύτηκαν για μείωση των εκπομπών του θερμοκηπίου κατά μέσο όρο 5% από τα επίπεδα του 1990. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης περιόδου δέσμευσης, τα μέρη δεσμεύτηκαν να μειώσουν τις εκπομπές κατά τουλάχιστο 18% κάτω από τα επίπεδα του 1990 κατά την περίοδο 2013-2020. Αυτός ο στόχος δεν είναι καθόλου εύκολος να επιτευχθεί. Για να καταλάβουμε καλύτερα τι σημαίνει, θα δώσω ένα μικρό και απλό παράδειγμα: Το 1990 οι ενεργειακές μας ανάγκες ήτανε πολύ μικρότερες από αυτές που έχουμε σήμερα. Το 1990 δεν είχαμε καν κινητά τηλέφωνα. Σήμερα, ο καθένας μας έχει τουλάχιστο από ένα κινητό τηλέφωνο το οποίο χρειάζεται ρεύμα για να φορτιστεί, το οποίο παράγεται από την καύση πετρελαίου, η οποία καύση εκπέμπει αέρια θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα. Το πιο πάνω παράδειγμα, σε συνδυασμό με την αύξηση του πληθυσμού που έχει γίνει από το 1990 κάνει ακόμη πιο δύσκολη την πραγματοποίηση του στόχου. Για να πετύχουμε το στόχο χωρίς να μειώσουμε τη ποιότητα ζωής μας (δηλαδή να μειώσουμε κατά πολύ τις ενεργειακές μας ανάγκες) είναι αναπόφευκτο ότι πρέπει να επενδύσουμε σοβαρά σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Αυτό βέβαια μπορεί να είναι εφικτό στις αναπτυγμένες χώρες οι οποίες έχουν τα κεφάλαια να επενδύσουν στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Τι γίνεται όμως με τις αναπτυσσόμενες χώρες, οι οποίες στη προσπάθεια τους να αυξήσουν την ποιότητα ζωής τους έστω και με πολύ απλό για τον δυτικό κόσμο τρόπο, όπως για παράδειγμα να υπάρχει ένα ψυγείο σε κάθε σπίτι, αυξάνουν εκθετικά τις ενεργειακές τους ανάγκες με συνέπεια την κατακόρυφη αύξηση των εκπομπών καθότι η μόνη φτηνή πρόσβαση που έχουν σε παραγωγή ενέργειας είναι αυτή που χρησιμοποιεί ορυκτά καύσιμα;
Συνεχίζοντας, παρά το γεγονός ότι η COP 15 το 2009 στη Κοπεγχάγη, δεν είχε ως αποτέλεσμα την υιοθέτηση μιας νέας συμφωνίας, εντούτοις αναγνώρισε τον κοινό στόχο της διατήρησης της αύξησης της παγκόσμιας θερμοκρασίας κάτω από 2° C. Επιπλέον, τα βιομηχανικά κράτη ανέλαβαν δέσμευση να μαζέψουν $100 δισεκατομμύρια ετησίως μέχρι το 2020 για να συνδράμουν με τις αναπτυσσόμενες χώρες στην κλιματική αλλαγή και τον περιορισμό. Ο στόχος των 2° C έγινε πιο απτός στην COP16 στο Κανκούν το 2010 με τη θέσπιση του Πράσινου Ταμείου για το κλίμα το οποίο είχε ως στόχο την περισυλλογή κεφαλαίων για να βοηθήσουν τις αναπτυσσόμενες χώρες να επενδύσουν σε καθαρή ενέργεια.
Το ερώτημα του τι θα συμβεί μετά το 2020 απαντήθηκε στη Διάσκεψη των Συμβαλλομένων μελών στο Ντουρμπάν το 2011. Με λίγα λόγια, όλες οι κυβερνήσεις δεσμεύτηκαν σε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο που πλησιάζει πιο κοντά στην επίτευξη του απώτερου στόχου της Σύμβασης για τις Κλιματικές Αλλαγές με την πάροδο του χρόνου για τη σταθεροποίηση των συγκεντρώσεων των αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα σε ένα επίπεδο που θα αποτρέψει την επικίνδυνη παρέμβαση του ανθρώπου και ταυτόχρονα θα διατηρήσει το δικαίωμα στη βιώσιμη ανάπτυξη. Η πρόκληση, τότε και τώρα, είναι η ώθηση προς τα εμπρός της δράσης για το κλίμα όσο το δυνατόν γρηγορότερα, τόσο εντός όσο και εκτός των διαπραγματεύσεων για την κλιματική αλλαγή.
Η COP18 στην Ντόχα το 2012 καθιέρωσε την δεύτερη περίοδο δέσμευσης του Πρωτοκόλλου του Κιότο (2013-2020). Οι Διασκέψεις στην Βαρσοβία το 2013 και στην Λίμα το 2014 ενεργοποίησαν μια ουσιαστική πρόοδο προς την κατεύθυνση της διάσκεψης του Παρισιού. Η κύρια απόφαση της 20ής συνεδρίασης ήταν η νέα συμφωνία για την κλιματική αλλαγή για το 2015, η οποία θα πρέπει να τηρηθεί από όλα τα έθνη. Επιπλέον, κατά την διάρκεια της διάσκεψης, οι χώρες σημείωσαν σημαντική πρόοδο στην προσαρμογή των εθνών να μειώσουν και να περιορίσουν τις εκπομπές.
Συνεχίζοντας, το καλοκαίρι του 2015 ανακοινώθηκαν τα συμπεράσματα της 5ης έκθεσης αξιολόγησης για το κλίμα της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC). Πρόκειται για την πιο ολοκληρωμένη επιστημονική ανάλυση της κλιματικής αλλαγής που έχει πραγματοποιηθεί ποτέ, η οποία ήταν αποτέλεσμα των εργασιών εκατοντάδων επιστημόνων από όλον τον κόσμο. Η έκθεση αυτή δεν αφήνει πλέον περιθώρια αμφιβολίας. Η κλιματική αλλαγή είναι πραγματικότητα. Σύμφωνα με την IPCC, η υπερθέρμανση του πλανήτη περισσότερο από 2 ° c θα είχε σοβαρές συνέπειες, όπως η αύξηση του αριθμού των ακραίων κλιματικών γεγονότων. Στην Κοπεγχάγη το 2009, οι χώρες δήλωσαν την αποφασιστικότητά τους για τον περιορισμό της υπερθέρμανσης του πλανήτη σε 2° C έως το 2100. Για την επίτευξη του στόχου αυτού, ειδικοί σε θέματα κλίματος εκτιμούν ότι οι παγκόσμιες εκπομπές θερμοκηπιακών αερίων πρέπει να μειωθούν από 40-70% μέχρι το 2050, και ότι πρέπει να καταλήξουμε από το τέλος του αιώνα το αργότερο σε μηδενικές εκπομπές. Επιπλέον, ακόμη και αν το σενάριο των δύο βαθμών πληρείται, οι αναπτυσσόμενες χώρες, ιδίως οι φτωχότερες και πιο ευάλωτες, θα εξακολουθήσουν να χρειάζονται πολύ περισσότερη υποστήριξη για να προσαρμοστούν στην αλλαγή που έχει ήδη ενσωματωθεί στο παγκόσμιο κλιματικό σύστημα.
ΦΙΛΟΔΟΞΗ ΔΡΑΣΗ
Η διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το κλίμα COP26 στη Γλασκώβη σε 10 μέρες έχει στόχο να εξασφαλίσει περισσότερο φιλόδοξη δράση για το κλίμα από σχεδόν 200 χώρες που υπέγραψαν τη Συμφωνία του Παρισιού το 2015 και συμφώνησαν να προσπαθήσουν να περιορίσουν την παγκόσμια υπερθέρμανση που προκαλείται από τον άνθρωπο σε 1,5 βαθμό Κελσίου. Τα περιθώρια έχουν στενέψει πλέον. Ο κόσμος περιμένει και απαιτεί αποτελέσματα. Το κλίμα που θα βιώνουμε στο μέλλον εξαρτάται από τις αποφάσεις μας τώρα. Η μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλής κατανάλωσης άνθρακα πρέπει να γίνει άμεσα.
Το διακύβευμα για την Ευρώπη
Λαμβάνοντας υπόψη τα συμπεράσματα της έκθεσης του 2015, και τα αποτελέσματα της Διάσκεψης στην Λίμα, η Ευρωπαϊκή Ένωση ανάλαβε ηγετικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις για το κλίμα στην μεγαλύτερη και πιο κρίσιμη Διάσκεψη των Μερών (COP21) που άρχισε στις 30 Νοεμβρίου 2015 στο Παρίσι. Το διακύβευμα ήταν υψηλό: Ο στόχος ήταν να επιτευχθεί, για πρώτη φορά, μια παγκόσμια, νομικά δεσμευτική συμφωνία που θα επιτρέψει να καταπολεμηθεί αποτελεσματικά η κλιματική αλλαγή και να ενισχυθεί η μετάβασης προς κοινωνίες με χαμηλές εκπομπές άνθρακα. Αντικείμενο της διάσκεψης αυτής ήταν η επεξεργασία της πρώτης συμφωνίας που θα δεσμεύει το σύνολο της διεθνούς κοινότητας να μειώσει τις εκπομπές αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου ώστε να περιοριστεί στους 2 βαθμούς Κελσίου η αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη σε σχέση με την προ-βιομηχανική εποχή και να ενισχυθεί η μετάβασης προς κοινωνίες με χαμηλές εκπομπές άνθρακα.
Τι έχει όμως συμφωνηθεί; Το 30σέλιδο κείμενο της συμφωνίας προβλέπει ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να συγκρατήσουν την άνοδο της θερμοκρασίας μέχρι το 2100 αρκετά κάτω από τους 2,0 βαθμούς Κελσίου, και να προσπαθήσουν να την περιορίσουν ακόμα περισσότερο, στον 1,5 βαθμό. Συγκεκριμένα, το κείμενο της συμφωνίας, η οποία θα τεθεί σε ισχύ το 2020, προβλέπει ότι:
-Οι παγκόσμιες εκπομπές άνθρακα θα πρέπει να αρχίσουν να μειώνονται το ταχύτερο δυνατό.
-Από το 2050 και μετά οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα πρέπει να μειωθούν στα επίπεδα που μπορούν να απορροφούν τα δάση, έτσι ώστε να επιτευχθεί μια ισορροπία μηδενικών καθαρών εκπομπών.
-Από το 2020 οι ανεπτυγμένες χώρες θα προσφέρουν βοήθεια 100 δισ. δολαρίων το χρόνο προκειμένου να βοηθήσουν τις αναπτυσσόμενες χώρες να στραφούν σε καθαρές πηγές ενέργειας και να αντιμετωπίσουν τις καταστροφές που φέρνει η κλιματική αλλαγή. Υπάρχει επίσης η υπόσχεση ότι η χρηματοδότηση αυτή θα συνεχίσει στο μέλλον.
-Όλες οι χώρες θα εγγραφούν σε κοινό σύστημα αναφοράς, παρακολούθησης και επιβεβαίωσης των εκπομπών.
Έξι χρόνια έχουν περάσει από τη Συμφωνία του Παρισιού. Τα ερωτήματα παραμένουν: Έχει γίνει πρόοδος; Έχουμε κάνει αρκετά παγκόσμια για να ανατρέψουμε την κατάσταση; Υπάρχουν θετικά αποτελέσματα;
Την απάντηση στα πιο πάνω ερωτήματα την έχει δώσει η IPCC στα συμπεράσματα της 6ης έκθεσης αξιολόγησης για το κλίμα που ανακοινώθηκαν τον Αύγουστο του 2021. Η έκθεση αυτή θεωρείται ορόσημο για το κλίμα και τα συμπεράσματα των σχεδόν 4,000 σελίδων της έκθεσης αυτής μόνο ως δραματικά μπορούν να χαρακτηριστούν. Η έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μόνος τρόπος για τον περιορισμό της υπερθέρμανσης του πλανήτη είναι η επίτευξη καθαρών μηδενικών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα (CO2) σε παγκόσμια κλίμακα, κρούοντας με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο τον κώδωνα του θανάτου για τον άνθρακα και τα ορυκτά καύσιμα. Όμως είναι ξεκάθαρο από τους επιστήμονες ότι το χάσμα παραμένει τεράστιο καθότι οι συγκεντρώσεις CO2 στην ατμόσφαιρα το 2019 ήταν υψηλότερες από οποιαδήποτε άλλη στιγμή τα τελευταία 2 εκατομμύρια χρόνια. Ο επικείμενος πρόεδρος της COP 26, Alok Sharma, ήταν ξεκάθαρος στην ομιλία του στην παρουσίαση της έκθεσης: παρόλο που η επιθυμία του κόσμου να διατηρήσει τους 1,5ºC σε προσιτή απόσταση είναι σαφής, η ελπίδα «υποχωρεί γρήγορα». Οι χώρες της G-20 πρέπει να αυξήσουν τις δεσμεύσεις τους για το κλίμα άμεσα. Η απαίτηση από τις πλούσιες χώρες να υλοποιήσουν τη δέσμευσή τους να κινητοποιήσουν 100 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως σε χρηματοδότηση για να βοηθήσουν τις φτωχές χώρες να επενδύσουν σε πράσινες τεχνολογίες και να προσαρμοστούν στην άνοδο της θερμοκρασίας και της στάθμης των θαλασσών υπάρχει και είναι αναγκαία.
*Ο δρ Μάριος Βαλιαντής είναι ειδικός σε θέματα ενέργειας
(Φιλελεύθερος)