Τα λόμπι ακυρώνουν τις προσπάθειες μείωσης της μόλυνσης της ατμόσφαιρας
Για μια ακόμη φορά, στο Κατόβιτσε της Πολωνίας τις δύο περασμένες εβδομάδες, η διεθνής κοινότητα δεν κατόρθωσε να συμφωνήσει για τη λήψη δραστικών μέτρων καταπολέμησης της μόλυνσης της ατμόσφαιρας που προκαλεί ο άνθρωπος. Οι επιστήμονες αποδεικνύουν ότι αν η ανθρωπότητα συνεχίσει με τους σημερινούς ρυθμούς, μέχρι το τέλος του αιώνα η θερμοκρασία του πλανήτη θα ανέλθει κατά 3 έως 4 βαθμούς Κελσίου σε σύγκριση με τα προβιομηχανικά επίπεδα, με συνέπεια την αναπόφευκτη σταδιακή καταστροφή του. Για να υπάρξει ελπίδα, η αύξηση της θερμοκρασίας δεν πρέπει να ξεπεράσει τους 1.5 βαθμούς Κελσίου και τα κατάλληλα μέτρα θα πρέπει να ληφθούν άμεσα για να έχουν αποτέλεσμα.
Η ανησυχία για το σημαντικό αυτό πρόβλημα επισημοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1992 με τη Συμφωνία -Πλαίσιο του ΟΗΕ για την Κλιματική Αλλαγή. Έκτοτε οι ετήσιες παγκόσμιες συναντήσεις που έλαβαν χώρα μέχρι σήμερα υπό τη αιγίδα του διεθνούς οργανισμού, δεν έδωσαν λύση σε επίπεδο κυβερνήσεων. Σε μια σπάνια στιγμή ομοψυχίας, ΗΠΑ και Ρωσία, μαζί με τη Σαουδική Αραβία και το Κουβέιτ, ακύρωσαν στην πράξη την ανελαστική ανάγκη μετρήσιμης συμμετοχής των κυβερνήσεων του κόσμου για τη μείωση την παραγωγή διοξειδίου του άνθρακα.
Παρόλο που η Κίνα η οποία παράγει το μεγαλύτερο ποσοστό διοξειδίου του άνθρακα στον κόσμο (9.040 εκατ. μετρικούς τόννους ετησίως, ενώ οι ΗΠΑ 4.009, η Ινδία 2.066 και η Ρωσία 1.468), συμφώνησε να αναλάβει την ίδια ευθύνη με τα υπόλοιπα ανεπτυγμένα κράτη, η επιμονή του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ εναντίον της Συμφωνίας του Παρισιού προσέφερε την ευκαιρία και σε άλλους ηγέτες να κάνουν το ίδιο, με διάφορες δικαιολογίες.
Ως γνωστόν, επειδή το σημερινό παγκόσμιο οικονομικό σύστημα στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στους υδρογονάνθρακες, οι μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες και οι κυβερνήσεις που επηρεάζονται από αυτές, συνεχίζουν να αντιδρούν στη μείωση της χρήσης των υδρογονανθράκων. Η απαγκίστρωση από το κάρβουνο, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, αποτελεί μια εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση διότι θα προκαλέσει τεράστιες οικονομικές και κοινωνικές ανατροπές και ανακατατάξεις.
Ο φόβος των ανατροπών αυτών οδήγησε τη βιομηχανία των υδρογονανθράκων να αντιγράψει τις γκρίζες και στην πλειοψηφία τους επιλήψιμες μεθόδους πολιτικού λόμπι , παραπληροφόρησης, προπαγάνδας, εξαγοράς επιστημόνων και διαμορφωτών κοινής γνώμης κλπ., που χρησιμοποιούν οι βιομηχανίες καπνού, αλκοόλ, τυχερών παιχνιδιών και άλλων βλαβερών για τον άνθρωπο προϊόντων. Οι μεγάλες εταιρείες δημιουργούν οι ίδιες ή χρηματοδοτούν μελέτες "πρόθυμων" επιστημόνων, δεξαμενές σκέψης, πανεπιστήμια, εκκλησιαστικές οργανώσεις, τα ΜΜΕ κλπ., προκειμένου να δημιουργήσουν αμφιβολία στη διεθνή κοινή γνώμη σχετικά με τις επιστημονικές διαπιστώσεις για την καταστροφή του πλανήτη από τη μόλυνση της ατμόσφαιρας.
Όταν το 2004 δημοσιεύτηκε η τετραετής έρευνα 300 περίπου σοβαρών επιστημόνων για τις συνέπειες της υπερθέρμανσης του πλανήτη στην Αρκτική και το ραγδαίο λιώσιμο των πάγων, ακόμη και η πρωτοπόρος σε θέματα προστασίας του περιβάλλοντος, προοδευτική βρετανική εφημερίδα Γκάρντιαν "συμβιβάστηκε" και βγήκε με τίτλο "Οι ισχυρισμοί για την αλλαγή του κλίματος είναι άκυροι". Η εφημερίδα δικαιολογήθηκε ότι χρησιμοποίησε στοιχεία μελέτης που είχε πρόσφατα δημοσιεύσει η βρετανική δεξαμενή σκέψης "Δίκτυο Διεθνούς Πολιτικής", χωρίς όμως να αποκαλύψει στο αναγνωστικό της κοινό ότι η οργάνωση αυτή χρηματοδοτείται από την Εxxon με εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια το χρόνο.
Αντιδρώντας στο ζοφερό αυτό κλίμα, το 2006 η κορυφαία βρετανική παραδοσιακή οργάνωση Royal Society, άσκησε ανοιχτά αυστηρή κριτική εναντίον 39 δεξαμενών σκέψης και εταιρειών λόμπι, ότι χρηματοδοτούνται από την Exxon για να παράγουν ψευτο-επιστημονικές μελέτες για το κλίμα και αναλύσεις που παραποιούν τα πραγματικά επιστημονικά δεδομένα.
Συνέπεια των αποκαλύψεων του παραδοσιακού βρετανικού κατεστημένου, ήταν ότι η Exxon διέκοψε συνεργασία με τη συντηρητική δεξαμενή σκέψης Competitive Enterprise Institute, την οποία χρηματοδοτούσε με 2 εκατ. δολάρια το χρόνο και απευθύνθηκε στο υπερσυντηρητικό Heartland Ιnstitute, το οποίο χρηματοδοτούσαν εκτός από την Exxon και άλλες γνωστές μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες. Για τον ίδιο λόγο στις ΗΠΑ, οι γνωστοί πολυεκατομμυριούχοι αδελφοί Κότς, ιδιοκτήτες κολοσσιαίου ομίλου παραγωγής και εμπορίας υδρογονανθράκων με προσωπικό 70.000 υπαλλήλους σε 60 χώρες, διέθεσαν μέσα σε μια δεκαετία 61 εκατ. δολάρια.
Τον Μάιο του 2013, για πρώτη φορά από το 1958 που άρχισαν οι μετρήσεις του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα, μετρητής στη Χαβάη κατέγραψε ότι η συγκέντρωση του διοξειδίου ξεπέρασε τα 400 μικροσωματίδια. Η τελευταία φορά που σημειώθηκε η συγκέντρωση αυτή, υπογραμμίζουν οι επιστήμονες, ήταν περίπου 3 με 5 εκατ. χρόνια πριν, όταν η γη δεν είχε ακόμη πάρει τη μορφή που έχει σήμερα.
Σύμφωνα με τους Financial Times, ομάδα μεγάλων επενδυτών, συμπεριλαμβανομένου του Δήμου της Νέας Υόρκης και της Εκκλησίας της Αγγλίας, απαιτούν πλέον από την εταιρεία ExxonMobil τη λήψη άμεσων μέτρων για τη μείωση παραγωγής διοξειδίου, προκειμένου να περιοριστεί η άνοδος της θερμοκρασίας κάτω από τους 2 βαθμούς Κελσίου. Άλλοι επενδυτές που διαχειρίζονται 1.9 τρισεκατομ. δολάρια, κάνουν το ίδιο. Επενδυτές επίσης που διαχειρίζονται 32 τρισεκατ. δολάρια δημιούργησαν πέρυσι την οργάνωση Climate Action 100+, για να πιέσουν τις μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες να μειώσουν τις βλαβερές εκπομπές τους στην ατμόσφαιρα.
Οι πρώτοι που απέσυραν τις επενδύσεις τους από τις πετρελαϊκές εταιρείες ήταν οι καθηγητές του μικρού πανεπιστημίου Unity College, στο Μέην των ΗΠΑ , το 2012. Έξη χρόνια μετά, το 2018, σημειώθηκε η χιλιοστή αποχώρηση επενδυτή από εταιρείες που μολύνουν τον πλανήτη με διοξείδιο του άνθρακα. Οι πιο πρόσφατοι οργανισμοί που απέσυραν τα κεφάλαιά τους είναι μεγάλα ταμεία συντάξεων από τη Γαλλία, την Αυστραλία και το πανεπιστήμιο Brandeis της Μασαχουσέτης, ανεβάζοντας την απόσυρση των επενδύσεων από τις εταιρείες υδρογονανθράκων σε 8 τρισεκατ. δολάρια.