Το χρονικό του αδιεξόδου στις διασυνδέσεις των νησιών
Αν η ρήση «η ιστορία διδάσκει», ενέχει κάποια αλήθεια, τότε το ιστορικό των διασυνδέσεων των νησιών με το ηπειρωτικό ηλεκτρικό σύστημα και ειδικότερα της «Διασύνδεσης της Κρήτης», που συνοψίζεται στα επόμενα, μπορεί να φανεί χρήσιμο.
Οι πρώτες σκέψεις και διερευνήσεις για την δυνατότητα κατασκευής και την οικονομικότητα διασύνδεσης της Κρήτης με το υπηρετικό Σύστημα έγιναν περί τα μέσα της δεκαετίας 1960, στα πλαίσια των προσπαθειών της ΔΕΗ για την ηλεκτροδότηση όλης της ελληνικής επικράτειας από τις εγχώριες ενεργειακές πηγές, με την δημιουργία ενός ενιαίου – «Διασυνδεδεμένου» - δικτύου, περιλαμβανομένων και των νησιών.
Όμως η τεχνολογία της εποχής εκείνης και τα ειδικά χαρακτηριστικά του έργου διασύνδεσης της Κρήτης (μεγάλη απόσταση του νησιού από την ηπειρωτική χώρα, μεγάλο βάθος πόντισης των καλωδίων, μη ομαλός πυθμένας) καθιστούσαν την υλοποίησή του τα πρώτα εκείνα χρόνια τεχνικά αδύνατη, με αποτέλεσμα η λεπτομερέστερη εξέταση να αναβληθεί. Αντίθετα τα προγράμματα διασύνδεσης των λοιπών νησιών, τόσο του Ιονίου όσο και του Αιγαίου, προχωρούσαν κανονικά, εκτελούμενα αμέσως όταν διαπιστώνονταν από τις κατά καιρούς εκπονούμενες μελέτες ότι η διασύνδεσή τους ήταν τεχνικώς δυνατή και οικονομικώς συμφέρουσα, τουλάχιστον μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Έτσι σήμερα παραμένουν σε αυτόνομη λειτουργία μόνον 32 νησιά, ενώ τριπλάσια περίπου έχουν διασυνδεθεί.
Ειδικότερα για την Κρήτη, μια τεχνικοοικονομική μελέτη που έγινε το 1981, κατέληγε στο συμπέρασμα ότι το έργο θα καθίστατο οικονομικά συμφέρον μετά το 1986-88. Νέα μελέτη του θέματος, που έγινε το 1986, απέδειξε ότι διασύνδεση με καλώδια ικανότητας μεταφοράς 2x150=300MW, ήταν τεχνικά δυνατή και οικονομικά συμφέρουσα. Ακολούθησε η «έρευνα βυθού» για τον ακριβή προσδιορισμό της διαδρομής από το Τμήμα Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, η οποία έδειξε ότι η μάλλον ενδεικνυόμενη διαδρομή ήταν η Μονεμβασιάς – Κρήτης, με τεχνολογία Συνεχούς Ρεύματος (ΣΡ).
Με βάση τα συμπεράσματα αυτά η αρμόδια Διεύθυνση της ΔΕΗ προχώρησε στην λεπτομερή τεχνική μελέτη του έργου, με την προοπτική να τεθεί σε λειτουργία το 1995. Όμως από την Γενική Διεύθυνση Παραγωγής της ΔΕΗ, προτάθηκε να διπλασιαστεί η ικανότητα μεταφοράς δηλαδή να γίνει 2x300=600MW. Η λύση αυτή παρουσίαζε μεν το πλεονέκτημα να μην απαιτείται η δημιουργία νέου σταθμού παραγωγής στην Κρήτη για την κάλυψη της ζήτησης, τουλάχιστον τα αμέσως επόμενα χρόνια, όμως κρίνονταν τεχνικώς παρακινδυνευμένη.
Η αδυναμία της τότε Διοίκησης της ΔΕΗ να αποφασίσει άμεσα, είχε ως αποτέλεσμα να καλύπτονται κατά τα επόμενα χρόνια οι ανάγκες με προσωρινές λύσεις, επιβαρύνοντας το κόστος παραγωγής. Μετά τις βουλευτικές εκλογές του 1989 και την αλλαγή της Διοικήσεως της ΔΕΗ, αποφασίστηκε αρχικά η άμεση προώθηση της διασύνδεσης 2x150MW. Όμως τον Μάιο 1991 το Διοικητικό Συμβούλιο της ΔΕΗ, μετά και από πολιτικές παρεμβάσεις που ήταν αποτέλεσμα των τοπικών αντιδράσεων στη διάθεση κατάλληλου χώρου για την κατασκευή του αναγκαίου νέου σταθμού παραγωγής, άλλαξε γνώμη και αποφάσισε να αναβάλει επ’ αόριστον τη διασύνδεση.
Ακολούθησαν νέες καθυστερήσεις και διαβουλεύσεις, τελικά δε υπό τον κίνδυνο περιορισμών στην ηλεκτροδότηση του νησιού, παραχωρήθηκε στη ΔΕΗ οικόπεδο στο ανατολικό άκρο της Κρήτης για τη δημιουργία του νέου σταθμού, στη θέση Αθερινόλακος, εντελώς εκτός του κέντρου βάρους των καταναλώσεων, ενώ παρέμεναν σε λειτουργία και οι υφιστάμενοι δύο σταθμοί παραγωγής.
Με τον Ν.2773/99 για την «Απελευθέρωση της Ενεργειακής Αγοράς», ο προγραμματισμός για την δημιουργία νέων σταθμών παραγωγής στα νησιά ανατέθηκε στη ΡΑΕ, ενώ η λειτουργία και η επιμέλεια για την ενίσχυση των υφιστάμενων εγκαταστάσεων, παρέμενε στη ΔΕΗ -Διαχειριστή Νήσων.
Στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων αυτών η ΡΑΕ το 2002 προχώρησε σε μακροχρόνιο προγραμματισμό ανάπτυξης της ηλεκτροπαραγωγής στα νησιά και αποφάσισε την δημιουργία νέου μεγάλου σταθμού στην Κρήτη, στη θέση Κορακιά - στο όριο των νομών Ηρακλείου και Ρεθύμνου, καθώς και αντίστοιχου στη Ρόδο. Όμως η μεν δημιουργία νέου (ιδιωτικού) σταθμού στη Ρόδο προχώρησε άμεσα, όχι όμως και στην Κρήτη, όπου την κατασκευή είχε αναλάβει η ΔΕΗ.
Έτσι και μέχρι και σήμερα το ηλεκτρικό σύστημα της Κρήτης παρέμενε με τους δύο παλαιούς σταθμούς (Λινοπεραμάτων και Χανίων) και τον νεότερο του Αθερινόλακου, λαμβάνοντας κατά καιρούς συμπληρωματικά μέτρα ενίσχυσης για την αντιμετώπιση των αναγκών, με αποτέλεσμα να διαμορφωθεί ένα ανορθολογικό ηλεκτρικό σύστημα, με αδικαιολόγητα για το μέγεθος του νησιού υψηλό κόστος παραγωγής.
Παράλληλα όμως, το 2006 η ΡΑΕ ανέθεσε στο ΕΜΠ την εκπόνηση προκαταρκτικών μελετών σχετικά με την τεχνική δυνατότητα και οικονομικότητα της διασύνδεσης των κατά το δυνατόν περισσότερων εκ των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών (ΜΔΝ) του Αιγαίου, με δεδομένη πλέον την μεγάλη πρόοδο της τεχνολογίας που είχε σημειωθεί κατά τις τελευταίες δεκαετίες, όπως είχε διαπιστωθεί από ανάλογη μελέτη του ΕΜΠ του 2004 για τις Κυκλάδες. Οι μελέτες αυτές του ΕΜΠ ανέδειξαν την δυνατότητα και οικονομικότητα της διασύνδεσης των περισσότερων από τα ΜΔΝ, με πρώτη αυτή της Κρήτης, ενώ επιπλέον έδιναν και την δυνατότητα πληρέστερης αξιοποίησης των πλούσιων τοπικών ΑΠΕ.
Όμως το 2007 λήφθηκε η απόφαση όπως η διαφορά κόστους παραγωγής στο ηπειρωτικό σύστημα και στα ΜΔΝ, χαρακτηριστεί ως παροχή Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ). Κατά συνέπεια το αυξημένο κόστος παραγωγής των ΜΔΝ δεν θα επιβάρυνε πλέον τη ΔΕΗ, σε αντίθεση με ότι συνέβαινε από το 1956, αλλά απευθείας τους καταναλωτές. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να μην υπάρχει πλέον για τη ΔΕΗ Α. Ε. οικονομικό ενδιαφέρον για την επίσπευση της διασύνδεσης των ΜΔΝ και γενικότερα τη μείωση του κόστους παραγωγής αυτών.
Μετά την κυβερνητική αλλαγή του 2009 και στα πλαίσια των αντιλήψεων που επικρατούσαν τότε για ταχεία ανάπτυξη των ΑΠΕ, εκδόθηκε ο Ν.3581/2010, ο οποίος όριζε ότι κάτοχοι Αδειών Παραγωγής από ΑΠΕ σε ΜΔΝ θα μπορούσαν να απολαμβάνουν αυξημένα τιμολόγια εφόσον κατασκεύαζαν οι ίδιοι την αναγκαία διασύνδεση για την διοχέτευση της παραγωγής τους στο ηπειρωτικό σύστημα.
Με τον τρόπο αυτό διευκολύνονταν η χρηματοδότηση της διασύνδεσης των νησιών, αφού η ΔΕΗ θα αναλάμβανε μόνον την κατασκευή των συμπληρωματικών έργων για την ασφαλή ηλεκτροδότησή τους. Για τον σχεδιασμό της υλοποίησης των παραπάνω ο αρμόδιος τότε ΔΕΣΜΗΕ (Διαχειριστής του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς), λαμβάνοντας υπόψη τις Άδειες Παραγωγής ΑΠΕ που είχαν δοθεί από τη ΡΑΕ, όφειλε να παρουσιάσει εντός έξη μηνών σχετική μελέτη, παρόμοια της προκαταρκτικής μελέτης του ΕΜΠ, όπως και έγινε. Ταυτόχρονα ο ΔΕΣΜΗΕ πρότεινε στο αρμόδιο Υπουργείο την εφαρμογή συγκεκριμένης διαδικασίας για την σταδιακή εκπόνηση των οριστικών/κατασκευαστικών μελετών και τον τρόπο ανάθεσης και χρηματοδότησης των διασυνδέσεων που θα προκρίνονταν.
Προτεραιότητα δόθηκε στην εξέταση της διασύνδεσης της Κρήτης, η οποία έγινε σε συνεργασία ΡΑΕ, ΔΕΣΜΗΕ και ΔΕΗ. Στις αρχές 2011 προτάθηκε ομόφωνα η άμεση προώθηση των κατασκευαστικών μελετών για την διασύνδεση της Κρήτης με το ηπειρωτικό σύστημα στο Λαύριο, ισχύος 2x350MW, η οποία και έγινε αποδεκτή. Κατά τα επόμενα χρόνια και μετά την εκτίμηση ότι για της εκτέλεση του μεγάλου αυτού έργου απαιτείτο χρονικό διάστημα πέραν της 5ετίας, ενώ ήταν αναγκαία η λήψη άμεσων μέτρων λόγω και της υποχρέωσης της χώρας μας για την απομάκρυνση υφιστάμενων παλαιών ρυπογόνων πετρελαϊκών μονάδων μέχρι το 2020.
Τελικώς, όπως είναι γνωστό και με την σύμφωνη γνώμη των τοπικών παραγόντων, αποφασίστηκε αφενός μεν η διασύνδεση της Κρήτης από την Πελοπόννησο, ισχύος 2x150MW, ενώ παράλληλα για την πληρέστερη εξασφάλιση και την μακροχρόνια κάλυψη των αναγκών της και η μέσω Αττικής διασύνδεση 2x350MW. Το επιθυμητό για την ομαλή ηλεκτροδότηση του νησιού ήταν η πρώτη διασύνδεση να τεθεί σε λειτουργία πριν από το θέρος 2019, ενώ η δεύτερη να τεθεί σε λειτουργία το αργότερο το 2025. Έστω και μικρή καθυστέρηση στην τήρηση των παραπάνω χρόνων, οδηγεί στην αδυναμία ομαλής ηλεκτροδότησης του νησιού, η δε αντιμετώπιση τυχόν καθυστερήσεων με την «λήψη προσωρινών μέτρων», πέραν του ότι δεν είναι βέβαιο ότι εξασφαλίζει την ομαλή ηλεκτροδότηση, θα επιβαρύνει αδικαιολόγητα τους καταναλωτές.
Είναι σήμερα προφανές ότι οι προβλέψεις του Ν. 3851/2010 αποδείχθηκαν στην πράξη ουτοπικές: Διαπιστώθηκαν ανυπέρβλητα εμπόδια στην υλοποίηση των έργων ΑΠΕ, αφού εκτός των άλλων βρήκαν αντιμέτωπη την γραφειοκρατία στην έκδοση των Αδειών Κατασκευής από τις κατά τόπους κρατικές, ενώ συνάντησαν και την αντίδραση των κατοίκων των νησιών.
Την αδιέξοδη κατάσταση που διαμορφώθηκε με την απόφαση του 2007 με τον χαρακτηρισμό ως ΥΚΩ και τις αδυναμίες εφαρμογής του Ν. 3851/2010, μετέβαλε η Απόφαση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας 2014/536/ΕΚ του 2014, που απαγόρευσε την χορήγηση νέων Αδειών συμβατικής Παραγωγής στα ΜΔΝ από τη ΡΑΕ, αν προηγουμένως δεν εξεταζόταν τυχόν οικονομικότερες λύσεις.
Σε εφαρμογή της Απόφασης αυτής, η οποία πέρασε και στο Ελληνικό Δίκαιο, αποφασίστηκε από τη ΡΑΕ η σύσταση Επιτροπής, η οποία λειτουργεί από το 2016, για την διερεύνηση-καθορισμό του οικονομικότερου τρόπου ηλεκτροδότησης των ΜΔΝ και τελικώς εισηγείται στη ΡΑΕ τον μακροχρόνιο σχεδιασμό της ηλεκτροδότησης αυτών με την επιλογή: Αυτόνομη ανάπτυξη, με χρήση Πετρελαίου ή Φυσικού Αερίου, ή Διασύνδεση με το ηπειρωτικό σύστημα.
Ακολούθως, μετά και τη σύμφωνη γνώμη των αρμόδιων φορέων τα αναγκαία έργα εντάσσονται στο δεκαετές πρόγραμμα ανάπτυξης του ΑΔΜΗΕ ή το επταετές του ΔΕΔΔΗΕ, όπως προβλέπει ο Ν. 4001/2012. Η Επιτροπή, λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι οι παραπάνω ημερομηνίες για την διασύνδεση της Κρήτης θα τηρηθούν, έχει ήδη εισηγηθεί σχετικά όσον αφορά στα εννέα νησιά των Κυκλάδων που δεν περιλαμβάνονται στην υπό κατασκευή διασύνδεση, καθώς και για τα Δωδεκάνησα, ενώ επίκειται η εισήγησή της και για τα νησιά του Β. Αιγαίου.
Η όπως παραπάνω συνοπτική αναφορά στο θέμα και ειδικότερα στο ιστορικό της «διασύνδεσης της Κρήτης», (που καλύπτει άνω του 50% της συνολικής κατανάλωσης των ΜΔΝ με ετήσιο κόστος των ΥΚΩ να υπερβαίνουν τα 700 εκ. Ευρώ), αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της μεγάλης ζημιάς που υφίσταται τελικώς το σύνολο των καταναλωτών από τη μη έγκαιρη εκτέλεση των έργων.
Ατυχώς, όπως πληροφορούμεθα και από τον πολύτιμο δικτυακό τόπο του energypress, δικαιολογούνται πλήρως οι σοβαρές ανησυχίες που εκφράζονται για την ομαλή εξέλιξη των έργων, ιδίως αυτών που αφορούν στην ηλεκτροδότηση της Κρήτης μετά το 2020. Ας ελπίσουμε ότι τα εμπόδια θα ξεπεραστούν έγκαιρα ώστε να αποφευχθούν αστοχίες του παρελθόντος, παράλληλα δε να εδραιωθεί σταδιακά η αντίληψη για την ανάγκη της απρόσκοπτης υλοποίησης του μακροχρόνιου προγραμματισμού όλων των έργων που αφορούν τα ΜΔΝ, αλλά και γενικότερα.
(Ο κ. Μιχάλης Παπαδόπουλος είναι ομ. καθ. ΕΜΠ και πρώην πρόεδρος του ΔΕΣΜΗΕ)