Τι μπορεί να γίνει με τις απώλειες στο δίκτυο;
Επειδή το θέμα των ρευματοκλοπών βρίσκεται τις τελευταίες μέρες και πάλι στην επικαιρότητα, σας μεταφέρω εδώ όσα μου έγραψε φίλος της στήλης από το χώρο της προμήθειας ρεύματος:
«Το ζήτημα των απωλειών στο δίκτυο διανομής δεν είναι καινούργιο. Οι εγκεκριμένοι συντελεστές έχουν σχεδόν διπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία: από 8,41% σε 16,19% στη Χαμηλή Τάση και από 2,56% σε 4,59% στη Μέση Τάση. Κι αν για τη Χαμηλή Τάση μπορεί να αναζητηθεί μερικώς η ευθύνη στους τελικούς χρήστες, στη Μέση Τάση, όπου υπάρχει εκτεταμένη τηλεμέτρηση, η ευθύνη δεν μπορεί να αποδοθεί κατά κύριο λόγο στον καταναλωτή. Όταν, μάλιστα, η Ελλάδα κατατάσσεται σταθερά μεταξύ των χειρότερων επιδόσεων στην Ευρώπη, φαίνεται πως δεν ευθύνεται απλώς η παραβατική συμπεριφορά ορισμένων καταναλωτών (ρευματοκλοπές).
Αντίθετα, υπάρχει θεσμικό έλλειμμα κινήτρων. Ο Διαχειριστής Δικτύου εμφανίζεται να αποδίδει τις απώλειες είτε σε εξωτερικούς παράγοντες είτε στις ρευματοκλοπές. Εν τω μεταξύ διεκδικεί αύξηση του Επιτρεπόμενου Εσόδου κατά 23% για το 2025, στα €1,12 δισ., ενώ προγραμματίζει επενδύσεις €1,2 δισ. για την αντικατάσταση των μετρητών με «έξυπνους» έως το 2030. Ο αναμενόμενος αντίκτυπος; Μείωση των απωλειών κατά μόλις 20% σύμφωνα με τα όσα προβλέπει ο ίδιος ο ΔΕΔΔΗΕ.
Κι όλα αυτά με το κόστος να περνά, σταθερά, στον τελικό καταναλωτή – είτε άμεσα μέσω των ρυθμιζόμενων χρεώσεων είτε έμμεσα μέσω των επιβαρύνσεων του κόστους προμήθειας. Το πραγματικό πρόβλημα δηλαδή δεν είναι τεχνικό αλλά θεσμικό: η απουσία λογοδοσίας και η μη σύνδεση της αποδοτικότητας του Διαχειριστή με τα οικονομικά του κίνητρα. Η αποσύνδεση αυτή, εκτός από αντιαναπτυξιακή, είναι και αντικοινωνική.
Όσο το θεσμικό πλαίσιο αποτυγχάνει να ανταμείψει την πρόληψη και τη βελτίωση και επιλέγει να επιδοτεί τη συνήθεια και τη δυσλειτουργία, το μόνο βέβαιο είναι ότι οι λογαριασμοί δεν θα μικρύνουν. Ούτε οι αποστάσεις από την Ευρώπη».