Τα πολιτικά και τα οικονομικά κριτήρια για τις ενεργειακές επενδύσεις
του Γιώργου Χατζηιωάννου

Τα πολιτικά και τα οικονομικά κριτήρια για τις ενεργειακές επενδύσεις

02 03 2018 | 15:26

Η ενεργή παρουσία της Exxon Mobil στη Ρωσία κατά τη διάρκεια του αμερικανικού και ευρωπαϊκού εμπάργκο εναντίον της Μόσχας, ιδιαίτερα μετά την υπουργοποίηση του προέδρου της Ρεξ Τίλερσον, συνιστούσε κακοήθες απόστημα στην διεθνή εικόνα των ΗΠΑ και έπρεπε να λυθεί, έστω και με τρόπο που παραπέμπει περισσότερο σε επικοινωνιακή διαχείριση, παρά σε ουσία. Στη σκακιέρα των ψυχροπολεμικών ανταγωνισμών οι παίκτες πρέπει να εμφανίζονται ότι είναι αποφασισμένοι να φτάσουν μέχρι το τέλος για να γίνονται πιστευτοί. Αυτό έπραξε η Ουάσιγκτον με την πολιτική της κίνηση να διακόψει τη συνεργασία της Exxon Mobil με την ελεγχόμενη από το Κρεμλίνο Rosneft, στον τομέα της έρευνας υδρογονανθράκων στη ζώνη της Αρκτικής.

Δεν είναι σίγουρο όμως ότι τα πράγματα είναι όπως εμφανίζονται και ο Ρεξ Τίλερσον δεν είναι ο μόνος υπουργός του Ντόναλντ Τραμπ που τσούγκρισε φιλικά το ποτήρι του με τον Βλαδίμιρ Πούτιν. Στην ανακοίνωση αποχώρησης της Exxon Mobil δεν αναφέρεται π.χ. τίποτα περί διακοπής των από 25ετίας  δραστηριοτήτων της εταιρείας στη Ρωσία, συμπεριλαμβανομένης και αυτής στο κοίτασμα της Σαχαλίνης. Θα ήταν οξύμωρο επίσης για αμερικανική εταιρεία να βοηθά τη Μόσχα να ανακαλύψει νέους υδρογονάνθρακες στη Σιβηρία, τη στιγμή που είναι δεδομένη η απόφαση  Μόσχας-Πεκίνου για στενή συνεργασία στην εκμετάλλευση των δυνατοτήτων του σταθμού Yamal LNG και των όποιων άλλων πρώτων υλών υπάρχουν ή ανακαλυφθούν στις αρκτικές περιοχές της Ρωσίας.  Δεν είναι τυχαίο ότι στο Πεκίνο μιλούν για ένα νέο "Βόρειο Δρόμο του Μεταξιού", που θα είναι και η απάντηση-διέξοδος της Ρωσίας στις συνεχείς πιέσεις της Ουάσιγκτον και των Βρυξελλών σε όλα τα επίπεδα.

Στα ανωτέρω μπορούν να προστεθούν και άλλα επιχειρήματα, όπως π.χ. η άρνηση της Ευρώπης να εφαρμόσει το ενεργειακό εμπάργκο εναντίον της Ρωσίας, κάτι που ακυρώνει ουσιαστικά στην πράξη τις αμερικανικές στοχεύσεις εναντίον του Πούτιν και τις καθιστά περισσότερο επικοινωνιακές.  Σε ότι αφορά την Ελλάδα και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, εφαρμόζοντας το εμπάργκο πληρώνουν για κάτι που δεν ευθύνονται αυτές, με μειώσεις στις εξαγωγές των γεωργικών και άλλων προϊόντων τους προς τη Ρωσία.

Εξάλλου, όπως ο Ρεξ Τίλερσον ως πρόεδρος της Εxxon Mobil κατά το παρελθόν, έτσι και άλλοι στενοί πρώην και νυν υψηλόβαθμοι συνεργάτες του Ντόνταλντ Τραμπ συνεργάστηκαν  με τους Ρώσους. Μεταξύ αυτών ο  πρώην Σύμβουλος Ασφάλειας του Λευκού Οίκου στρατηγός Μάικλ Φλιν και ο λομπίστας Πωλ Μάναφορντ που διετέλεσε υπεύθυνος της προεκλογικής του εκστρατείας του Τραμπ. Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο Υπουργός Εμπορίου των ΗΠΑ Γουίλμπορ Ρος, στον οποίο έχει ανατεθεί από το Λευκό Οίκο ο χειρισμός της Ελλάδας.  Σύμφωνα με την Γκάρντιαν του Λονδίνου  στις 6 Νοεμβρίου 2017, ο Ρος μέσω της ναυτιλιακής του εταιρείας Navigator συνεργαζόταν στενά με τη ρωσική Sibur του Kiril Shamalov, συζύγου της Katerina Tikhonova, κόρης του Βλαδίμιρ Πούτιν. Τα καράβια τους Navigator Libra , Navigator Leo και αργότερα άλλα δύο, μετέφεραν αέριο της Sibur στην Ευρώπη  σλλ΄σκσι αέριο του του Μαδούρο της Βενεζουέλας . Οι δύο συνεταίροι συνεργάστηκαν από το 2011 μέχρι το 2014 που εφαρμόστηκε το εμπάργκο εναντίον της Ρωσίας. Η  αντικαταστάτρια όμως του  Ρος στο διοικητικό συμβούλιο της Navigator τον Νοέμβριο του 2014  ήταν η  Wendy Teramoto, διευθύντρια της εταιρείας του Γουίλμπορ Ρος "WL Ross ".  Αργότερα η Teramoto ανέλαβε διευθύντρια προσωπικού στο γραφείο του πρώην εργοδότη της, του υπουργού Εμπορίου πλέον  Γουίλμπορ Ρος.

To αποτέλεσμα είναι ότι στο πλαίσιο του "Ψυχρού Πολέμου Νο. 2" , μετά την άνοδο του Πούτιν στην εξουσία,  Ουάσιγκτον και Μόσχα αλληλοκατηγορούνται ότι χρησιμοποιούν την ενέργεια ως όπλο εναντίον του αντιπάλου, με τους Ευρωπαίους στη μέση να επιμένουν στο οικονομικό όφελος ως βασικό κίνητρο των ενεργειακών τους πρωτοβουλιών.

Δεν είναι ωστόσο μόνο οι Ευρωπαίοι που αμφισβητούν τη λογική της δαπανηρής αυτής αντιπαλότητας. Το διαπιστώνουν με συνεντεύξεις τους με Αμερικανούς διπλωμάτες και οι ίδιοι  οι Αμερικανοί συνεργάτες του περίφημου κέντρου ενεργειακών μελετών του Πανεπιστημίου Κολούμπια της Νέας Υόρκης "Columbia SIPA Center",  που ίδρυσε και διευθύνει ο εμπνευστής της αμερικανικής ενεργειακής πολιτικής επί Ομπάμα,  Jason Bordoff. 

Συγκεκριμένα στις 1 Μαρτίου 2018, ο Dr. Tim Boersma με προϋπηρεσία στο Brookings Institution και ο Dr. Corey Johnson, καθηγητής στο Πανεπιστήμιου Βορείου Καρολίνας, κυκλοφόρησαν έρευνά τους με τίτλο U.S Energy Diplomacy, στην οποία αναλύουν με βάση συνεντεύξεις τους με Αμερικανούς διπλωμάτες και στελέχη της αγοράς που δεν κατονομάζονται για ευνόητους λόγους,  τη διάρθρωση, τον τρόπο λειτουργίας  και τους στόχους της επίσημης αμερικανικής επικοινωνιακής πολιτικής στον τομέα της ενέργειας, στο εξωτερικό και ιδιαίτερα στην Ευρώπη.

Ο μηχανισμός χειρισμού των ενεργειακών ζητημάτων στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ  δημιουργήθηκε από την πρώην υπουργό Εξωτερικών Χίλαρυ Κλίντον, η οποία αναζητούσε νέα αφηγήματα  για περαιτέρω διπλωματικές διεισδύσεις στο εξωτερικό. Αρχικά ονομαζόταν  Global Shale Gas Initiative (GSGI) και είχε αντικείμενο την προώθηση του αμερικανικού σχιστολιθικού αερίου. Στη συνέχεια μετονομάστηκε σε Unconventional Gas Engagement Program (UGTEP) και στελεχώνεται από 100 περίπου διπλωμάτες. Προϊστάμενοι με βαθμό βοηθού υπουργού διετέλεσαν οι Ντέιβιντ Γκόλντγουιν, Κάρλος Πασκάλ, Έημος Χόκστιν  και από τον Ιούλιο του 2017, επί Ντόναλντ Τραμπ,  ο Τζον Μακάρικ. Η συντηρητική δεξαμενή σκέψης Heritage, που πρόσκειται στον Τραμπ, αμφισβήτησε την χρησιμότητα της υπηρεσίας αυτής στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ.

Παράλληλα, στα υπουργεία Εμπορίου και Ενέργειας λειτουργούν και άλλες υπηρεσίες χειρισμού των ενεργειακών θεμάτων στο εξωτερικό, οι οποίες υποτίθεται, όχι πάντα, ότι συνεργάζονται αρμονικά με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ. 

Σε αντίθεση με την κυβέρνηση Ομπάμα, αναφέρουν οι δύο ειδικοί, η κυβέρνηση Τραμπ προωθεί τις εξαγωγές κάρβουνου αδιαφορώντας για τις περιβαλλοντολογικές συνέπειες, με αποκορύφωμα την πώληση 700.00 τόνων κάρβουνου στην Ουκρανία το καλοκαίρι του 2017. Ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ επανέφερε το κάρβουνο στην αμερικανική και διεθνή ατζέντα, γεγονός που  τον έφερε αντιμέτωπο με τους Ευρωπαίους και τον υπόλοιπο κόσμο.

Σε ότι αφορά την Ευρώπη, η αμερικανική πολιτική έγινε πιο επιθετική εναντίον της Μόσχας μετά τις διευρύνσεις της Ευρωπαϊκής  Ένωσης το 2005 και το 2007, λόγω της προσάρτησης των πρώην κομμουνιστικών χωρών της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων. Η αντιπαλότητα αυτή ενισχύθηκε επίσης σημαντικά λόγω των διακοπών στην ομαλή ροή υδρογονανθράκων από τη Ρωσία προς την Ευρώπη μέσω Ουκρανίας το 2006 και το 2009 και στη συνέχεια, όπως είναι γνωστό , με τους πολέμους της Ουκρανίας, της Συρίας κλπ.

Παρόλο που η προσπάθεια εξασφάλισης εναλλακτικών πηγών ενέργειας για να αντιμετωπιστεί το ρωσικό μονοπώλιο χαιρετίζεται στην έκθεση των δύο ειδικών ως θετική, το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουν είναι ότι στην πράξη οι Ευρωπαίοι ενδιαφέρονται για τις οικονομικές και όχι για τις πολιτικές, ψυχροπολεμικές παραμέτρους στις σχέσεις τους με τη Ρωσία, ενώ  υπογραμμίζεται ότι οι Αμερικανοί διπλωμάτες αδυνατούν να αντιστρέψουν την στάση αυτή. 

Ως παραδείγματα  μη πλήρως επιτυχημένων προγραμμάτων αναφέρουν τον σταθμό LNG της Πολωνίας, την περίπτωση  του σχεδίου Nabucco και τον Νότιο Διάδρομο που περνάει και από την Ελλάδα.  Σε ότι αφορά τον Nabucco, εγκαταλείφθηκε για οικονομικούς λόγους μόλις η ΒΡ προσανατολίστηκε προς την Ιταλία, ενώ ο με πολιτικά κίνητρα σχεδιασμένος Νότιος Διάδρομος θα κοστίσει ακριβά - 40 δισ. ευρώ -  και θα μεταφέρει μικρές συγκριτικά ποσότητες αερίου. Τελικά θα  αναγκαστεί να προσφύγει και στο ρωσικό αέριο για να αντιμετωπίσει τις σχετικές ανάγκες. Προφανώς, υπογραμμίζουν οι δύο ειδικοί, κατασκευάζεται για να βοηθήσει επίσης και το Αζερμπαϊζάν, αλλά Αμερικανοί και Ευρωπαίοι παραβλέπουν το γεγονός ότι το καθεστώς του παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Συγκεκριμένα, ο Νότιος Διάδρομος παρά τις διαβεβαιώσεις για δυνατότητες μεταφοράς 60 bcm το χρόνο, θα μεταφέρει 16 bcm στην Τουρκία και μέσω του ΤΑΡ 10 bcm προς Ιταλία και  Ευρώπη, που καταναλώνει ετησίως συνολικά 500 bcm.  Δεν υποτιμούμε τον αγωγό , υπογραμμίζουν οι δυο ειδικοί, αλλά είναι ένα ακόμη παράδειγμα του ότι τα με πολιτικά κίνητρα ενεργειακά έργα είναι συνήθως πανάκριβα.

Αναφέροντας ότι το Στείτ Ντιπάρτμεντ έχει σχετικά μικρή επιρροή στις αμερικανικές ιδιωτικές εταιρείες ενέργειας, οι δύο ερευνητές υπογραμμίζουν ότι παρά το εμπάργκο εναντίον της Ρωσίας, η Γερμανία , Γαλλία, Αυστρία και Ολλανδία συνεργάζονται με την Γκαζπρόμ στην κατασκευή του αγωγού Nord Stream 2.

Υπενθυμίζουμε ότι σε πρόσφατες δηλώσεις του ο πρόεδρος της Γκαζπρόμ Αλεξέι Μίλλερ ανέφερε ότι το 2017 οι ΗΠΑ εξήγαγαν στην Ευρώπη 4 δισ. κ.μ. αερίου υπό μορφή LNG, ενώ η Ρωσία 370 δισ. κ.μ. και ότι το 2022 το αμερικανικό LNG θα είναι ακριβότερο από το ρωσικό αέριο.

Με βάση λοιπόν τις απογοητεύσεις του παρελθόντος σχετικά με τα μεγαλεπήβολα σχέδια αγωγών και άλλων ενεργειακών υποδομών που τελικά δεν πραγματοποιήθηκαν γιατί αποτελούσαν  απλώς ψυχροπολεμικά προπαγανδιστικά εργαλεία στα χέρια των υπερδυνάμεων, εκφράζουμε την ευχή  οι προθέσεις των Exxon Mobil, Total, ENI κλπ. στις θάλασσές  μας νοτιοδυτικά της Κρήτης και στο Ιόνιο Πέλαγος να είναι ειλικρινείς, να βασίζονται σε οικονομικά και όχι πολιτικά κριτήρια, να φτάσουν μέχρι το τέλος για το καλό της χώρας και να μη χρησιμοποιηθούν υποκριτικές, υποχωρητικές δικαιολογίες λόγω τουρκικής ή άλλης αντίδρασης. 

  

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM