Σ. Παπαθανασίου: Δέσμευση ηλεκτρικού «χώρου» μόνο από βιώσιμες επενδύσεις – Ανάγκη για ισορροπημένο μοντέλο ανάπτυξης της αποθήκευσης – Η λειτουργική ενίσχυση σημαίνει το ελάχιστο δυνατό κόστος για τον καταναλωτή

Σ. Παπαθανασίου: Δέσμευση ηλεκτρικού «χώρου» μόνο από βιώσιμες επενδύσεις – Ανάγκη για ισορροπημένο μοντέλο ανάπτυξης της αποθήκευσης – Η λειτουργική ενίσχυση σημαίνει το ελάχιστο δυνατό κόστος για τον καταναλωτή

Σ. Παπαθανασίου: Δέσμευση ηλεκτρικού «χώρου» μόνο από βιώσιμες επενδύσεις – Ανάγκη για ισορροπημένο μοντέλο ανάπτυξης της αποθήκευσης – Η λειτουργική ενίσχυση σημαίνει το ελάχιστο δυνατό κόστος για τον καταναλωτή

Προβληματικά μεγάλες θα είναι φέτος οι περικοπές ΑΠΕ, με τα έργα να υφίστανται παράλληλα υπερδιπλάσιες απώλειες εσόδου λόγω των μηδενικών-αρνητικών χονδρεμπορικών τιμών, όπως εκτιμά στη συνέντευξή του στο energypress ο Σταύρος Παπαθανασίου, καθηγητής στο ΕΜΠ και επικεφαλής της Ομάδας Διοίκησης Έργου του ΥΠΕΝ για τις ανανεώσιμες πηγές και την αποθήκευση. Χαρακτηρίζει τεράστιο λάθος το ότι επιτρέπεται η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη φωτοβολταϊκών χωρίς αποθήκευση. «Από το 2023 είχαμε δουλέψει και παρουσιάσει στο ΥΠΕΝ σχήμα στήριξης για φωτοβολταϊκά με μεγάλη εσωτερική αποθήκευση και περιορισμούς έγχυσης, όμως η όλη προσπάθεια παρέμεινε παγωμένη στο κλίμα του "τέλους των κρατικών ενισχύσεων"», προσθέτει.

Όσον αφορά την πρόσβαση στον ηλεκτρικό «χώρο» από νέα έργα, σημειώνει πως πλέον πρέπει να λήξει η φόρμουλα της χρονολογικής σειράς ή με βάση προτεραιότητες που θέτουν ad hoc διοικητικές ρυθμίσεις. Τη θέση τους είναι απαραίτητο να πάρει ένα νέο πλαίσιο που θα λαμβάνει υπόψη του μεταξύ άλλων τη βιωσιμότητα των επενδύσεων, καθώς και την ταχύτητα αξιοποίησης του πόρου που διατίθεται. Παράλληλα, εφιστά προσοχή στην αξιοποίηση του «overbooking», ώστε «να μην οδηγηθούμε σε πρόωρη γενίκευση του φαινομένου μέσω αθρόας παροχής πρόσβασης», όπως τονίζει χαρακτηριστικά. 

Ο κ. Παπαθανασίου επισημαίνει επίσης πως αν και θα δώσουν «ανάσα» οι merchant αυτόνομες μπαταρίες που βρίσκονται καθ΄οδόν, η διείσδυση της αποθήκευσης δρομολογείται ανισοβαρώς στη χώρα μας, καθώς χρειάζεται και σε επίπεδο μεμονωμένου έργου, πέρα από την κεντρική αποθήκευση. Καθώς όμως η επένδυση σε μπαταρίες behind the meter δεν βγαίνει με προφανή και αδιαμφισβήτητο τρόπο, το ζητούμενο θα ήταν η πολιτείας να καθιερώσει το κατάλληλο σχήμα στήριξης, ώστε να εξασφαλίσει τα έργα, με το ελάχιστο δυνατό κόστος και με ανταλλάγματα από πλευράς έργων π.χ. σε όρους λειτουργικών περιορισμών που θα αποδεχθούν.

Σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις, αναφέρει πως ο συνδυασμός των συμβολαίων διαφορών (CfD) με τις ανταγωνιστικές διαδικασίες εξασφαλιστούν τις ενεργειακές επενδύσεις, με το ελάχιστο δυνατό κόστος και το μέγιστο όφελος για το κοινωνικό σύνολο. Επίσης, τα σχήματα στήριξης επιτρέπουν στο κράτος να κάνει αποτελεσματικό ενεργειακό σχεδιασμό, ενώ δίνουν τη δυνατότητα για τη διασπορά των επενδύσεων σε ευρεία βάση και τη διατήρηση της πολυσυλλεκτικότητας του χώρου των ΑΠΕ.

Η αυξητική τάση των περικοπών και των αρνητικών – μηδενικών χονδρεμπορικών τιμών διευρύνει συνεχώς την απώλεια εσόδων των ΑΠΕ (και ιδιαίτερα των φωτοβολταϊκών). Για παράδειγμα, πλέον υπάρχουν διαστήματα υπερπαραγωγής ΑΠΕ και το καλοκαίρι ή τον χειμώνα. Πώς εκτιμάτε ότι θα εξελιχθεί η κατάσταση από εδώ και πέρα; Υπήρχαν ενδεχομένως λύσεις που θα μπορούσαν να υιοθετηθούν εγκαίρως και θα είχαν περιορίσει το μέγεθος του προβλήματος;

Η κατάσταση διαρκώς επιδεινώνεται. Πλέον κινούμαστε σε επίπεδα περικοπών πάνω από το 10%, και το 2026 τα πράγματα θα είναι ακόμα χειρότερα. Δεν έχει νόημα να κινδυνολογήσουμε με νούμερα – θα είναι προβληματικά μεγάλες. Και η απώλεια εσόδου λόγω μηδενικών και αρνητικών τιμών είναι ακόμα μεγαλύτερη, υπερδιπλάσια των περικοπών, και θα αυξηθεί περαιτέρω, καθώς μπαίνουν GW νέων φωτοβολταϊκών που δεν διαθέτουν αποθήκευση.

Αυτή τη στιγμή οι ελπίδες βρίσκονται στην κεντρική αποθήκευση, στις μπαταρίες, που όμως καθυστερούν. Μέσα στο 2026 θα δούμε σημαντικό όγκο έργων να τίθενται σε δοκιμαστική λειτουργία, 1-1.5 GW. Θα δώσουν μια ανάσα στις περικοπές, επειδή όμως ο όγκος των ΦΒ που αναμένεται να τεθούν σε λειτουργία είναι μεγάλος, οι περικοπές θα παραμείνουν υψηλές. Το πρόβλημα με την κεντρική αποθήκευση που θα αναπτυχθεί υπό μορφή έργων merchant είναι ότι ποτέ δεν θα είναι αρκετή για να θωρακίσει τις επενδύσεις ΑΠΕ έναντι των περικοπών και αρνητικών τιμών: απλούστατα διότι για να είναι βιώσιμες οι επενδύσεις των merchant μπαταριών θα πρέπει να υπάρχει μεγάλη ανισορροπία τιμών στην αγορά, σε επίπεδο που θα είναι προβληματικό για τα έργα ΑΠΕ.

Το ότι επιτρέπουμε την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη φωτοβολταϊκών χωρίς αποθήκευση είναι ένα τεράστιο λάθος. Το λέω χρόνια τώρα, από το 2021 που στην ΟΔΕ της Αποθήκευσης σχεδιάζαμε το μοντέλο ανάπτυξης της αποθήκευσης στη χώρα. Από το 2023 είχαμε δουλέψει και παρουσιάσει στο ΥΠΕΝ σχήμα στήριξης για φωτοβολταϊκά με μεγάλη εσωτερική αποθήκευση και περιορισμούς έγχυσης, όμως η όλη προσπάθεια παρέμεινε παγωμένη στο κλίμα του «τέλους των κρατικών ενισχύσεων». Είναι πολύ θετική ότι αυτή τη στιγμή βλέπουμε να αναστρέφεται η στάση του υπουργείου και να ανοίγει ο δρόμος της επανόδου των διαγωνισμών για φωτοβολταϊκά με αποθήκευση και αιολικά.

Αναφέρατε πως η κεντρική αποθήκευση, υπό τη μορφή έργων merchant, δεν θα είναι ποτέ αρκετή. Ποια διαφορετικά πλεονεκτήματα θα προσέφεραν οι μπαταρίες «πίσω από τον μετρητή»;

Η κεντρική αποθήκευση δεν είναι πανάκεια. Είναι μέρος της λύσης, αλλά όχι η απάντηση σε όλα τα προβλήματα. Η αποκεντρωμένη στα έργα αποθήκευση έχει μεγάλα πλεονεκτήματα, ειδικά για τα μικρότερα έργα στο δίκτυο διανομής. Η συνεργασία φωτοβολταϊκών και αποθήκης είναι εξαιρετικά απλούστερη σε σχέση με τη συνεργασία ανεξάρτητων οντοτήτων αγοράς.

Και, πολύ βασικό, μπορεί να συνδυαστεί με επιβολή πολύ αυστηρότερων περιορισμών έγχυσης για υποδοχή μεγαλύτερης ισχύος. Εύκολα 50% ή και ακόμα χαμηλότερος στατικός περιορισμός, αντί του 72% % που σήμερα ισχύει, απελευθερώνοντας ηλεκτρικό χώρο για την πρόσβαση νέων έργων. Αν τα GW των έργων που συνδέθηκαν τα τελευταία λίγα χρόνια είχαν την αναγκαία αποθήκευση πίσω από τον μετρητή, και οι περικοπές θα ήταν σημαντικά λιγότερες (όχι μόνο για τα ίδια αλλά για το σύνολο των ΑΠΕ του συστήματος), και ο ηλεκτρικός χώρος που θα καταλάμβαναν θα ήταν μειωμένος.

Επομένως, η εγκατάσταση μπαταριών είναι ανισοβαρής, όπως προχωράει αυτή τη στιγμή; 

Χρειάζεται αποθήκευση τόσο σε επίπεδο συστήματος όσο και σε επίπεδο μεμονωμένου έργου. Το ασφαλέστερο και απλούστερο για τον παραγωγό είναι προφανώς το δεύτερο. Ωστόσο, η επένδυση σε αποθήκευση πίσω από τον μετρητή δεν βγαίνει με προφανή και αδιαμφισβήτητο τρόπο. Εδώ έρχεται ο ρόλος της πολιτείας, να καθιερώσει το κατάλληλο σχήμα στήριξης, ώστε να εξασφαλίσει τα έργα, με το ελάχιστο δυνατό κόστος και με ανταλλάγματα από πλευράς έργων π.χ. σε όρους λειτουργικών περιορισμών που θα αποδεχθούν.

Στη δεδομένη συγκυρία, υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός υπό ανάπτυξη έργων που έχουν ήδη δεσμεύσει δυναμικότητα, τα οποία σε συνδυασμό με τις εν λειτουργία μονάδες αγγίζουν τα 32 GW. Την ίδια στιγμή, μόνο στον ΑΔΜΗΕ υπάρχουν αιτήσεις 48 GW για όρους σύνδεσης. Κατά τη γνώμη σας, πρέπει να αναθεωρηθεί η φόρμουλα πρόσβασης στον ηλεκτρικό «χώρο»;

Η χωρητικότητα των δικτύων μας επαρκεί για τους βραχυπρόθεσμους και μεσοπρόθεσμους στόχους που έχει θέσει η χώρα. Δεν επαρκεί όμως να ικανοποιήσει όλη τη ζήτηση για πρόσβαση και τη γεωγραφική της διασπορά. Επειδή ο χρόνος ανάπτυξης των δικτύων ΥΤ είναι εξαιρετικά μεγάλος, έχει μεγάλη σημασία ο τρόπος με τον οποίο αξιοποιείται η διαθέσιμη ικανότητα υποδοχής και παρέχεται πρόσβαση στους χρήστες.

Ως προς τα κριτήρια πρόσβασης, η φόρμουλα της χρονολογικής σειράς ή με βάση προτεραιότητες που θέτουν ad hoc διοικητικές ρυθμίσεις πρέπει να λήξει. Και να δώσει θέση σε ένα νέο πλαίσιο που θα αξιολογεί πρωτίστως την εξυπηρέτηση των στόχων (τεχνολογικό μείγμα, γεωγραφικές περιοχές ανάπτυξης κλπ.) και την ταχύτητα αξιοποίησης του πόρου που διατίθεται, ενώ θα πρέπει να έχει ευελιξία στη διαχείριση της λίστας αναμονής (queue management).

Η δέσμευση ηλεκτρικού χώρου οφείλει να συσχετίζεται με τη βιωσιμότητα των επενδύσεων. Το δικαίωμα πρόσβασης δεν είναι σωστό να αποκτάται προκαταβολικά και αδιακρίτως, αλλά μόνο εφόσον αφορά βιώσιμες επενδύσεις. Προσέγγιση που θα μπορούσε να συσχετιστεί πολύ αποτελεσματικά με διαγωνισμούς ταυτόχρονης παροχής ενίσχυσης και πρόσβασης στα δίκτυα. Και οπωσδήποτε φέρνει επιτακτικά στο προσκήνιο το μόνιμο ζητούμενο της απελευθέρωσης δεσμευμένου χώρου από έργα που δεν προωθούνται.

Παράλληλα, υπάρχουν περιθώρια για ακόμη καλύτερη αξιοποίηση της διαθέσιμης δυναμικότητας;

Αυτό είναι η άλλη -και εξίσου σημαντική- πλευρά του νομίσματος. Πώς αυξάνουμε το hosting capacity του δεδομένου δικτύου, με τρόπους που δεν απαιτούν μεγάλες επενδύσεις και νέες υποδομές. Η συνεγκατάσταση πόρων παραγωγής και αποθήκευσης, η αξιοποίηση της συμπληρωματικότητας του προφίλ διαφορετικών τεχνολογιών ΑΠΕ  και η επιβολή λειτουργικών περιορισμών είναι όλα βάσιμοι τρόποι, που δεν μας είναι λιγότερο ή περισσότερο γνωστοί, αλλά δεν έχουν αξιοποιηθεί επαρκώς. Η προσοχή της επενδυτικής κοινότητας, αλλά και της πολιτείας, είναι στραμμένη σε απλουστευτικές προσεγγίσεις, που αφαιρετικά είναι γνωστές ως «overbooking», δηλαδή στην παροχή πρόσβασης σε όγκο χρηστών που οδηγεί σε υπέρβαση της ικανότητας των δικτύων, χωρίς όμως επαρκώς ώριμες ιδέες για τη διαχείριση του προκύπτοντος κορεσμού και τη συμβατική κατοχύρωση των καταστάσεων αυτών μέσω των γνωστών ευέλικτων συνδέσεων, που επίσης εκκρεμεί η θέσπιση και ωρίμανσή τους.

Η αποδοχή του κορεσμού των δικτύων αντιμετωπίζεται σχεδόν ως πανάκεια προκειμένου να μεγιστοποιηθεί η έκδοση όρων σύνδεσης σε υπό ανάπτυξη έργα. Και έχουμε την εντύπωση ότι μιλώντας για «ευέλικτες συνδέσεις» και κοινοτικές οδηγίες, το πρόβλημα λύνεται αυτόματα. Ωστόσο, αγνοούμε ότι στην πραγματικότητα η διαχείριση του κορεσμού των δικτύων είναι πρόβλημα εξαιρετικά πολύπλοκο και με λύσεις που πολύ δύσκολα υλοποιούνται. Σε όλα τα επίπεδα -τεχνικό, αγοράς, συμβατικό, ρυθμιστικό. Και ότι η χώρα μας, όπως και άλλες χώρες, δεν είναι καθόλου έτοιμη γι’ αυτό. Ιδίως όταν οι περικοπές στο πλαίσιο της ανακατανομής γίνονται αντικείμενο διοικητικών ρυθμίσεων που πολύ δύσκολα θα γίνουν συμβατές με την πραγματικότητα της διαχείριση των δικτύων και τις πολύ πεπερασμένες δυνατότητες που υπάρχουν στη φάση της λειτουργίας (εξαιρέσεις κατηγοριών έργων, διαφορετικά επιτρεπτά όρια περικοπής, δικαιώματα αποζημίωσης που ακόμη είναι ασαφή και απροσδιόριστα κλπ.). Είναι ένα από τα βασικά αντικείμενα που θα έπρεπε να αντιμετωπίσει η ΟΔΕ των Περικοπών, η οποία έχει διακόψει τις εργασίες της εδώ και περίπου έναν χρόνο. 

Τι σημαίνει πρακτικά πως το overbooking συνιστά απλουστευτική προσέγγιση;

Όπως είπα, το overbooking είναι το επιθυμητό αποτέλεσμα, δηλαδή η παροχή πρόσβασης σε capacity που υπερβαίνει τη δεδομένη ικανότητα του δικτύου, αλλά δεν είναι η λύση στο πώς θα κατοχυρωθεί μια τέτοια κατάσταση, από πλευράς έργων και διαχειριστών, και πώς θα επιτευχθεί με ασφάλεια, ισονομία και υπό το ελάχιστο κόστος η διαχείριση της προκύπτουσας συμφόρησης. Δεν μπορώ να μην τονίσω ότι με τα σημερινά δεδομένα, επιβάλλεται να αντισταθούμε στον πειρασμό του overbooking. Δεν μπορούμε να το αποφύγουμε πλήρως, καθώς κάποιες περιοχές του συστήματος ήδη προσεγγίζουν τον κορεσμό, και γι’ αυτό πρέπει να προετοιμάσουμε πλαίσιο ευέλικτων συνδέσεων και σχετικών περικοπών (ανακατανομής-redispatching). Αλλά σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να οδηγηθούμε σε πρόωρη γενίκευση του φαινομένου μέσω αθρόας παροχής πρόσβασης, καθώς αυτό θα έρθει με μεγάλες τεχνικές και ρυθμιστικές δυσκολίες και θα έχει σημαντικό κόστος.

Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η αντιμετώπιση του ζητήματος της πρόσβασης δεν αφορά πλέον μόνο την παραγωγή και τις ΑΠΕ, αλλά και την αποθήκευση, που η συνύπαρξή της με την παραγωγή και τη ζήτηση δεν έρχεται χωρίς προκλήσεις. Επίσης θα πρέπει να απαντήσει στα προβλήματα που θέτει η έλευση μεγάλων καταναλωτών, όπως τα data centers, που επίσης διεκδικούν άμεσα χώρο στα δίκτυα.

Μιλήσατε για το κλίμα του «τέλους των κρατικών ενισχύσεων», που από κάποια στιγμή και έπειτα επικράτησε στην πολιτεία. Η λογική ήταν πως με αυτό το «τέλος» θα ενισχυόταν το όφελος για τον καταναλωτή από τις νέες επενδύσεις σε ΑΠΕ και αποθήκευση. Ποια είναι η γνώμη σας;

Δεν είναι υπερβολή αν πούμε πως σχεδόν ό,τι έχει γίνει στην ενέργεια μέχρι σήμερα στηρίζεται σε κρατικές ενισχύσεις. Η ανάπτυξη των ΑΠΕ, προφανώς των δικτύων, αλλά και η ηλεκτροπαραγωγή γενικώς, ακόμα και η συμβατική, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τελικά στρέφεται στο κράτος. Τα παλιότερα ΑΔΙ, η νέα συζήτηση για CRM είναι ακριβώς αυτό. Κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού και αφαίρεση του ρίσκου λόγω αβεβαιότητας των εσόδων από τις αγορές. Αυτό δεν αναιρεί την αξία των αγορών και της ανταγωνιστικής δραστηριοποίησης των συμμετεχόντων, η οποία είναι κρίσιμο να διαφυλάσσεται με κάθε τρόπο. Αλλά έρχεται να τη συμπληρώσει και να καλύψει τα κενά που αφήνει.

Σήμερα η κρατική ενίσχυση οφείλει να παρέχεται με τη μορφή συμβολαίων διαφορών (CfD) και με ανταγωνιστικές διαδικασίες. Αυτός είναι ο βέλτιστος τρόπος να εξασφαλιστούν οι ενεργειακές επενδύσεις, με το ελάχιστο δυνατό κόστος και το μέγιστο όφελος για το κοινωνικό σύνολο. Το κράτος εγγυάται το απολύτως απαραίτητο εισόδημα για τη βιωσιμότητα της επένδυσης (αυτή είναι η έννοια του διαγωνισμού), συμπληρώνοντας το ελλιπές έσοδο αγορών, αλλά και ανακτώντας το υπερβάλλον. Κρατική ενίσχυση δεν σημαίνει υποχρεωτικά επιδότηση. Μπορεί να είναι και επιστροφή εσόδων, αν η τιμή αναφοράς, δηλαδή το εγγυημένο επίπεδο εσόδου, είναι χαμηλό. Σημαίνει την εγγύηση ενός εσόδου που είναι το απολύτως αναγκαίο για τη βιωσιμότητα των επενδύσεων και άρα συνεπάγεται το ελάχιστο δυνατό κόστος για τον καταναλωτή. Σαφώς μικρότερο σε σχέση με την απουσία σχήματος στήριξης, όπου τα έργα μπορεί να αποκομίζουν μεγάλα κέρδη από τις αγορές. Και αυτά ο καταναλωτής τα επωμίζεται, έστω κι αν δεν παρέχονται υπό τη μορφή λειτουργικής ενίσχυσης.

Βλέπετε και άλλα πλεονεκτήματα στην προώθηση «πράσινων» επενδύσεων μέσω εγγυημένου εσόδου;

Ναι, βέβαια. Πρώτα απ΄ όλα, η δυνατότητα του κράτους να κάνει αποτελεσματικό ενεργειακό σχεδιασμό. Τι πόροι υλοποιούνται και υπό ποιους όρους. Πολύ βασικό. Όπως προανέφερα, το καλύτερο παράδειγμα είναι η ανεξέλεγκτη ένταξη φωτοβολταϊκών χωρίς πρόνοια εσωτερικής αποθήκευσης, όπως συνέβη τα τελευταία χρόνια, με όλα τα προβλήματα που ξέρουμε. Γιατί? Διότι δεν υπάρχει πλαίσιο που να επιβάλλει την ύπαρξη της ενσωματωμένης αποθήκευσης και ταυτόχρονα να καλύπτει το χρηματοδοτικό της κενό.

Ταυτόχρονο και παράλληλο πλεονέκτημα είναι η δυνατότητα για επιβολή απαιτήσεων στα έργα. Π.χ. κατάληψης μειωμένου ηλεκτρικού χώρου με αυστηρούς περιορισμούς έγχυσης. Σε ένα ΦΒ με αποθήκη, ο περιορισμός μπορεί να είναι πολύ χαμηλότερος του 72%, π.χ. 50%, 40% ή και πιο μικρός,  ανάλογα με το μέγεθος της αποθήκης, επιτρέποντας την καλύτερη αξιοποίηση των δικτύων. Σε μια ενισχυόμενη μπαταρία μπορείς να απαιτήσεις την παροχή οποιασδήποτε υπηρεσίας χωρίς πρόσθετη αμοιβή. Π.χ. υπηρεσίες αποσυμφόρησης ή τεχνικές υπηρεσίες σημαντικές για το δίκτυο. Με μια merchant δεν μπορείς, τουλάχιστον όχι με την ίδια ευκολία και αμεσότητα, όταν θίγεται η βιωσιμότητα της επένδυσης.

Άλλο, πολύ σημαντικό θα μπορούσε να είναι η παροχή πρόσβασης στο δίκτυο, πρόβλημα που μας ταλανίζει και δεν μπορούμε να βρούμε λύση. Αν συσχετιστεί με τη βιωσιμότητα των επενδύσεων, δηλαδή παρέχεται μαζί με την εξασφάλιση εγγυημένης τιμής σε έναν διαγωνισμό, αυτομάτως αποσυμφορεί τα δίκτυα, αφήνοντας χώρο για τις πραγματικές επενδύσεις και όχι λιμνάζοντα έργα.

Τέλος, θα ήθελα να επισημάνω ότι τα σχήματα λειτουργικής ενίσχυσης επιτρέπουν τη διασπορά των επενδύσεων σε ευρεία βάση και τη διατήρηση της πολυσυλλεκτικότητας του χώρου των ΑΠΕ, που σήμερα δοκιμάζεται. Η διατήρηση του ανοιχτού χαρακτήρα των ΑΠΕ, ιδίως των φωτοβολταϊκών, είναι μοχλός για την κοινωνική αποδοχή τους και άρα τη σχετικά ευχερή υλοποίηση νέων έργων. Το περιβάλλον των σχημάτων λειτουργικής ενίσχυσης, με ή χωρίς διαγωνιστικές διαδικασίες, είναι σημαντικό εργαλείο προκειμένου να διατηρηθεί ο χαρακτήρας αυτός, απώλεια του οποίου θα αποτελέσει τροχοπέδη στην ανάπτυξη του κλάδου συνολικά.

Μπορεί όμως η λειτουργική ενίσχυση να «θωρακίσει» τις επενδύσεις από τις περικοπές και τις μηδενικές – αρνητικές τιμές χονδρικής;

Στην παρούσα συγκυρία, και για έργα που δεν είναι προστατευμένα μέσω ΡΡΑ με συσχετισμένη ζήτηση, ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπιστούν οι αβεβαιότητες και τα αδιέξοδα των περικοπών και αρνητικών τιμών είναι τα CfD με τη νέα μορφή τους, όπου η αμοιβή δεν βασίζεται στην παραγόμενη ενέργεια, αλλά στη διαθέσιμη παραγωγή προ περικοπών ή στην εγκατεστημένη ισχύ των έργων. Είναι γνωστά ως non-production based CfDs. Στην ουσία συνιστούν μετάβαση προς καθεστώς αμοιβής του capacity, που είναι και η κατεύθυνση μετεξέλιξης των αγορών σε ένα περιβάλλον όπου οι πόροι δεν έχουν οριακό κόστος. Με τον κατάλληλο σχεδιασμό, τα σχήματα αυτά μπορούν να προστατεύσουν αποτελεσματικά τις επενδύσεις από τα ρίσκα του κορεσμού των αγορών και ταυτόχρονα να συνοδεύονται και από κίνητρα ανταγωνιστικής δραστηριοποίησης, ώστε να επιτυγχάνεται το μέγιστο όφελος στο πλαίσιο των αγορών. Αυτή ακριβώς είναι η λογική του σχήματος των ενισχυόμενων ΣΑΗΕ, το οποίο σχεδιάσαμε πίσω το 2022 σε συνεργασία με το ΥΠΕΝ.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM