Πήρε μπροστά ο αγωγός Θεσσαλονίκη - Βόρεια Μακεδονία - Πώς 2,5 εκατ τόνοι ελληνικού ντίζελ της Helleniq Energy θα φτάνουν μέχρι τη νότια Σερβία, το Κόσοβο και εν μέρει τη Βουλγαρία
Την ευκαιρία να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες για ντίζελ στα Βαλκάνια και να ενισχύσει τη θέση της στη ευρύτερη γειτονιά «βλέπει» η Helleniq Energy μέσω του αγωγού Ελλάδας - Β.Μακεδονίας, που φιλοδοξεί να μεταφέρει 2,5 εκατομμύρια τόνους το χρόνο με τελικούς αποδέκτες το Κόσοβο, τη νότια Σερβία, ακόμη και τη Βουλγαρία.
Το έργο που συνδέει το διυλιστήριο του ελληνικού ομίλου στη Θεσσαλονίκη με εκείνο της OKTA στη γείτονα και μετά από 13 χρόνια αδράνειας και ατέρμονων διαπραγματεύσεων μεταξύ των δύο χωρών, ξαναμπήκε σε λειτουργία παραμονές Πρωτοχρονιάς, στέλνοντας τα πρώτα φορτία ντίζελ στη Β.Μακεδονία, στηρίζεται υπό μια έννοια στην ίδια τη λογική του Κάθετου Διαδρόμου φυσικού αερίου.
Επιχειρεί δηλαδή να εκμεταλλευτεί τη σταδιακή μείωση της παρουσίας των ρωσικών πετρελαιοειδών στη περιοχή, τα οποία και θα υποκατασταθούν από προϊόντα νέων παικτών, όπως η Helleniq Energy, που με όπλο πάντα τις εξαγωγές φαίνεται να βάζει πλώρη για ακόμη καλύτερες επιδόσεις το 2026, όπως προέβλεψε χθες ο επικεφαλής της.
«Εκτιμώ ότι το 2026 θα είναι ένα ακόμη καλύτερο έτος με τα EBIDTA να ξεπερνούν κατά πολύ το 1 δισ ευρώ και ενδεχομένως να φθάσουν και το 1,5 δισ, αναλόγως πάντα των περιθωρίων διύλισης», ανέφερε χθες ο Ανδρέας Σιάμισιης, μιλώντας για τους στόχους της φετινής χρονιάς και κάνοντας ειδική αναφορά στην ισχυρή παρουσία της εταιρείας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Τόσο με το αναβαθμισμένο διυλιστήριο της Θεσσαλονίκης, όσο και με άλλες υποδομές που διαθέτει σε γειτονικές χώρες, όπως ο παραθαλάσσιος τερματικός σταθμός πετρελαιοειδών της Jugopetrol, θυγατρικής του ελληνικού ομίλου στο λιμάνι Bar του Μαυροβουνίου, μέσω του οποίου τροφοδοτεί την εκεί αγορά.
Σε μια συγκυρία που η παρουσία της Μόσχας υποχωρεί και οι χώρες της περιοχής αναζητούν τρόπους για να πουλήσουν τα ρωσικά διυλιστήρια, όπως της ΝΙS στη Σερβία και της Lukoil στο Μπουργκάς της Βουλγαρίας, η επαναλειτουργία του μήκους 213 χλμ αγωγού Θεσσαλονίκης - Β.Μακεδονίας δημιουργεί τις προυποθέσεις για ένα «Κάθετο Διάδρομο Πετρελαίου».
Διανομή από Β.Μακεδονία μέσω βυτιοφόρων ή σιδηροδρόμου
Ενός βαλκανικού άξονα ντίζελ, του μόνου διασυνοριακού προιοντικού αγωγού στην Ευρώπη που δεν μεταφέρει αργό, και που θα χρησιμοποιεί τις εγκαταστάσεις του διυλιστηρίου της Βόρειας Μακεδονίας ως ένα κέντρο logistics για τη διακίνηση καυσίμων στην ευρύτερη περιοχή και την εν συνεχεία μεταφορά τους στις γύρω χώρες.
Είτε οδικώς μέσω βυτιοφόρων, είτε μέσω του πυκνού σιδηροδρομικού δικτύου των Βαλκανίων προς τη νότια Σερβία, το Κόσοβο και εν μέρει τη Βουλγαρία, η οποία, πέραν των χωρών που ήδη την τροφοδοτούν (Ρουμανία, Τουρκία), πλέον αποκτά άλλη μια πηγή για την κάλυψη των αναγκών της. Σε όλες αυτές τις χώρες η ζήτηση για έτοιμα πετρελαιοειδή κινείται σταθερά ανοδικά και θα αυξάνεται περαιτέρω όσο θα εξασθενεί η ρωσική παρουσία.
Το πρώτο φορτίο ντίζελ παραδόθηκε στη γείτονα στα τέλη Δεκεμβρίου και το επόμενο φορτίο αναμένεται να φτάσει στις αρχές της επόμενης εβδομάδας, με τον αγωγό να λειτουργεί σύντομα σε πλήρες capacity, επιτρέποντας στον όμιλο να κάνει ακόμη μεγαλύτερες εξαγωγές, που σήμερα καλύπτουν το 50% των συνολικών του πωλήσεων.
Ταυτόχρονα, πέραν του οικονομικού στοιχείου, η επαναλειτουργία του αγωγού σημαίνει ότι μπαίνει τέλος στον εφοδιασμό της γείτονος μέσω βυτιοφόρων που έκαναν καθημερινά τη διαδρομή Θεσσαλονίκη -Β. Μακεδονία, περιορίζοντας επομένως και το λαθρεμπόριο.
Μια δεκαετία διενέξεων, δικαστηρίων και καθυστερήσεων
Ο πετρελαιαγωγός Θεσσαλονίκης–Βόρειας Μακεδονίας κατασκευάστηκε από ελληνικές κατασκευαστικές εταιρείες το 2002 και ενώ είχε προηγηθεί η εξαγορά του 81,51% της ΟΚΤΑ - της εταιρείας που λειτουργούσε το μοναδικό τότε διυλιστήριο της Βόρειας Μακεδονίας- από την ΕΛΠΕΤ Βαλκανική, θυγατρική των τότε Ελληνικών Πετρελαίων (νυν Helleniq Energy).
Το έργο συνέχισε να λειτουργεί κανονικά μέχρι το 2013 όταν και η διοίκηση των ΕΛΠΕ αποφάσισε να αναστείλει τη δραστηριότητα διύλισης στην ΟΚΤΑ, θεωρώντας την οικονομικά ασύμφορη.
Επί χρόνια, νομικές και οικονομικές εκκρεμότητες μεταξύ της Helleniq Energy και του κράτους της Βόρειας Μακεδονίας, καθυστερούσαν την επανεκκίνηση του έργου, με πιο χαρακτηριστική την αθέτηση συμβατικών υποχρεώσεων από πλευράς της γείτονας σχετικά με τη δέσμευση αγοράς τουλάχιστον 500.000 τόνων πετρελαίου ετησίως.
Η υπόθεση οδηγήθηκε στο Διαιτητικό Δικαστήριο του Παρισιού (ICC Tribunal) που δικαίωσε την Helleniq Energy, επιδικάζοντάς της αποζημίωση ύψους 12,98 εκατ. δολαρίων. Αν και η απόφαση αυτή ενίσχυσε τη νομική θέση της εταιρείας, η μη καταβολή του ποσού από τη γείτονα αποτέλεσε για χρόνια τροχοπέδη στην πλήρη αποκατάσταση των σχέσεων των δύο πλευρών και στην τελική αδειοδότηση του έργου.