Παρέμβαση ΥΠΕΝ στη Task Force για τη πλήρωση κατά 90% των ευρωπαικών αποθηκών φυσικού αερίου - Γιατί η Αθήνα θεωρεί ότι ο στόχος δεν ανταποκρίνεται στα σημερινά δεδομένα

Παρέμβαση ΥΠΕΝ στη Task Force για τη πλήρωση κατά 90% των ευρωπαικών αποθηκών φυσικού αερίου - Γιατί η Αθήνα θεωρεί ότι ο στόχος δεν ανταποκρίνεται στα σημερινά δεδομένα

Παρέμβαση ΥΠΕΝ στη Task Force για τη πλήρωση κατά 90% των ευρωπαικών αποθηκών φυσικού αερίου - Γιατί η Αθήνα θεωρεί ότι ο στόχος δεν ανταποκρίνεται στα σημερινά δεδομένα

Την ανάγκη αναθεώρησης του Κανονισμού για την υποχρεωτική πλήρωση των ευρωπαικών αποθηκών φυσικού αερίου κατά 90% φέρνει στο τραπέζι η Ελλάδα, σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές του καυσίμου παραμένουν σε υψηλά επίπεδα και αυξάνονται οι ανησυχίες για το ενεργειακό κόστος του επόμενου χειμώνα.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες, ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος έθεσε χθες το θέμα στην Task Force που έχει συγκροτήσει η Κομισιόν για την πρόληψη ενεργειακών κρίσεων, ανοίγοντας έτσι τη συζήτηση για αλλαγή του σχετικού πλαισίου, σε μια μάλιστα συγκυρία όπου τα αποθέματα βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.

Όπως ανέφερε σχετικά σε ανάρτηση ο υφυπουργός: "Η ζήτηση φυσικού αερίου έχει μειωθεί κατά 18 τοις εκατό από το 2021. Χρειαζόμαστε λιγότερο φυσικό αέριο για να περάσουμε τον χειμώνα από ό,τι παλιά...Καθώς οδεύουμε προς μια άλλη χειμερινή περίοδο, είναι πολύ σημαντικό να κοιτάξουμε πέρα από τα προφανή στοιχεία και να δοκιμάσουμε πραγματικά το σύστημά μας - κατανοώντας παράλληλα πώς μπορεί να έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια".

Σήμερα οι αποθήκες κινούνται κατά μέσον όρο στο 55%, όπως δείχνει η επίσημη ευρωπαϊκή πλατφόρμα AGSI (https://agsi.gie.eu/), έναντι 70% τέτοια εποχή πέρυσι και ενώ σε πολλές χώρες όπως Ολλανδία, Βέλγιο και Γερμανία “παίζουν” μεταξύ 30% με 45%.
 
Είτε δεν θα καταστεί εφικτό να γεμίσουν οι αποθήκες έως την 1η Νοεμβρίου, είτε θα γεμίσουν με μαζικές αγορές που θα γίνουν σε υψηλότερες τιμές, γεγονός που θα μετακυλιστεί αναπόφευκτα στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας του χειμώνα.
Το γεγονός ότι η κίνηση Τσάφου συμπίπτει χρονικά με τις χθεσινές δηλώσεις του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη από το Ζάλτσμπουργκ, όπου επανέφερε την ανάγκη βαθύτερων αλλαγών στην ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, με στόχο τη μείωση του ενεργειακού κόστους για επιχειρήσεις και νοικοκυριά, προφανώς δεν είναι τυχαίο.

Γιατί η Αθήνα θεωρεί ξεπερασμένο τον στόχο του 90%

Το βασικό επιχείρημα της ελληνικής πλευράς κινείται στη λογική ότι ο στόχος του 90% θεσπίστηκε σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες από τις σημερινές και πλέον είναι ξεπερασμένος.
 
Από το 2021 μέχρι και σήμερα, η κατανάλωση φυσικού αερίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει υποχωρήσει περίπου κατά 20%, ως αποτέλεσμα της ταχύτερης διείσδυσης των ΑΠΕ, του ευρύτερου εξηλεκτρισμού, αλλά και της συρρίκνωσης της βιομηχανικής παραγωγής σε αρκετές χώρες.

Τούτων δοθέντων, η υποχρεωτική επίτευξη ενός τόσο υψηλού ποσοστού πληρότητας δεν αντανακλά πλέον, σύμφωνα με την ελληνική προσέγγιση, τις πραγματικές ανάγκες του μπλοκ των "27" και οδηγεί σε υπερβολικές αγορές φυσικού αερίου, οι οποίες ασκούν τεχνητές ανοδικές πιέσεις στις τιμές.

Την αλλαγή των δεδομένων δείχνει και το γράφημα που απεικονίζει τα τρέχοντα διαθέσιμα αποθέματα φυσικού αερίου στις αποθήκες σε σχέση με τη κατανάλωση του συγκεκριμένου καυσίμου, όπου η εικόνα της φετινής χρονιάς, (2025-2026), είναι αρκετά καλύτερη συγκριτικά με τις προηγούμενες (οι τελευταίες απεικονίζονται με γκρι χρώμα).

5

Στην ουσία, ο προβληματισμός που μεταφέρει η ελληνική πλευρά είναι ότι εφόσον η κατανάλωση φυσικού αερίου δεν είναι αυτή του παρελθόντος και οι ανάγκες της ΕΕ είναι πλέον μικρότερες, το μπλοκ μπορεί να αρκεστεί σε αρκετά χαμηλότερους όγκους.

Και άρα είναι προβληματικός, όλος αυτός ο αγώνας δρόμου για μαζικές αγορές και αναπλήρωση των αποθεμάτων, ο οποίος δημιουργεί έδαφος για κερδοσκοπικά παιχνίδια και διατήρηση των τιμών ψηλά (56-57 ευρώ), δηλαδή επίπεδα υψηλότερα και απ' αυτά που δείχνουν τα futures για το χειμώνα (54-55 ευρώ). Απόρροια του παραπάνω είναι ότι καμία ευρωπαική εταιρεία δεν έχει κίνητρο να αγοράσει αέριο σήμερα για να καλύψει τα κενά του Δεκεμβρίου, του Ιανουαρίου ή του Φεβρουαρίου, όταν τα σήματα από τα συγκεκριμένα παράγωγα δείχνουν χαμηλότερες τιμές.
 
Ο κίνδυνος νέας ανόδου των τιμών
 
Το timing της παρέμβασης του ΥΠΕΝ έρχεται σε μια στιγμή όπου οι τιμές του φυσικού αερίου, μετά το άλμα στα 63 ευρώ/MWh της περασμένης Παρασκευής, εξακολουθούν να κινούνται στην περιοχή των 56-57 ευρώ/MWh, δείχνοντας ανθεκτικότητα καθώς πρόκειται για επίπεδα 80% υψηλότερα απ’ ότι πριν ξεσπάσει ο πόλεμος στον Περσικό.
 
Το κατά πόσο η συγκεκριμένη πρόταση θα βρει ανταπόκριση στις Βρυξέλλες μένει να αποδειχθεί. Ωστόσο, πρόκειται για την πρώτη φορά που τίθεται τόσο ευθέως, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ζήτημα αναθεώρησης ενός από τα βασικά μέτρα που υιοθετήθηκαν μετά την ενεργειακή κρίση του 2022.
 
Η σύνδεση με τη συζήτηση για την αγορά ηλεκτρισμού
 
Η ελληνική πρωτοβουλία εντάσσεται στη συνολικότερη στρατηγική της Αθήνας για αλλαγές στην ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική. Από το Ζάλτσμπουργκ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανέλαβε ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να είναι ανταγωνιστική όταν οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας παραμένουν σημαντικά υψηλότερες από εκείνες των βασικών διεθνών ανταγωνιστών της.
 
Στο ίδιο πλαίσιο, επανέφερε την ανάγκη επανεξέτασης του μοντέλου της οριακής τιμολόγησης (marginal pricing), ώστε το χαμηλό κόστος παραγωγής των ΑΠΕ να μεταφέρεται σε μεγαλύτερο βαθμό στους τελικούς καταναλωτές και να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας, όπως άλλωστε επισημαίνεται και στην έκθεση Ντράγκι.
 
Σύμφωνα με το ισχύων μοντέλο, η τιμή στην οποία αμείβονται όλοι οι παραγωγοί καθορίζεται από το κόστος της τελευταίας μονάδας που χρειάζεται για να καλυφθεί η ζήτηση, δηλαδή της ακριβότερης (εν προκειμένω των σταθμών φυσικού αέριου), που σημαίνει ότι οι παραγωγοί ΑΠΕ εισπράττουν συχνά πολύ υψηλότερες τιμές από το πραγματικό κόστος παραγωγής τους. Στον αντίποδα, οι καταναλωτές δεν απολαμβάνουν πλήρως τα οφέλη της μεγάλης διείσδυσης των φθηνών φωτοβολταικών, αιολικών και υδροηλεκτρικών.
Καθεστώς που όταν θεσπίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 2010, η Ευρώπη είχε ανάγκη από μεγάλες επενδύσεις σε νέες μονάδες παραγωγής, τόσο συμβατικές όσο και ΑΠΕ, και η ανάγκη μιας υψηλής τιμής αγοράς συνεπάγονταν την ευκολότερη ανάκτηση του κόστους από τους επενδυτές, καθώς και κίνητρα για νέα έργα.

Σήμερα ωστόσο, με τόσο μεγάλη διείσδυση των ΑΠΕ, πληθαίνουν διαρκώς οι φωνές ότι το μοντέλο είναι αναχρονιστικό και πρέπει να αλλάξει ώστε να βρεθεί τρόπος να φτάνει μεγαλύτερο όφελος από τη φθηνή πράσινη ενέργεια στους λογαριασμούς ρεύματος και να δοθεί ώθηση στην ευρωπαική ανταγωνιστικότητα.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM