Μεγάλες ελλείψεις εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού απειλούν την πράσινη μετάβαση στην Ευρώπη - Πού εντοπίζονται οι περισσότερες κενές θέσεις
Η μετάβαση της Ευρώπης στην καθαρή ενέργεια δημιουργεί θέσεις εργασίας με ταχύ ρυθμό, όμως οι εργαζόμενοι που απαιτούνται για την κατασκευή και τη συντήρηση της νέας οικονομίας γίνονται ολοένα και πιο δυσεύρετοι. Η έλλειψη ηλεκτρολόγων, υδραυλικών, τεχνικών και μηχανικών θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια στις προσπάθειες της ηπείρου να επεκτείνει τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και να επιτύχει τους κλιματικούς της στόχους.
Αυτή είναι η προειδοποίηση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος (ΕΟΠ), ο οποίος σε νέα έκθεσή του αναφέρει ότι η στροφή προς την κλιματική ουδετερότητα ήδη αναδιαμορφώνει τη βιομηχανική βάση και τις αγορές εργασίας της Ευρώπης.
Ο ευρύτερος τομέας της καθαρής ενέργειας στην Ευρώπη απασχολούσε σχεδόν ένα εκατομμύριο ανθρώπους και παρήγαγε εκτιμώμενη οικονομική αξία 138 δισ. ευρώ το 2023. Ο ΕΟΠ εξέτασε τέσσερις τεχνολογίες που βρίσκονται στο επίκεντρο της ενεργειακής μετάβασης -την αιολική ενέργεια, την ηλιακή ενέργεια, τις αντλίες θερμότητας και τις μπαταρίες- και διαπίστωσε ότι όλες δημιουργούν θέσεις εργασίας, αν και με πολύ διαφορετικούς ρυθμούς και σε διαφορετικά τμήματα της οικονομίας.
Η αιολική ενέργεια ήταν ο μεγαλύτερος εργοδότης, υποστηρίζοντας περίπου 273.500 άμεσες θέσεις εργασίας το 2023. Ακολούθησε η ηλιακή ενέργεια με περισσότερες από 227.000 θέσεις εργασίας, ενώ οι αντλίες θερμότητας αντιστοιχούσαν σε περίπου 80.100 και οι μπαταρίες σε περίπου 33.000.
Ωστόσο, τα στοιχεία αποκαλύπτουν επίσης ένα λιγότερο προφανές χαρακτηριστικό της πράσινης οικονομίας της Ευρώπης: πολλές από τις θέσεις εργασίας που δημιουργούνται δεν βρίσκονται σε εργοστάσια.
Η πράσινη οικονομία
Στον κλάδο της αιολικής ενέργειας, περίπου το 77% της απασχόλησης συνδεόταν με λειτουργικές δραστηριότητες, όπως η συντήρηση, οι ενεργειακές συμβάσεις και η διοίκηση. Στην ηλιακή ενέργεια, σχεδόν οι μισοί εργαζόμενοι απασχολούνταν σε λειτουργικές δραστηριότητες, ενώ ένα επιπλέον 36% εργαζόταν στις κατασκευές.
Αυτό έχει σημασία επειδή η βιομηχανική στρατηγική της Ευρώπης επικεντρώνεται ολοένα και περισσότερο στην αποκατάσταση της εγχώριας παραγωγικής ικανότητας για στρατηγικής σημασίας καθαρές τεχνολογίες.
Οι Ευρωπαίοι κατασκευαστές ηλιακών πάνελ, για παράδειγμα, εξακολουθούν να βρίσκονται υπό έντονη πίεση λόγω του υψηλού κόστους παραγωγής και του ανταγωνισμού από φθηνότερα κινεζικά προϊόντα. Την ίδια στιγμή, η παραγωγή μπαταριών έχει επεκταθεί με ταχύ ρυθμό. Η απασχόληση στον τομέα των μπαταριών αυξήθηκε κατά σχεδόν 35% ετησίως μεταξύ 2010 και 2023, με το μεγαλύτερο μέρος αυτής της επέκτασης να σημειώνεται μετά το 2018.
Οι διαφορετικές αυτές εμπειρίες αναδεικνύουν ένα βασικό δίλημμα για τους Ευρωπαίους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής. Η επιδότηση εργοστασίων και η ενθάρρυνση των εταιρειών να παράγουν καθαρές τεχνολογίες στην Ευρώπη μπορεί να ενισχύσει τη βιομηχανική βάση της ηπείρου. Όμως τα εργοστάσια από μόνα τους δεν μπορούν να υλοποιήσουν την ενεργειακή μετάβαση.
Τα ηλιακά πάνελ πρέπει να εγκατασταθούν. Οι ανεμογεννήτριες χρειάζονται τεχνικούς για τη συντήρησή τους. Οι αντλίες θερμότητας απαιτούν υδραυλικούς και ειδικούς σε ηλεκτρολογικά συστήματα. Οι μπαταρίες χρειάζονται μηχανικούς και εξειδικευμένους εργαζομένους στην παραγωγή. Καθώς οι υποδομές ανανεώσιμης ενέργειας επεκτείνονται, η ζήτηση για ανθρώπους που μπορούν να τις κατασκευάζουν, να τις εγκαθιστούν, να τις λειτουργούν και να τις επισκευάζουν είναι πιθανό να αυξάνεται παράλληλα με τη ζήτηση για παραγωγική ικανότητα.
Ο ρόλος της Γερμανίας
Η απασχόληση στην καθαρή ενέργεια είναι επίσης συγκεντρωμένη σε χώρες με ισχυρές βιομηχανικές βάσεις. Η Γερμανία διέθετε τα μεγαλύτερα εργατικά δυναμικά στην αιολική ενέργεια, την ηλιακή ενέργεια και τις μπαταρίες, αντανακλώντας τις ισχυρές παραγωγικές και μηχανουργικές της δυνατότητες. Σε άλλες χώρες, όμως, η εικόνα αλλάζει γρήγορα. Η Ουγγαρία και η Πολωνία κατέγραψαν την ταχύτερη αύξηση της απασχόλησης στον τομέα των μπαταριών, ενώ η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Ιταλία ήταν μεταξύ των χωρών με τις περισσότερες θέσεις εργασίας στις αντλίες θερμότητας.
Η γεωγραφική αυτή κατανομή αναδεικνύει μια ακόμη πρόκληση: η μετάβαση δεν θα ωφελήσει απαραίτητα όλες τις ευρωπαϊκές περιφέρειες στον ίδιο βαθμό.
Ορισμένες περιοχές που ιστορικά εξαρτώνταν από τον άνθρακα, το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο ή ενεργοβόρες βιομηχανίες μπορεί να δυσκολευτούν να αντικαταστήσουν την υφιστάμενη οικονομική τους βάση με θέσεις εργασίας στην καθαρή ενέργεια. Νέες θέσεις εργασίας μπορεί να δημιουργούνται εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από κοινότητες που χάνουν τις παραδοσιακές βιομηχανικές θέσεις εργασίας. Ακόμη και όταν δημιουργούνται νέες ευκαιρίες σε τοπικό επίπεδο, μπορεί να απαιτούν προσόντα που οι πρώην εργαζόμενοι στη βιομηχανία ορυκτών καυσίμων δεν διαθέτουν.
Ο ΕΟΠ έχει προειδοποιήσει ότι οι περιοχές που εξαρτώνται από παλαιότερες βιομηχανίες ενδέχεται να αντιμετωπίσουν ιδιαίτερες δυσκολίες εάν δεν διαθέτουν τις δεξιότητες, τις επενδύσεις και τις υποδομές που απαιτούνται για τη διαφοροποίηση της οικονομίας τους.
Το στοίχημα της επανεκπαίδευσης
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη αναγνωρίσει το μέγεθος της περιφερειακής πρόκλησης. Το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης της ΕΕ διαθέτει προϋπολογισμό 19,7 δισ. ευρώ για την περίοδο 2021–2027, με στόχο τη στήριξη περιοχών που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τα ορυκτά καύσιμα και τις βιομηχανίες υψηλών εκπομπών. Στην Πολωνία, περίπου 2,4 δισ. ευρώ κατευθύνονται σε προσπάθειες αναδιάρθρωσης και επανεκπαίδευσης, οι οποίες αποσκοπούν να βοηθήσουν περίπου 100.000 εργαζομένους στη Σιλεσία και τη δυτική Μαλοπόλσκα να στραφούν προς ανανεώσιμες και κλιματικά ουδέτερες βιομηχανίες.
Τέτοια προγράμματα θα μπορούσαν να αποκτήσουν ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς αλλάζει το ενεργειακό σύστημα της Ευρώπης.
Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι απλώς εάν οι εργαζόμενοι μπορούν να επανεκπαιδευτούν. Η κατάρτιση πρέπει να είναι διαθέσιμη στις περιοχές όπου ζουν οι εργαζόμενοι και να ανταποκρίνεται στις δεξιότητες που χρειάζονται πραγματικά οι εργοδότες.
Ένας εργαζόμενος σε ανθρακωρυχείο δεν μπορεί απαραίτητα να μεταπηδήσει άμεσα στην εγκατάσταση αντλιών θερμότητας ή στη συντήρηση ανεμογεννητριών. Η μετάβαση μπορεί να απαιτεί χρόνια επαγγελματικής εκπαίδευσης, πιστοποίησης και πρακτικής εμπειρίας.
Μια έλλειψη που μπορεί να επιβραδύνει τη μετάβαση
Η ανάγκη γίνεται ακόμη πιο επείγουσα, καθώς η ζήτηση για εργαζομένους αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά. Ο οργανισμός προβλέπει ότι η απασχόληση στην αιολική και την ηλιακή ενέργεια θα μπορούσε να διπλασιαστεί έως το 2030. Ωστόσο, ελλείψεις σε ηλεκτρολόγους οικοδομών, υδραυλικούς, ηλεκτροτεχνίτες, τεχνικούς και μηχανικούς καταγράφονται ήδη στις περισσότερες χώρες της ΕΕ.
Αυτό δημιουργεί ένα πιθανό σημείο συμφόρησης για τις κλιματικές φιλοδοξίες της Ευρώπης.
Μια κυβέρνηση μπορεί να εγκρίνει ένα αιολικό πάρκο, μια εταιρεία να εξασφαλίσει χρηματοδότηση και ένας επενδυτής να παραγγείλει τον εξοπλισμό. Ωστόσο, η κατασκευή του έργου μπορεί και πάλι να καθυστερήσει εάν δεν υπάρχουν αρκετοί καταρτισμένοι εργαζόμενοι για τη σύνδεσή του με το δίκτυο, την εγκατάσταση του εξοπλισμού ή την εκτέλεση εξειδικευμένων μηχανολογικών εργασιών.
Το ίδιο πρόβλημα αφορά και τα κτίρια. Οι ευρωπαϊκές προσπάθειες για τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας και την αντικατάσταση των συστημάτων θέρμανσης που χρησιμοποιούν ορυκτά καύσιμα εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από εξειδικευμένους εγκαταστάτες. Χωρίς επαρκή αριθμό ηλεκτρολόγων και υδραυλικών, η ζήτηση για αντλίες θερμότητας και άλλες τεχνολογίες δεν μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε ολοκληρωμένα έργα.
Μια ευκαιρία με…αποκλεισμούς
Η έκρηξη της απασχόλησης αποκαλύπτει επίσης ανισότητες στο αναδυόμενο εργατικό δυναμικό. Οι γυναίκες αντιπροσώπευαν μόλις το 14% των εργαζομένων στον τομέα των αντλιών θερμότητας και περίπου το 26% της απασχόλησης στην αιολική ενέργεια και τις μπαταρίες. Οι νέοι υποεκπροσωπούνται επίσης. Οι εργαζόμενοι ηλικίας 15 έως 24 ετών αντιστοιχούσαν μόλις στο 6% έως 7% της απασχόλησης στους τομείς της αιολικής και της ηλιακής ενέργειας και των αντλιών θερμότητας.