Ο μακροχρόνιος ενεργειακός προγραμματισμός
Όπως είναι γνωστό, ο νέος Μακροχρόνιος Ενεργειακός Προγραμματισμός (ΜΕΠ) βρίσκεται υπό εκπόνηση, προβλέπεται δε ότι θα είναι προσαρμοσμένος, στους γενικότερους στόχους που έχουν τεθεί από την Ε.Ε. Στο παρόν άρθρο παρατίθενται ορισμένες εμπειρίες από ανάλογες διαδικασίες του παρελθόντος που αφορούν στην Ηλεκτρική Ενέργεια, οι οποίες ενδεχομένως μπορεί να χρησιμεύσουν στους σήμερα αρμόδιους για το θέμα.
1. Ένας από τους βασικούς λόγους επιτυχίας της ΔΕΗ, στην οποία η πολιτεία είχε αναθέσει την ευθύνη για την ηλεκτροδότηση της χώρας κατά την περίοδο 1950-2000, ήταν ότι από την ίδρυσή της συνέτασσε ανελλιπώς κυλιόμενα ετησίως Πενταετή Προγράμματα Ανάπτυξης, των οποίων επιμελείτο και την υλοποίηση. Μετά την Απελευθέρωση της Αγοράς Ενέργειας το 2000, ο ΜΕΠ της ηλεκτρικής ενέργειας, περιορίζεται στο να εκφράζει τις βασικές κατευθύνσεις και επιλογές της πολιτείας, ενώ την υλοποίηση των έργων παραγωγής αναλαμβάνουν οι ενδιαφερόμενοι επενδυτές, τηρώντας τους τιθέμενους από την πολιτεία κανόνες. Οι σχετικές ρυθμίσεις καθιερώθηκαν αρχικά με τον Ν. 2773/1999 περί Απελευθέρωσης της Αγοράς Ενέργειας, περιλαμβάνονται δε και στον σήμερα ισχύοντα Ν. 4001/2011 – Άρθρο 3, όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι: «Ο μακροχρόνιος ενεργειακός σχεδιασμός διαμορφώνεται σε δεκαετή κυλιόμενη βάση και προσλαμβάνει τη μορφή απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής …». Κύρια στοιχεία του ΜΕΠ αποτελούν οι προβλέψεις όσον αφορά στην εξέλιξη της ζήτησης, κυρίως δε το είδος και μέγεθος των έργων με τα οποία εκτιμάται ότι ενδείκνυται ατή να καλυφθεί ώστε να επιτευχθεί το οικονομικότερο αποτέλεσμα, λαμβάνοντας υπόψη την πορεία της οικονομίας και τις διεθνείς εξελίξεις, αλλά και άλλους εσωτερικούς και εξωτερικούς παράγοντες.
2. Μετά το 2000 εκδόθηκαν:
1) Από την ΡΑΕ, τον Ιανουάριο 2003 ο «Μακροχρόνιος Ενεργειακός Σχεδιασμό της Ελλάδος», για την περίοδο 2001 – 2010 και κατ’ επέκταση μέχρι το 2030, με τη βοήθεια του Εργαστηρίου Ενεργειακής Πολιτικής του ΕΜΠ.
2) Από το «Συμβούλιο Εθνικής Ενεργειακής Στρατηγικής – (ΣΕΕΣ)», στο οποίο μετείχαν εκπρόσωποι όλων των εμπλεκόμενων με την Ενέργεια φορέων, καθώς και ακόμη πέντε πρόσωπα εξειδικευμένα σε θέματα ενέργειας τα οποία διόριζε ο αρμόδιος Υπουργός. Για την υποστήριξη του έργου του συστάθηκε ειδική υπηρεσία στο αρμόδιο Υπουργείο. Το ΣΕΕΣ συνέταξε δύο διαδοχικές Εκθέσεις,, το 2008 και 2009, κάλυπταν δε την περίοδο μέχρι το 2030.
3) Το 2010 το ΣΕΕΣ, καθώς και η υπηρεσία που είχε συσταθεί στο αρμόδιο Υπουργείο, καταργήθηκαν και η σύνταξη του ΜΕΠ ανατέθηκε στην «Επιτροπή Εθνικού Ενεργειακού Σχεδιασμού - (ΕΕΣ)», με πρόεδρο τον Γενικό Γραμματέα Ενέργειας του Υπουργείου και μέλη τους προέδρους όλων των εμπλεκόμενων με την ενέργεια κρατικών φορέων και τη βοήθεια των Υπηρεσιών τους και του Κέντρου Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας - ΚΑΠΕ. Έργο της Επιτροπής ήταν η κατάρτιση του Ενεργειακού Σχεδιασμού της χώρας μέχρι το 2050, λαμβανομένου υπόψη του «Σχεδιασμού για την Επίτευξη των Στόχων 20-20-20», ο οποίος είχε ήδη εκπονηθεί για να ανταποκριθεί η χώρα μας σε σχετικό αίτημα της Ε.Ε., όσον αφορά ειδικότερα στον σχεδιασμό της Ανάπτυξης των ΑΠΕ και την Εξοικονόμηση Ενέργειας, για την περίοδο 2010 – 2020. Η Επιτροπή εξέδωσε τελικά τον Μάρτιο 2012 τον «Οδικό Χάρτη για το 2050», που περιλάμβανε τρία σενάρια:.
(α) Υφιστάμενων πολιτικών, στο οποίο προβλέπονταν μέτριος περιορισμός των αερίων του θερμοκηπίου σε ποσοστό τουλάχιστον 40% το 2050 σε σχέση με το 2005, καθώς και τα αντίστοιχα έργα ΑΠΕ και μέτρα εξοικονόμησης για την επίτευξη του στόχου.
(β) Μέτρων Μεγιστοποίησης των ΑΠΕ, στο οποίο για το 2050 προβλέπονταν διείσδυση των ΑΠΕ σε ποσοστό 100% της ηλεκτροπαραγωγής, μείωση των αερίων του θερμοκηπίου στο 60-70% και μεγάλη εξοικονόμηση ενέργειας στα κτήρια και τις μεταφορές.
(γ) Περιβαλλοντικών μέτρων ελαχίστου κόστους, όπου ή επιλογή του μείγματος των ενεργειακών τεχνολογιών γινόταν με βάση την πολιτική ελαχίστου κόστους, με στόχο την μείωση των εκπομπών του θερμοκηπίου κατά 60-70% και παράλληλη εξοικονόμηση ενέργειας στα κτήρια και τις μεταφορές, αλλά χωρίς το επίπεδο διείσδυσης των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή να ξεπερνά το 85%.
4) Άμεσα σχετική με το θέμα ήταν και η μελέτη του Εργαστηρίου Ενεργειακής Πολιτικής του ΕΜΠ, η οποία έγινε για λογαριασμό του «Ινστιτούτου Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών» - (ΙΟΒΕ), με τίτλο «Μακροχρόνιες Ενεργειακές Προοπτικές: Οι προκλήσεις για τον ενεργειακό τομέα στην Ελλάδα με ορίζοντα το 2050» και παρουσιάστηκε τον Ιούνιο 2011. Εξετάζονταν τρία Σενάρια, παρόμοια αυτών που αναφέρθηκαν παραπάνω, με διαφορετική όμως μεθοδολογία και παραλλαγές.
3. Από τα παραπάνω αναφερόμενα διαπιστώνεται ότι και μετά το 2000 υπήρξε μια σημαντική δραστηριότητα όσον αφορά στον Ενεργειακό Προγραμματισμό, του οποίου όμως η επίδραση στην πράξη δεν είχε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, με κύρια αιτία το ότι η υλοποίησή του δεν χαρακτηρίζονταν από συνέχεια και δεν συνοδεύονταν από κατάλληλη επιτήρηση – κατεύθυνση υλοποίησής του και θεσμικές παρεμβάσεις.
Επισημαίνεται ότι ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, υπήρχε στη χώρα μας έντονος προβληματισμός για το μέλλον της ηλεκτροπαραγωγής, μετά τον οριστικό αποκλεισμό της χρήσης της πυρηνικής ενέργειας και των διαπιστώσεων των ερευνών, όσον αφορά στα εκμεταλλεύσιμα λιγνιτικά αποθέματα, ενώ τα υδάτινα είχαν ήδη σχεδόν εξαντληθεί. Επιπλέον, όπως προκύπτει και από τα πρακτικά σχετικών συνεδρίων του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, αναγνωρίζονταν ότι ο λιγνίτης δεν αποτελούσε «ανανεώσιμη πηγή», όπως εκλαμβάνονταν ουσιαστικά μέχρι τότε, και συνεπώς θα έπρεπε να έχει διαφορετική τιμολογιακή μεταχείριση από αυτή που εφαρμόζονταν από τα πρώτα χρόνια ίδρυσης της ΔΕΗ.
Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, άρχισε να κυριαρχεί η άποψη ότι μακροπρόθεσμα, εφόσον αποκλείονταν η πυρηνική ενέργεια, η χρήση εισαγόμενου λιθάνθρακα θα ήταν αναγκαία για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών, δεδομένου μάλιστα ότι, όπως προβλεπόταν, με την πάροδο του χρόνου θα αποτελούσε την οικονομικότερη λύση για την ηλεκτροπαραγωγή, ιδίως με την προοπτική ευόδωσης των προσπαθειών ανάπτυξης κατάλληλων μεθόδων αποθήκευσης του διοξειδίου του άνθρακα (CO2).
Τα παραπάνω αντανακλώνται και στους ΜΕΠ που αναφέρθηκαν στην παραπάνω παράγραφο 2. Συγκεκριμένα:
- Στον ΜΕΠ της ΡΑΕ(2003) προβλεπόταν ότι μετά το 2010 ενδείκνυται να αρχίσει η χρήση εισαγόμενου λιθάνθρακα. Πιο συγκεκριμένα στο Σενάριο Αναφοράς προβλεπόταν η ακόλουθη εξέλιξη: Έναντι λιγνιτικών μόνον μονάδων ισχύος 5.110MW το 2010, το 2020 προβλεπόταν η λειτουργία 4.577MW λιγνιτικών και 1.408MW ανθρακικών (συνολικά 5.985MW) το δε 2030 λιγνιτικών 3.164MW και ανθρακικών 4.940MW (συνολικά 8.104MW).
- Στον ΜΕΠ του ΣΕΕΣ (2008), δεν διαφοροποιούνταν ουσιαστικά οι παραπάνω προβλέψεις, εκτός από το ότι πρότεινε την κάπως εντονότερη χρήση εισαγόμενου λιθάνθρακα, του οποίου το κόστος παραγωγής εκτιμάτο ότι θα ήταν μειωμένο κατά 15% έναντι των λιγνιτικών. Επιπλέον όμως προτεινόταν όπως ο σταδιακός περιορισμός της χρήσης λιγνίτη, γίνεται κατά τρόπο που θα όριζε η Αγορά, δηλαδή ο ανταγωνισμός με τον εισαγόμενο λιθάνθρακα. Ο επόμενος ΜΕΠ του ΣΕΕΣ (2009), δεν διαφοροποιούνταν ουσιαστικά από τον προηγούμενο, παρά μόνον ως προς το ότι λήφθηκαν υπόψη ορισμένες πρόσφατες τότε επιλογές της Ε.Ε., που περιλαμβάνονταν και στο «Εθνικό Σχέδιο Δράσης Ενεργειακής Αποδοτικότητας» που είχε συνταχθεί από το ΚΑΠΕ.
Τα παραπάνω επηρέασαν τους προγραμματισμούς της ΔΕΗ, η οποία και μετά το 2000 διατηρούσε το αποκλειστικό προνόμιο χρήσης λιγνίτη, παράλληλα όμως προκάλεσαν και πολλές αντιδράσεις. Τελικώς, λόγω και της παρατηρούμενης μειωμένης ζήτησης έναντι των προηγουμένων ετών, που οφείλονταν στην επερχόμενη οικονομική κρίση αλλά και του γενικότερου κλίματος υπέρ της ανάπτυξης των ΑΠΕ που κυριαρχούσε στην Ε.Ε., εκτοπίστηκε το αμφιλεγόμενο θέμα της χρήσης εισαγόμενου λιθάνθρακα.
4. Ήδη όμως τα τελευταία χρόνια, τόσο στα πλαίσια της Ε.Ε. όσο και ειδικότερα στη χώρα μας, λόγω και της κυβερνητικής αλλαγής στο τέλος του 2009, επικρατούσε η άποψη της εντατικής ανάπτυξης των ΑΠΕ, η οποία και κυριάρχησε στους δύο τελευταίους ΜΕΠ. Ειδικότερα ο «Σχεδιασμός για την Επίτευξη των Στόχων του 20 – 20 - 20», που έγινε σε εφαρμογή των Οδηγιών της Ε.Ε., 2009/28/ΕΚ και 2009/29/ΕΚ, όριζε ότι μέχρι το 2020 θα πρέπει να επιτευχθούν τα παρακάτω:
(α) Για το σύνολο των κρατών – μελών της ΕΕ:
-
20% μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου σε σχέση με τα επίπεδα του 1990 (Οδηγία 2009/29/ΕΚ)
-
20% διείσδυση των ΑΠΕ στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας (Οδηγία 2009/28/ΕΚ)
-
20% εξοικονόμηση πρωτογενούς ενέργειας
(β) Για τη χώρα μας ορίζονταν οι υποχρεωτικοί στόχοι:
-
μείωση των εκπομπών του θερμοκηπίου κατά 4% στους τομείς εκτός εμπορίας σε σχέση με τα επίπεδα του 2005
-
διείσδυση των ΑΠΕ σε ποσοστό 18% της συνολικής ενεργειακής κατανάλωσης.
Για την επίτευξη του υψηλού αυτού ποσοστού, η τότε Κυβέρνηση προχώρησε στην ψήφιση του Ν. 3851/2010: «Επιτάχυνση της ανάπτυξης των ΑΠΕ για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και άλλες διατάξεις σε θέματα αρμοδιότητος του ΥΠΕΚΑ». Με τον νόμο αυτό η χώρα μας έθετε στόχο διείσδυσης των ΑΠΕ στο ενεργειακό ισοζύγιο ποσοστό ίσο με 20% (αντί 18% που έθετε η Ε.Ε.), τον οποίο και εξειδίκευσε σε 40% για την ηλεκτροπαραγωγή, 20% για τις θερμικές ΑΠΕ και 10% για τα βιοκαύσιμα. Ο «Σχεδιασμός 20 – 20 – 20» ενσωματώθηκε στον «Εθνικό Ενεργειακό Σχεδιασμό – Οδικός χάρτης για το 2050, ο οποίος τελικά δημοσιεύτηκε τον Μάρτιο του 2012. Βασική επιλογή αυτού αποτελούσε η μείωση της εξάρτησης από τις εισαγόμενες πρωτογενείς ενεργειακές πηγές, με την αποδοτικότερη χρήση και εξοικονόμηση της ενέργειας, καθώς και την εντατικότερη αξιοποίηση των ΑΠΕ.
Στον παρακάτω Πίνακα συνοψίζονται οι προβλεπόμενες παραγωγές ενέργειας στον ΜΕΠ του 2012 (σε GWh) ανά τεχνολογία και συνολικά, χωριστά από τις Συμβατικές μονάδες και μονάδες ΑΠΕ, για καθένα από τα τρία σενάρια που αναφέρθηκαν παραπάνω. Στην τελευταία γραμμή σημειώνεται το ποσοστό διείσδυσης των ΑΠΕ που προβλεπόταν να επιτευχθεί σε κάθε Σενάριο, κατά τα έτη 2015 και 2020.
|
2010 |
Αναφοράς |
Επίτευξης (Ι) |
Επίτευξης (ΙΙ) |
||||
|
2015 |
2020 |
2015 |
2020 |
2015 |
2020 |
||
|
Λιγνίτη Πετρέλαια ΦΑ |
29.021 8.362 12.861 |
24.005 4.529 20.655 |
20.278 2.054 27.894 |
21.3643.641 18.721 |
16.3291.545 21.618 |
23.575 4.197 15.293 |
16.972 1.326 22.720 |
|
ΣΥΝΟΛΟ ΣΥΜΒ. |
50.244 |
49.189 |
50.226 |
43.706 |
39.492 |
43.065 |
41.018 |
|
ΥΗΣ Αιολικά Φ/Β Βιομάζα/Βιοαέριο Γεωθερμία Θερμικά Ηλιακά |
4.989.3.129 242 255 0 0 |
5.563 8.652 540 205 0 0 |
6.399 14.384 920 205 49 0 |
5.685 9.674 1.668 505 123 86 |
6.575 16.797 2.891 1.258 736 714 |
5.861 10.653 1.982 505 123 86 |
6.589 18.478 3.811 1.133 736 714 |
|
ΣΥΝΟΛΟ ΑΠΕ |
8.615 |
14.960 |
21.957 |
17.741 |
28.971 |
19.210 |
31.461 |
|
ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ/ΕΞΑΓ. |
2.778 |
0 |
0 |
0 |
0 |
0 |
0 |
|
ΓΕΝ. ΣΥΝΟΛΟ |
61.636 |
64.129 |
72.183 |
61.467 |
68.464 |
62.093 |
72.478 |
|
Ποσοστό ΑΠΕ |
13,2% |
23,3% |
30,4% |
28,9% |
42,3% |
30,9% |
43,4% |
Για λόγους συγκρίσεως, στον παρακάτω Πίνακα συνοψίζονται τα αποτελέσματα της μελέτης του ΙΟΒΕ-ΕΜΠ για το 2020, που επίσης αναφέρθηκε προηγουμένως και αντιπαραβάλλονται με τα αντίστοιχα του παρόμοιου σεναρίου Επίτευξης (Ι) του προηγούμενου Πίνακα.
Παρατηρούμε καταρχήν ότι οι προβλέψεις των δύο μελετών όσον αφορά στην εξέλιξη της ζήτησης δεν έχουν ουσιαστική διαφορά (ήτοι είναι 40.190-39.492=698GWh, διαφορά 1,75%). Υπάρχουν όμως αξιοσημείωτες διαφορές στην προβλεπόμενη ως βέλτιστη παραγωγή από λιγνίτη και από ΑΠΕ, (ιδίως των αιολικών όπου διαπιστώνεται και μεγάλη διαφορά στην εκτίμηση της απόδοσής τους ανά μονάδα εγκατεστημένης ισχύος), οι οποίες οφείλονται στην διαφορετική μεθοδολογία αλλά και στις παραδοχές για τις τιμές των παραμέτρων.
|
ΕΜΠ – Σ. Αναφοράς |
ΕΕΣ – Σ. Επίτευξης (Ι) |
|||
|
MW |
GWh |
MW |
GWh |
|
|
Λιγνίτης Πετρέλαια ΦΑ |
3.725 2.343 5.547 |
22.866 4.206 13.118 |
3.362 1.378 7.312 |
16.329 1.545 21.618 |
|
ΣΥΝΟΛΟ ΣΥΜΒΑΤΙΚΩΝ |
11.615 |
40.190 |
12.052 |
39.492 |
|
ΥΗΣ Αιολικά Φ/Β και λοιπά ηλιακά Βιομάζα/Βιοαέριο Γεωθερμία |
3.956 6.354 2.239 279 65 |
6.335 16.519 3.284 1.364 569 |
4.531 7.500 2.450 250 120 |
6.575 16.797 3.605 1.258 736 |
|
ΣΥΝΟΛΟ ΑΠΕ |
12.893 |
28.072 |
14.851 |
28.971 |
|
ΓΕΝ. ΣΥΝΟΛΟ |
24.508 |
68.262 |
26.903 |
68.464 |
|
Ποσοστό διείσδυσης ΑΠΕ |
41,1% |
42,3% |
Σημειώνεται επίσης ότι η εμφανιζόμενη διαφορά στην πρόβλεψη χρήσης πετρελαίου οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στο ότι στο σενάριο του ΕΕΣ – Επίτευξης των στόχων (ΜΕΠ του 2012), προβλεπόταν ότι θα προχωρήσει σύντομα η διασύνδεση μεγάλου μέρους των νησιών με το ηπειρωτικό σύστημα και η παύση της λειτουργίας των πετρελαϊκών σταθμών τους, με παράλληλη εισφορά των αυξημένων ΑΠΕ που θα εγκαθίσταντο στα νησιά. Μικρότερες διαφορές παρατηρούνται όσον αφορά στην προοπτική της χρήσης του λιγνίτη και του ΦΑ, ήτοι: ΕΜΠ: λιγνίτης 33,5% - ΦΑ 19,2%, και ΕΕΣ λιγνίτης 23,8% - ΦΑ 33,5%. Οπωσδήποτε όμως και οι δύο διαφοροποιούνται πλήρως των δύο πρώτων ΜΕΠ, της ΡΑΕ και του ΣΕΕΣ, δεδομένου ότι δεν προβλέπουν πλέον χρήση εισαγόμενου λιθάνθρακα. Τέλος μεταξύ τους διαφορές υπάρχουν και στο είδος των προβλεπόμενων να εγκατασταθούν ΑΠΕ, αν και στο σύνολο, καθώς και στο τελικό ποσοστό διείσδυσης, είναι σχετικά μικρές.
5. Για μια πρόχειρη σύγκριση με την υλοποίηση των προβλέψεων, σημειώνουμε ότι κατά το 2017 τα ποσοστά των συνεισφορών διαμορφώθηκαν ως εξής: λιγνίτης 31%, (εγκατεστημένη ισχύς 4.337MW) και ΦΑ 30% (εγκατεστημένη ισχύς 4.148MW) και ΑΠΕ 27% (7% οι μεγάλοι ΥΗΣ), ενώ σημαντική ήταν η συμβολή των εισαγωγών, η οποία ανήλθε σε 12%, ενώ θεωρείτο μηδενική (συνολικά) στους ΜΕΠ. Οπωσδήποτε διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχουν «ανατρεπτικές» αποκλίσεις από τα εκτιμούμενα στους ΜΕΠ ως «τα οικονομικώς βέλτιστα ποσοστά» σύνθεσης του μείγματος. Εκτιμούμε δε ότι και τα επόμενα μέχρι το 2020 χρόνια δεν θα υπάρχει μεγάλη διαφοροποίηση, ενώ αυτές μπορεί να είναι μεγαλύτερες, αλλά και πάλι όχι ανατρεπτικές, μετά το 2020. Το μέγεθος των αλλαγών αυτών συναρτάται προφανώς αφενός μεν με την εξέλιξη την οποία θα έχουν οι υπό εξέλιξη προσπάθειες «Επανεργοποίησης» (Repowering) αποσυρόμενων λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ, ενώ σημαντική θα είναι και η συμβολή της υπό κατασκευή νέας μονάδας Πτολεμαΐδα V, ισχύος 650MW. Επιπλέον σημαντικό ρόλο θα έχουν οι απαιτήσεις και η συμμετοχή της βαριάς βιομηχανίας, η οποία κατά κύριο λόγο έχει ανάγκη την λειτουργία λιγνιτικών μονάδων. Προφανώς δε η όλη πορεία εξαρτάται και από εξωτερικούς παράγοντες, όπως ιδίως το κόστος του διοξειδίου του άνθρακα και του ΦΑ.
Οι στόχοι διείσδυσης των ΑΠΕ που εξαγγέλθηκαν και πρόσφατα από αρμόδιους παράγοντες, οι οποίοι είναι εναρμονισμένοι με αυτούς της Ε.Ε., δηλαδή 30% το 2020 και 40% το 2030, κρίνεται ότι είναι απολύτως εφικτοί, (ίσως του 2030 μπορεί και να υπερκεραστεί). Συνεπώς το υπόλοιπο 70% και 60%, αντίστοιχα, θα κατανέμεται μεταξύ του λιγνίτη και του ΦΑ με βάση τη διαμόρφωση της ζήτησης και τους κανόνες της Αγοράς. Όσον αφορά στις τεχνολογικές εξελίξεις τις ίδιας περιόδου δεν αναμένονται ριζικές αλλαγές αλλά μόνον ωρίμανση και εμβάθυνση αυτών που έχουν δρομολογηθεί τα τελευταία χρόνια, με επίκεντρο τις ΑΠΕ, όπως είναι η επέκταση των χρήσεων της ηλεκτρικής ενέργειας (π.χ. ηλεκτροκίνηση) και αύξηση των μεθόδων Βέλτιστης Διαχείρισης με συνεχή αύξηση της Ψηφιοποίησης, που θα οδηγήσουν στην ανάγκη αποθήκευσης (κεντρικής με αντλησιοταμίευση ή και τοπικής με χρήση συσσωρευτών) και το ρόλο της Αποκεντρωμένης παραγωγής. Βασικής σημασίας είναι, οι εξελίξεις αυτές να υλοποιηθούν κατάλληλα, πράγμα το οποίο προϋποθέτει την κατάλληλη στελέχωση των εμπλεκόμενων φορέων, καθώς και την παροχή αντίστοιχων κινήτρων, κυρίως δε την καθιέρωση διαδικασιών που θα τους καθιστούν αποτελεσματικούς.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το αντικείμενο του νέου ΜΕΠ εντοπίζεται στην αναζήτηση της βέλτιστης κατανομής μεταξύ λιγνίτη και ΦΑ, κυρίως όμως θα πρέπει να προδιαγράψει και ορίσει τα θεσμικά εκείνα μέτρα και διαδικασίες με τα οποία οι επιλογές που θα γίνουν θα υλοποιηθούν. Για το σκοπό αυτό απαιτείται η εξουσιοδότηση ενός και μόνου φορέα ο οποίος θα είναι ο υπεύθυνος για κατευθύνει και να συντονίζει όλους του εμπλεκόμενους στην επίτευξη των στόχων του εκάστοτε ισχύοντος ΜΕΠ, ο οποίος όπως προβλέπεται και στον Ν.4001/2011, θα επικαιροποιείται ανά έτος. Ο φορέας αυτός δεν μπορεί να είναι άλλος από την ΡΑΕ, η οποία άλλωστε και θεσμικά είναι αρμόδια αφενός μεν να παρέχει τις Άδειες Παραγωγής, αφετέρου δε και κυρίως εγκρίνει το περιεχόμενο των Προγραμμάτων Ανάπτυξης των αρμόδιων Διαχειριστών (ΑΔΜΗΕ, ΔΕΔΔΗΕ, ΔΕΣΦΑ), τα οποία βέβαια υποχρεωτικά θα είναι εναρμονισμένα με τον εκάστοτε ισχύοντα ΜΕΠ. Είναι προφανές βέβαια ότι για το σκοπό αυτό η ΡΑΕ θα πρέπει να αποκτήσει το απαραίτητο εξειδικευμένο και έμπειρο προσωπικό, που θα ενταχθεί στις υφιστάμενες δομές της ώστε να είναι σε θέση να αναλάβει τις πρόσθετες αυτές ευθύνες. Είναι τέλος σημαντικός ο ρόλος τον οποίο θα κληθεί να παίξει η ΔΕΗ Α.Ε., η οποία εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να δεσπόζει, τουλάχιστον κατά τα αμέσως επόμενα χρόνια.
- Ο Μ. Παπαδόπουλος είναι Ομ. Καθ. ΕΜΠ