ΙΟΒΕ: Σημαντικά οικονομικά οφέλη και νέες θέσεις εργασίας για την ελληνική οικονομία μέσω της ενεργειακής αναβάθμισης των κτιρίων

ΙΟΒΕ: Σημαντικά οικονομικά οφέλη και νέες θέσεις εργασίας για την ελληνική οικονομία μέσω της ενεργειακής αναβάθμισης των κτιρίων

ΙΟΒΕ: Σημαντικά οικονομικά οφέλη και νέες θέσεις εργασίας για την ελληνική οικονομία μέσω της ενεργειακής αναβάθμισης των κτιρίων
05 12 2018 | 10:21

Βελτίωση του ΑΕΠ έως και 1,7 δις ευρώ μέχρι το 2025, αύξηση του ρυθμού ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας κατά 0,7 ποσοστιαίες μονάδες και δημιουργία 40.000 νέων θέσεων εργασίας θα μπορούσε να επιφέρει στην ελληνική οικονομία η ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων, σύμφωνα με σχετική μελέτη του ΙΟΒΕ με τίτλο «Βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας των κτιρίων ως μοχλός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας», η οποία παρουσιάστηκε χθες (4/12) σε ειδική εκδήλωση που διοργανώθηκε από τον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Διογκωμένης Πολυστερίνης στον Δημόκριτο. 

Ειδικότερα, στην περίληψη της μελέτης αναφέρεται πως η μελέτη του οικιακού τομέα κατέδειξε πως μέχρι σήμερα η Ελλάδα δεν έχει εκμεταλλευθεί πλήρως τα δυνητικά οφέλη που συνδέονται με τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας, ενώ η μείωση της κατανάλωσης ενέργειας που έχει επιτευχθεί σχετίζεται περισσότερο με τη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος και της οικονομικής δραστηριότητας και λιγότερο με την εφαρμογή συστημάτων ενεργειακής αναβάθμισης των κατοικιών.

Αυτό επιβεβαιώνεται τόσο από τα αποτελέσματα προηγούμενης μελέτης του ΙΟΒΕ που κατέδειξε πως ελάχιστα είναι τα νοικοκυριά που έχουν εφαρμόσει όλα τα διαθέσιμα μέτρα για τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας, αλλά και από τις ετήσιες εκθέσεις του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, όπου σημειώνεται πως το μεγαλύτερο μέρος των κατοικιών έχει σημαντικές ελλείψεις που σχετίζονται με την ιδιαίτερα χαμηλή ενεργειακή τους αποδοτικότητα. Κατά συνέπεια, η πλειονότητα των σχετικών κτιρίων κατατάσσεται στις χαμηλές και μεσαίες ενεργειακές κλάσεις.

Υπολογίζοντας τον οικονομικό αντίκτυπο των δραστηριοτήτων ενεργειακής αναβάθμισης κτιρίων στη βάση ενός υποδείγματος εισροών-εκροών προκύπτει ότι οι επενδύσεις στην ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων έχουν ισχυρά πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα στην ελληνική οικονομία.

Με την υλοποίηση των εργασιών ενεργειακής αναβάθμισης του σεναρίου στόχων για κατοικίες, όπως προβλέπεται στον στρατηγικό σχεδιασμό του ΥΠΕΝ, προκύπτει καθαρή συνολική επίδραση στο ΑΕΠ της τάξης των €800 εκατ. κατά την πρώτη εξαετία υλοποίησης του σεναρίου, η οποία μειώνεται τα επόμενα έτη, χωρίς όμως να πέφτει κάτω από τα €500 εκατ. μέχρι το 2030

Κάθε €1 εκατ. επενδύσεων στην ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων αυξάνει συνολικά, σε καθαρούς όρους, το ΑΕΠ της Ελλάδας κατά €1,4 εκατ., την απασχόληση κατά 37 θέσεις εργασίας και τα έσοδα του Δημοσίου κατά €0,5 εκατ. το 2018. Η υλοποίηση επενδύσεων στην ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών, σύμφωνα με τον στρατηγικό σχεδιασμό του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, όπως αυτός αποτυπώνεται σε σχετική έκθεση,  μπορεί να οδηγήσει σε τόνωση του ρυθμού ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας κατά έως και 0,7 ποσοστιαίες μονάδες, καθώς και σε τόνωση της απασχόλησης κατά έως και 40.000 θέσεις εργασίας.

Σημαντικά οικονομικά οφέλη μπορούν επίσης να προκύψουν με την υλοποίηση παρεμβάσεων ενεργειακής αναβάθμισης στα κτίρια του τριτογενούς τομέα, όπως επί παραδείγματι προβλέπεται στο σενάριο στόχων για τέτοια κτίρια στον στρατηγικό σχεδιασμό του ΥΠΕΝ. Η υλοποίηση αυτών των παρεμβάσεων οδηγεί σε τόνωση του ΑΕΠ της χώρας κατά €228 εκατ. και της απασχόλησης κατά 5.900 θέσεις εργασίας το 2018, επιδράσεις που αυξάνονται σε €980 εκατ. και 24.700 θέσεις εργασίας το 2025, αντιστοίχως.

Τα αποτελέσματα της οικονομικής ανάλυσης καθιστούν φανερό ότι η θεσμική στήριξη των δραστηριοτήτων ενεργειακής αναβάθμισης κτιρίων, πέραν του μεγάλου περιβαλλοντικού οφέλους που μπορεί να αποφέρει, μπορεί παράλληλα να αποδώσει ιδιαίτερα σημαντικά αναπτυξιακά οφέλη, σε μία περίοδο μάλιστα που η τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας και της απασχόλησης αποτελεί κεντρικό κοινωνικό αίτημα.

Θα ήταν λοιπόν σκόπιμο η Πολιτεία να προσφέρει πρόσθετα κίνητρα στα νοικοκυριά προκειμένου να επιταχυνθούν οι επενδύσεις στην ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων. Σε αυτήν την κατεύθυνση, θα μπορούσε να συμβάλει και η παροχή έκπτωσης φόρου (tax-credit), ανάλογης με το ύψος της δαπάνης για εργασίες ενεργειακής αναβάθμισης κτιρίων.

Φορολογικά κίνητρα για την προώθηση επενδύσεων ενεργειακής αποδοτικότητας

Σύμφωνα με τη μελέτη η προσφορά κινήτρων από την Πολιτεία για την ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων μπορεί θα οδηγήσει σε τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας και της απασχόλησης, σε υπολογίσιμα περιβαλλοντικά οφέλη, μεταξύ των οποίων και η σημαντική μείωση εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στον κτιριακό τομέα, και σε μείωση της κατανάλωσης εισαγόμενων καυσίμων.

Εξάλλου η προσφορά φορολογικών κινήτρων θα μπορούσε να κινητοποιήσει ιδιωτικούς πόρους για επενδύσεις στην ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων.

Ένα κατάλληλο φορολογικό κίνητρο θα μπορούσε να είναι η προσφορά έκπτωσης φόρου, ανάλογης με το ύψος της δαπάνης για εργασίες ενεργειακής αναβάθμισης κτιρίων.

Αν μία έκπτωση φόρου ύψους 20% της δαπάνης για εργασίες ανακαίνισης κινητοποιήσει ιδιωτικές επενδύσεις του ύψους που περιγράφεται στο φιλόδοξο σενάριο για αναβαθμίσεις κατοικιών, τότε τα δημόσια έσοδα κατά τα πρώτα έτη εφαρμογής του μέτρου καταλήγουν να είναι ελαφρώς αυξημένα (κατά περίπου 12 εκατ. ευρώ, ή 3% της δαπάνης για ανακαινίσεις).

Ωστόσο, αυτή η θετική δημοσιονομική επίδραση αμβλύνεται βαθμιαία. Από το 2023 και μετά η τελική επίδραση στα ετήσια έσοδα του Δημοσίου γίνεται αρνητική.

Αν η έκπτωση φόρου 20% επί της δαπάνης για ενεργειακές αναβαθμίσεις δεν επαρκεί για να κινητοποιηθούν οι ιδιωτικοί πόροι που απαιτούνται για τις ανακαινίσεις που προβλέπονται από το φιλόδοξο σενάριο, αλλά θα χρειαζόταν έκπτωση φόρου 50% επί της δαπάνης για αυτόν τον σκοπό, προκύπτει ότι το Δημόσιο θα είχε απώλεια εσόδων με την εφαρμογή ενός τέτοιου μέτρου, ήδη από το πρώτο έτος εφαρμογής του μέτρου, με το εν λόγω δημοσιονομικό κενό να βαίνει αυξανόμενο.

Εντούτοις, η απώλεια δημοσίων εσόδων από την προσφορά έκπτωσης φόρου 50% επί της δαπάνης για ανακαινίσεις αντιστοιχεί στο 27% της δαπάνης αυτής κατά το πρώτο έτος εφαρμογής του μέτρου, φτάνει το 30% της δαπάνης, σε σωρευτικούς όρους το έτος 2024, ενώ δεν ξεπερνά το 34% της σωρευτικής δαπάνης το έτος 2030.

Η τελική απώλεια δημοσίων εσόδων είναι σημαντικά μικρότερη του ποσού που προσφέρεται ως έκπτωση φόρου, ακριβώς λόγω των θετικών επιδράσεων στα δημόσια έσοδα που προκύπτουν από την τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας που επιφέρουν οι εργασίες ανακαινίσεων.

Σύμφωνα πάντα με τη μελέτη, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα του μέτρου της έκπτωσης φόρου είναι σημαντικό η έκπτωση να καλύπτει όσο το δυνατόν ευρύτερο φάσμα φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών, πέραν του φόρου εισοδήματος (π.χ. ΕΝΦΙΑ). Θα ήταν επίσης σημαντικό οι δικαιούχοι της έκπτωσης φόρου να μπορούν να μετακυλήσουν τυχόν υπόλοιπο της έκπτωσης που δικαιούνται σε επόμενα φορολογικά έτη, αν η έκπτωση φόρου που δικαιούνται είναι μεγαλύτερη από τις φορολογικές τους υποχρεώσεις το έτος της επένδυσης.

Με τους τρόπους αυτούς η έκπτωση φόρου θα αποτελέσει κίνητρο για περισσότερα νοικοκυριά και ιδιαίτερα για νοικοκυριά με χαμηλά εισοδήματα, τα οποία συχνά έχουν και πιο επείγουσες ανάγκες ενεργειακής αναβάθμισης των κατοικιών τους.

Επισυνάπτεται ολόκληρη η μελέτη του ΙΟΒΕ

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM