Η μεταφορά πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας από την Αφρική στην Ευρώπη - Από τη διεθνή πρωτοβουλία DESERTEC στο έργο GREGY
Η πρωτοβουλία DESERTEC, γνωστή ευρύτερα και σαν βιομηχανική σύμπραξη DESERTEC αποτέλεσε ένα φιλόδοξο όραμα στις αρχές του 21ου αιώνα. Αφορούσε τη παραγωγή πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας σε έρημες και ηλιόλουστες περιοχές της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής και την μεταφορά της στην Ευρώπη μέσω μεγάλων υποθαλάσσιων καλωδίων υψηλής τάσης.
Η έναρξη της πρωτοβουλίας DESERTEC τοποθετείται στις αρχές της δεκαετίας του 2000 ενώ η βιομηχανική σύμπραξη DESERTEC ξεκίνησε το 2009. Δημιουργήθηκε στο Μόναχο της Γερμανίας με σκοπό να υλοποιήσει το όραμα της πρωτοβουλίας DESERTEC, δηλαδή, την παραγωγή καθαρής, ανανεώσιμης ενέργειας από τις ερήμους της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής (περιοχή Middle East Northern Africa- MENA) και τη μεταφορά της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη.
Η σύμπραξη ιδρύθηκε με την υποστήριξη μεγάλων Ευρωπαϊκών βιομηχανιών και ενεργειακών εταιρειών, όπως η Siemens, η Deutsche Bank, η E.ON, η RWE, η ABB, η Munich Re και άλλες.
Ο στόχος της ήταν να μετατρέψει το θεωρητικό όραμα του DESERTEC σε ένα ρεαλιστικό επιχειρηματικό σχέδιο. Η κεντρική ιδέα ήταν απλή αλλά φιλόδοξη:
Να αξιοποιηθεί η άφθονη ηλιακή ενέργεια των ερήμων, μέσω σταθμών μετατροπής της ηλιακής θερμικής ενέργειας σε ηλεκτρική και φωτοβολταϊκών σταθμών, για να καλυφθεί μέρος της ενεργειακής ζήτησης της Ευρώπης και των χωρών της περιοχής MENA, μέσω ενός δικτύου διασυνδεδεμένων ηλεκτρικών γραμμών υψηλής τάσης (High Voltage Direct Current-HVDC). Η πρωτοβουλία ήταν πολύ φιλόδοξη καθώς προβλεπόταν πως μέχρι το 2050 το έργο θα μπορούσε να καλύψει έως και περίπου 15 % της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας της Ευρώπης.
Το όραμα και οι αρχικές προσδοκίες
Η πρωτοβουλία DESERTEC βασιζόταν στο γεγονός ότι οι έρημοι της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής διαθέτουν τεράστια ηλιακή ακτινοβολία και χώρο, όπου θα μπορούσε να παραχθεί πράσινη ηλεκτρική ενέργεια ενώ η μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας από αυτές τις περιοχές προς την Ευρώπη μέσω υποθαλάσσιων καλωδίων υψηλής τάσης (HVDC) είναι τεχνικά και οικονομικά εφικτή και θα δημιουργούσε οικονομίες κλίμακας. Επιπλέον, από την αρχή επισημαίνονταν ότι πέρα από την ενέργεια, το εγχείρημα θα παρείχε τοπικά οικονομικά οφέλη σε χώρες της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής που περιελάμβαναν θέσεις εργασίας, τεχνογνωσία και αναπτυξιακές προοπτικές.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της πρωτοβουλίας DESERTEC:
- Μέχρι το 2050, περίπου 15 % της ηλεκτρικής ενέργειας της Ευρώπης θα μπορούσε να προέρχεται από σταθμούς ηλιακής ενέργειας στη Σαχάρα.
- Η επένδυση θα ανερχόταν σε 400 δισεκατομμύρια ευρώ.
- Θα δημιουργούνταν χιλιάδες θέσεις εργασίας στις χώρες του Μαγκρέμπ και της Μέσης Ανατολής.
- Θα υπήρχε σημαντική μείωση των εκπομπών CO₂ και ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας της Ευρώπης.
Η συνδυασμένη αυτή προσέγγιση – έργα μεγάλης κλίμακας, διεθνής διασύνδεση, πράσινη ενέργεια, ανάπτυξη του Νότου – προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον και ενθουσιασμό. Έδωσε μια εικόνα «μεγάλου έργου» που θα συνδύαζε οικολογία, οικονομία και γεωπολιτική αλλαγή. Παρά το λαμπρό όραμα, η υλοποίηση της πρωτοβουλίας αντιμετώπισε σοβαρές δυσκολίες και τελικά δεν πέτυχε τον αρχικό της στόχο. Σαν βασικές αιτίες αποτυχίας της θα μπορούσαν να θεωρηθούν:
α) Πολιτική και γεωπολιτική αστάθεια
Η συνεργασία μεταξύ Ευρωπαϊκών και Μεσανατολικών/ΒορειοΑφρικανικών κρατών αποδείχθηκε πολύ πιο δύσκολη από ό,τι υπολογιζόταν. Η Αραβική Άνοιξη το 2011, η πολιτική αστάθεια και οι πολεμικές συγκρούσεις σε αρκετές χώρες του Μαγκρέμπ και της Μέσης Ανατολής (Λιβύη, Ιράκ, Συρία, Λίβανος) επηρέασαν αρνητικά τις επενδύσεις στη περιοχή αυτή. Επιπλέον, ζητήματα όπως η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από χώρες της περιοχής, η διαφορετική νομική και ρυθμιστική βάση, η έλλειψη σταθερών διακρατικών συμφωνιών αποτέλεσαν εμπόδια.
β) Υψηλό κόστος και τεχνική πολυπλοκότητα
Το κόστος υλοποίησης ήταν τεράστιο που εκτιμάτο γύρω στα 400 δισ. ευρώ για όλο το έργο. Η ανάγκη για τεράστιες επενδύσεις σε σταθμούς μετατροπής της ηλιακής θερμικής ενέργειας σε ηλεκτρική (Concentrated Solar Power) και σε φωτοβολταϊκούς σταθμούς, σε υποδομές HVDC διασύνδεσης, σε υποθαλάσσια/υπόγεια καλώδια μεταξύ Βόρειας Αφρικής και Ευρώπης έκανε το εγχείρημα εξαιρετικά δαπανηρό. Παράλληλα, η τεχνολογία μετατροπής της ηλιακής θερμικής ενέργειας σε ηλεκτρική δεν κατάφερε να γίνει τόσο φθηνή και αξιόπιστη όσο η φωτοβολταϊκή τεχνολογία που εξελίχθηκε ραγδαία.
γ) Αλλαγή τοπίου στην αγορά ενέργειας
Το μοντέλο παραγωγής μεγάλης κλίμακας εξαγωγής ενέργειας προς την Ευρώπη φάνηκε να χάνει έδαφος καθώς στην Ευρώπη αναπτύχθηκε περισσότερο η αποκεντρωμένη παραγωγή ενέργειας με τοπικά και μικρότερης κλίμακας φωτοβολταϊκά έργα, μειώθηκαν οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας και οι επενδυτές έγιναν πιο προσεκτικοί.
δ) Κριτική ως προς τη δικαιοσύνη και την εμπλοκή των τοπικών κοινωνιών
Η πρωτοβουλία DESERTEC κατηγορήθηκε ότι ακολουθεί προσέγγιση από τη κορυφή στη βάση (top-down approach), με ελάχιστη συναίνεση των τοπικών κοινωνιών, ενώ υπήρχε κίνδυνος δημιουργίας ενεργειακής αποικιοκρατίας (neo-colonialism), δηλαδή την (μη ισότιμη) αξιοποίηση της ερήμου, των ενεργειακών πηγών και της εργασίας του τοπικού πληθυσμού στην Αφρική και τη Μέση Ανατολή προς όφελος της Ευρώπης.
ε) Διάσταση στρατηγικής και διοίκησης
Η απόσυρση στη πορεία σημαντικών εταιρειών της βιομηχανικής σύμπραξης DESERTEC όπως η Siemens και η Bosch, έστειλε ισχυρό σήμα για τη μη βιωσιμότητα του εγχειρήματος. Επίσης, η μη σύγκλιση των στρατηγικών, των ρόλων και της συνεργασίας μεταξύ της πρωτοβουλίας DESERTEC και της βιομηχανικής σύμπραξης DESERTEC οδήγησε σε διαφωνίες και ρήξη.
Το 2013 η πρωτοβουλία DESERTEC αποχώρησε από τη βιομηχανική σύμπραξη DESERTEC, επικαλούμενη σημαντικές διαφορές. Από εκεί και πέρα, η βιομηχανική σύμπραξη DESERTEC επαναπροσδιόρισε το έργο της σε μικρότερη κλίμακα εστιάζοντας στην αγορά της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Στην πραγματικότητα, το αρχικό όραμα των διασυνοριακών μεγα-έργων έμοιαζε να έχει αποτύχει ενώ πολλές μελέτες και άρθρα τότε χαρακτήρισαν το έργο σαν μη υλοποιήσιμο.
Η εμπειρία από τη πρωτοβουλία DESERTEC άφησε ορισμένα πολύτιμα μαθήματα για το μέλλον μεγάλων ενεργειακών έργων:
- Η τεχνολογία μπορεί να είναι διαθέσιμη, αλλά εάν οι συνθήκες (πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές) δεν είναι ευνοϊκές η υλοποίηση των έργων καθίσταται ανέφικτη.
- Η απομακρυσμένη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας για εξαγωγή (αντί για τοπική κατανάλωση) έδειξε ότι είχε πολιτικούς και εμπορικούς κινδύνους που δεν εκτιμήθηκαν επαρκώς.
- Η παραγωγή ενέργειας κοντά στους χώρους κατανάλωσης της προτιμήθηκε έναντι της ιδέας εξαγωγής ενέργειας από μεγάλες αποστάσεις.
- Η συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών, η αποδοχή, η δίκαιη κατανομή οφελειών και η συμβολή των χωρών του Νότου είναι καθοριστικές ενώ δεν επαρκεί ένα αναπτυξιακό όραμα του Βορρά για τον Νότο.
- Οι μεγάλες επενδύσεις υψηλού ρίσκου απαιτούν σταθερό πολιτικό και θεσμικό πλαίσιο καθώς η αστάθεια υπονομεύει την αξιοπιστία και τη βιωσιμότητα των επενδύσεων.
- Η ευελιξία της στρατηγικής είναι σημαντική ενώ τα έργα πρέπει να μπορούν να προσαρμοστούν σε τεχνολογικές αλλαγές, μεταβολές κόστους και νέες συνθήκες αγοράς.
Συνοψίζοντας, η πρωτοβουλία DESERTEC αποτέλεσε ένα εξαιρετικά φιλόδοξο εγχείρημα, το οποίο ωστόσο δεν κατάφερε να υλοποιηθεί όπως είχε αρχικά σχεδιαστεί. Η αποτυχία της δεν είναι αποτέλεσμα μιας μόνο αιτίας, αλλά συνδυασμού πολιτικών, οικονομικών, τεχνολογικών και κοινωνικών παραγόντων. Το γεγονός ότι η πρωτοβουλία DESERTEC και η βιομηχανική σύμπραξη DESERTEC δεν κατόρθωσαν να συντονιστούν επαρκώς, ότι το κόστος και οι κίνδυνοι αποδείχθηκαν μεγαλύτεροι των αναμενόμενων, ότι η αγορά και το τεχνολογικό περιβάλλον άλλαξαν συνέβαλλε στην απομάκρυνση των επενδυτών και στην αναδιάταξη του επιχειρησιακού μοντέλου. Παράλληλα, η κριτική ότι το έργο κινδύνευε να λειτουργήσει σαν μοντέλο ενεργειακής εκμετάλλευσης (ενεργειακός αποικισμός των πλούσιων χωρών του Βορρά στις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες του νότου) ήταν σημαντική και ανέδειξε ότι η βιωσιμότητα του έργου δεν ήταν μόνο τεχνική ή οικονομική υπόθεση, αλλά και κοινωνική και ηθική. Τέλος, η δυσμενής εμπειρία της πρωτοβουλίας DESERTEC έδειξε ότι τα μεγάλα διεθνή ενεργειακά έργα απαιτούν όχι μόνο τεχνολογική και οικονομική επάρκεια, αλλά και διεθνείς συμφωνίες, εμπλοκή και συνεργασία των τοπικών κοινωνιών και ευελιξία απέναντι σε αλλαγές καθώς διαφορετικά το όραμα, όσο φιλόδοξο και αν είναι, κινδυνεύει να παραμείνει όραμα.
Το έργο GREGY μεταφοράς πράσινης ηλεκτρικής ενέργεια από την Αίγυπτο στην Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω της Ελλάδας
Το έργο GREGY αποτελεί ένα φιλόδοξο και στρατηγικής σημασίας εγχείρημα στον τομέα της ενέργειας, με στόχο την ανάπτυξη μιας άμεσης ηλεκτρικής διασύνδεσης μεταξύ της Αίγυπτου και της ηπειρωτικής Ελλάδας, με προοπτική να μεταφέρει πράσινη ενέργεια από την Αίγυπτο στην Ευρώπη μέσω της Ελλάδας. Οι βασικοί άξονες του έργου είναι η μεγάλη δυναμικότητα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας (3.000 MW) μέσω υποθαλάσσιου καλωδίου μήκους περίπου 950 χλμ, η παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ισχύος περίπου 9.5 GW στην Αίγυπτο, και η συμβολή στη μείωση της Ευρωπαϊκής ενεργειακής εξάρτησης από ορυκτά καύσιμα. Η τεχνική διάσταση του GREGY προβλέπει την εγκατάσταση ενός υποθαλάσσιου καλωδίου (μεταξύ Αίγυπτου-Ελλάδας) το οποίο θα έχει τη δυνατότητα αμφίδρομης μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας — τόσο από Αίγυπτο προς Ελλάδα/Ευρώπη, όσο και αντιστρόφως. Η επιλογή της όδευσης – όπως αναφέρεται – έγινε με γνώμονα και γεωπολιτικές και τεχνικές παραμέτρους, αποφεύγοντας συγκεκριμένα σημεία όπως η Κρήτη λόγω περιορισμών στο υφιστάμενο δίκτυο.
Η σημασία του έργου για την Ελλάδα και την Ευρώπη είναι πολλαπλή.
Α) Πρώτον, μετατρέπει την Ελλάδα σε έναν κόμβο «πράσινης ενέργειας» στην Ανατολική Μεσόγειο — επιτρέποντας τη χρήση και μεταφορά καθαρής ενέργειας προς την Ευρώπη.
Β) Δεύτερον, συμβάλλει σημαντικά στην Ευρωπαϊκή στρατηγική για διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας, μείωση της εξάρτησης από Ρωσικό φυσικό αέριο ή άλλες παραδοσιακές μορφές ενέργειας, και την επίτευξη των στόχων της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας (European Green Deal) για μείωση των εκπομπών CO₂.
Γ) Τρίτον, το έργο υποστηρίζει την ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην Αίγυπτο, ενισχύοντας τη συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών.
Από οικονομική και περιβαλλοντική πλευρά, το GREGY προβλέπει ότι η μεταφορά των 3.000 MW πράσινης ενέργειας θα υποκαταστήσει περίπου 4,5 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου ετησίως και θα επιφέρει μείωση των εκπομπών CO₂ κατά περίπου 10 εκατομμύρια τόνους ετησίως. Τέτοιου μεγέθους εκτιμώμενα οφέλη το καθιστούν έργο με ισχυρό συμβολισμό αλλά και μεγάλη επίδραση εφόσον βέβαια τελικά υλοποιηθεί.
Ωστόσο, όπως κάθε μεγάλο διεθνές ενεργειακό έργο, έτσι και το GREGY αντιμετωπίζει μια σειρά από προκλήσεις.
Α) Πρώτον, το κόστος: το έργο εκτιμάται ότι θα απαιτήσει επένδυση περίπου 3.5-4.2 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Β) Δεύτερον, η τεχνική και διοικητική ωρίμανση: απαιτούνται αναλυτικές μελέτες, περιβαλλοντικές αδειοδοτήσεις, χάραξη της θαλάσσιας και χερσαίας όδευσης, εξασφάλιση των απαραίτητων συμφωνιών και χρηματοδότησης ενώ όπως αναφέρεται, αυτές οι διαδικασίες είναι σε εξέλιξη.
Γ) Τρίτον, η γεωπολιτική διάσταση: η συνεργασία Ελλάδας και Αιγύπτου στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας ενέχει στοιχεία διακρατικής στρατηγικής, όπου καλούνται να συμμετάσχουν δημόσιοι και ιδιωτικοί φορείς, διαχειριστές συστημάτων, και οι δύο κυβερνήσεις. Η σταθερότητα και η βούληση για την υλοποίηση του έργου είναι καθοριστικές.
Ένα ακόμη σημείο που αξίζει να τονιστεί είναι η κατηγορία στην οποία εντάσσεται το έργο: έχει επιλεγεί και υποβάλλεται για ένταξη στον κατάλογο των έργων αμοιβαίου ενδιαφέροντος της Ευρωπαϊκής επιτροπής, πράγμα που σημαίνει ότι θεωρείται έργο κοινού Ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, με δυνατότητα υποστήριξης μέσω Ευρωπαϊκών πόρων.
Πρόσφατα εξ’ άλλου ανακοινώθηκε η δέσμευση ορισμένων εκτάσεων στην Αίγυπτο για την εγκατάσταση των ΑΠΕ που θα παράγουν ηλεκτρική ενέργεια και θα τροφοδοτούν την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας - Αιγύπτου. Πρόκειται για 2.500 τετραγωνικά χιλιόμετρα στη βόρεια Αίγυπτο, όπου θα αναπτυχθούν έργα συνολικής ισχύος 9 GW, αποτελούμενα κατά 70% από ανεμογεννήτριες και 30% από φωτοβολταϊκά πάρκα (όχι όμως ηλιακούς θερμικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής όπως προβλεπόταν στη πρωτοβουλία DESERTEC).
Η εξέλιξη αυτή θεωρείται κομβικό βήμα για την ωρίμανση του έργου, καθώς εξασφαλίζει τη χωροθέτηση και την ενεργειακή επάρκεια του ενεργειακού συστήματος που θα τροφοδοτεί το καλώδιο διασύνδεσης υψηλής τάσης. Η ηλεκτρική ενέργεια που θα μεταφέρεται από την Αίγυπτο στην Ελλάδα - και μέσω αυτής στην υπόλοιπη Ευρώπη - θα είναι 100% πράσινη και σημαντικά φθηνότερη σε σχέση με τις σημερινές τιμές χονδρικής. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις το κόστος της μεταφερόμενης ηλεκτρικής ενέργειας θα είναι περίπου 20 ευρώ χαμηλότερο ανά MWh από τις τιμές που διαμορφώνονται σήμερα στις Ευρωπαϊκές αγορές προσφέροντας ένα ουσιαστικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην Ελληνική και Ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρισμού.
Το έργο έχει λάβει την υποστήριξη των κυβερνήσεων Ελλάδας και Αιγύπτου και εντάσσεται στο πλαίσιο της στρατηγικής ενεργειακής συνεργασίας των δύο χωρών. Η συμφωνία προβλέπει ότι οι ΑΠΕ που θα εγκατασταθούν στην Αίγυπτο θα παράγουν ενέργεια αποκλειστικά για εξαγωγή στην Ευρώπη μέσω του καλωδίου, καθιστώντας την Ελλάδα πύλη εισόδου της Αφρικανικής πράσινης ενέργειας στο Ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα. Σύμφωνα δε με τον προγραμματισμό, το έργο αναμένεται να ολοκληρωθεί την περίοδο 2030-2031, εφόσον τηρηθούν τα χρονοδιαγράμματα αδειοδοτήσεων, χρηματοδότησης και κατασκευής.
Η διαδρομή του υπoθαλάσσιου καλωδίου μεταξύ Αιγύπτου-Ελλάδας.
Άποψη των εκτάσεων της ερήμου Σαχάρας που απαιτούνται για τη κάλυψη των ενεργειακών αναγκών με ηλιακή ενέργεια. Το μεγάλο τετράγωνο δείχνει την απαιτούμενη έκταση για τη κάλυψη των παγκόσμιων ενεργειακών αναγκών ενώ το μεσαίο τετράγωνο την απαιτούμενη έκταση για τη κάλυψη των αναγκών της Ε.Ε.-25. Οι εκτάσεις έχουν υπολογιστεί με πλήρη μετατροπή της ηλιακής ενέργειας σε ηλεκτρική. Εάν ληφθεί υπ όψη ο βαθμός απόδοσης της ενεργειακής μετατροπής οι απαιτούμενες εκτάσεις είναι λίγες φορές μεγαλύτερες.
Ο Γιάννης Βουρδουμπάς είναι Χημικός μηχανικός ΕΜΠ, M.Sc., Ph.D.