Η ατελής απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρισμού και το πρόβλημα του Ειδικού Τέλους Α.Π.Ε.
Η ανάπτυξη των Α.Π.Ε. με βάση το Εθνικό Σχέδιο Δράσης 2020 και τα σήμερα ισχύοντα για τις τιμές τους (Feed In Tariffs) δεν επιβαρύνει το μέσο κόστος ηλεκροπαραγωγής το 2020 (βλ. Πίνακα 1 ακολούθως). Πώς είναι δυνατό λοιπόν να διατηρείται με τόσο ένταση η συζήτηση για τις δήθεν ακριβές Α.Π.Ε.; Tο πρόβλημα ξεκινάει από το λεγόμενο Ειδικό Τέλος Α.Π.Ε. μέσω του οποίου ο καταναλωτής πληρώνει χρήματα που δεν κατευθύνονται στις Α.Π.Ε. αλλά αποτελούν επιδότησης του ανταγωνιστικού σκέλους των τιμολογίων λιανικής. Το πρόβλημα εντείνεται όσο καθυστερεί η πραγματική απελευθέρωση της αγοράς.
Η επί δεκαετίες πολιτική στον κλάδο της ηλεκτρικής ενέργειας και ειδικότερα των Α.Π.Ε. αποτελεί ένα τυπικό παράδειγμα των συμπτωμάτων που μας οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση κρίσης. Όμως, ο κλάδος των Α.Π.Ε. έχει το προνόμιο να αποτελεί μία από τις ελάχιστες επιλογές για να ανακοπεί η οικονομική και κοινωνική απαξίωση που βιώνουμε. Για δύο λόγους: γιατί συγκεντρώνει δυναμικές επιχειρήσεις και υψηλό ανθρώπινο δυναμικό, δηλαδή μερικές από τις πιο υγιείς δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας, και διότι παρουσιάζει επενδυτικές ευκαιρίες που μπορεί να φέρουν ανάπτυξη, απασχόληση και κοινωνικό πλεόνασμα.
Α. Η ατελής απελευθέρωση
Η Ανάπτυξη είναι μονόδρομος σήμερα. Ανάπτυξη στον κλάδο της ενέργειας σημαίνει πάρα πολύ συγκεκριμένες επιλογές: Σημαίνει ουσιαστική απελευθέρωση της αγοράς, σημαίνει μαζική ανάπτυξη των Α.Π.Ε. και ιδιαίτερα της αιολικής ενέργειας, σημαίνει επενδυτική ασφάλεια και διαφάνεια κόστους για τον καταναλωτή. Πιο συγκεκριμένα:
1. Η πραγματική απελευθέρωση της ηλεκτρικής αγοράς θα οδηγήσει σε ανταγωνισμό καυσίμων και επιχειρήσεων. Αυτό θα αποκαλύψει το πραγματικό κόστος, προς όφελος του καταναλωτή και των ανταγωνιστικών μορφών ενέργειας όπως είναι η Αιολική Ενέργεια. Όμως, η απελευθέρωση περνάει μέσα από ριζική αναδιάρθρωση της δομής και των παικτών της αγοράς. Όποιο μοντέλο και αν επιλέξουμε, όσο η αγορά θα κυριαρχείται από έναν καθετοποιημένο δεσπόζoντα παίκτη, οι μικρές ιδιωτικές επιχειρήσεις είτε στην παραγωγή είτε στην εμπορία, δεν θα μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά και βιώσιμα, με αποτέλεσμα είτε να κλείσουν είτε να πρέπει να αυξήσουν πολύ το κόστος για τον καταναλωτή. Αντίθετα, η ύπαρξη πολλών - σχεδόν ισοδύναμων- παικτών, ακόμα και με καθετοποιημένη διάρθρωση στην παραγωγή και την εμπορία, οδηγεί σε συμπίεση του κόστους προς όφελος του καταναλωτή. Μια τέτοια υγιής ανταγωνιστική αγορά με βιώσιμες επιχειρήσεις δημιουργεί ασφάλεια εσόδων. Αυτό ευνοεί τις επενδύσεις και την ανάπτυξη.
2. Απαιτούνται τιμολόγια που αντανακλούν το κόστος. Το αν σήμερα το πραγματικό κόστος δεν έχει ενσωματωθεί στα τιμολόγια, αυτό δεν σημαίνει ότι το κόστος αυτό δεν πληρώνεται. Κάποιος το πληρώνει. Για παράδειγμα, αν ο λιγνίτης δεν χρεώνεται, αυτό σημαίνει απώλεια εσόδων για τον κρατικό προϋπολογισμό και επομένως βάρος για τον φορολογούμενο. Ταυτόχρονα όμως δημιουργεί πρόβλημα στον ανταγωνισμό και την αποτελεσματική λειτουργία των επιχειρήσεων ηλεκτρισμού.
3. Αποτέλεσμα της ατελούς απελευθέρωσης και της αδιαφάνειας των τιμολογίων είναι ότι οι επιχειρήσεις ηλεκτρισμού απαιτούν διοικητική διασφάλιση των εσόδων τους. Έτσι έχουμε φτιάξει μια υπερ-ρυθμισμένη αγορά, με την έννοια ότι τα έσοδα των συμβατικών παραγωγών δεν προέρχονται από τον ανταγωνισμό αλλά από διοικητικούς μηχανισμούς που εγγυώνται το ύψος τους. Έτσι σήμερα, οι συμβατικοί παραγωγοί απολαμβάνουν δύο είδη εσόδων:
• Τη χονδρεμπορική αγορά (δηλ. την Οριακή Τιμή Συστήματος) που είναι σε σημαντικό βαθμό ρυθμισμένη,
• Τα έσοδα εκτός της χονδρεμπορικής μέσω καθαρά διοικητικών μηχανισμών όπως ο μηχανισμός διαθεσιμότητας ισχύος (ΜΔΙ) και ο μηχανισμός μεταβλητού κόστους (ΜΜΚ).
Αν δεν υπήρχαν αυτοί οι μηχανισμοί, οι επιχειρήσεις θα έκλειναν.
Όλα τα παραπάνω σημαίνουν ότι το πραγματικό κόστος της συμβατικής ηλεκτροπαραγωγής δεν είναι μόνο η Οριακή Τιμή Συστήματος, αλλά συμπεριλαμβάνει τα έσοδα εκτός χονδρεμπορικής αγοράς (ΜΔΙ, ΜΜΚ) και τα κρυφά κόστη που δεν απεικονίζονται πουθενά. Αυτά φυσικά είναι γνωστά και κομίζουμε γλαύκας είς Αθήνας με την επανάληψή τους. Η επισήμανσή τους όμως έχει σημασία διότι οι πολιτικές αυτές, απόρροια της ατελούς απελευθέρωσης, αυξάνουν σημαντικά το κόστος ηλεκτρισμού και καθορίζουν την απίθανη στρέβλωση του λεγόμενου Ειδικού Τέλους Α.Π.Ε. που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα σε αυτό το σημείωμα.
Β. Το πρόβλημα του Ειδικού Τέλους Α.Π.Ε.
Το Ειδικό Τέλος Α.Π.Ε. όπως υπολογίζεται με βάση την μεθοδολογία που εισήχθηκε πριν από 12 έτη και επαναλήφθηκε στο ν.4001/2011, οδηγεί σε ανάγκη υπερβολικής και τεχνητής υπερτίμησής του. Η υπερτίμηση αυτή δεν οφείλεται στις Α.Π.Ε. αλλά αποτελεί ουσιαστικά επιδότηση του ανταγωνιστικού σκέλους του τιμολογίου της λιανικής εμπορίας.
Ο βασικός λόγος για αυτό είναι ότι το Ειδικό Τέλος Α.Π.Ε. προσπαθεί να προσδιορίσει το πρόσθετο κόστος των Α.Π.Ε. συγκρίνοντας την τιμή αποζημίωσης που λαμβάνουν οι Α.Π.Ε. (Feed In Tariff – FIT) με την Οριακή Τιμή Συστήματος (ΟΤΣ). Πιο συγκεκριμένα, με βάση τις διατάξεις του νόμου, για κάθε μονάδα ενέργειας που παράγεται από Α.Π.Ε. στο Σύστημα, οι Προμηθευτές πληρώνουν στον Ειδικό Λογαριασμό Α.Π.Ε. του Διαχειριστή μόνο την ΟΤΣ. H εναπομένουσα διαφορά FIT – ΟΤΣ αποτελεί το Ειδικό Τέλος Α.Π.Ε. που συλλέγεται διακριτά από τους καταναλωτές και δεν βαραίνει το κόστος της εμπορίας. Δηλαδή το κόστος της εμπορίας για κάθε μονάδα ενέργειας που παράγεται από Α.Π.Ε. είναι η ΟΤΣ (ο προμηθευτής «αγοράζει» την ενέργεια Α.Π.Ε. σε κόστος ΟΤΣ ενώ, όπως αναφέρθηκε, θα αγόραζε την υποκαθιστάμενη συμβατική ενέργεια σε πολύ υψηλότερο κόστος που πέραν της ΟΤΣ περιλαμβάνει και πολλές άλλες πληρωμές εκτός αγοράς).
Ο προ 12ετίας αυτός σχεδιασμός στηρίχθηκε στην εκτίμηση ότι το κόστος που εξοικονομείται χάρη στις Α.Π.Ε. είναι το μεταβλητό κόστος παραγωγής (το κόστος καυσίμου) που θεωρείται ότι αντανακλάται στην ΟΤΣ. Η αιτιολογική αυτή βάση ήταν πιθανώς ορθή τότε. Σήμερα όμως, με την ολοένα αυξανόμενη διείσδυση των Α.Π.Ε. και την εισαγωγή των διοικητικών μηχανισμών εκτός αγοράς (ΜΔΙ, ΜΜΚ), η ΟΤΣ δεν αντιπροσωπεύει το κόστος που εξοικονομείται χάρη στις Α.Π.Ε.
Η σωστή λοιπόν αποτίμηση του πρόσθετου κόστους ή οφέλους που δημιουργείται στον καταναλωτή από τις Α.Π.Ε., απαιτεί την σύγκριση της τιμής αποζημίωσης των Α.Π.Ε. με το συνολικό αποφευγόμενο κόστος χάρη στις Α.Π.Ε. Τρεις είναι οι βασικοί λόγοι για τους οποίους η ΟΤΣ δεν αντιπροσωπεύει αυτό το αποφευγόμενο κόστος:
1. Οι Α.Π.Ε. μειώνουν την Οριακή Τιμή Συστήματος, και επομένως εξοικονομούν σημαντικά ποσά από τη χονδρεμπορική αγορά προς όφελος των προμηθευτών.
2. Οι Α.Π.Ε. εξοικονομούν κόστος από τους διοικητικούς μηχανισμούς εγγυημένων εσόδων που απολαμβάνουν οι συμβατικοί παραγωγοί. Συγκεκριμένα, οι Α.Π.Ε. εξοικονομούν μεταβλητό κόστος μέσω της αποφυγής του Μηχανισμού Μεταβλητού Κόστους (ΜΜΚ). Επίσης, οι Α.Π.Ε. προσφέρουν ισχύ στο Σύστημα και επομένως εξοικονομούν κόστος από το Μηχανισμό Διαθεσιμότητας Ισχύος (ΜΔΙ).
3. Η ΟΤΣ δεν αντιπροσωπεύει το πραγματικό κόστος ηλεκτροπαραγωγής και επί μακρό χρονικό διάστημα είναι γενικά τεχνητά υποτιμημένη.
Επομένως το πραγματικό αποφευγόμενο -χάρη στις Α.Π.Ε.- κόστος είναι σαφώς μεγαλύτερο από την ΟΤΣ και αυτό έχει ως αποτέλεσμα το Ειδικό Τέλος Α.Π.Ε. που είναι η διαφορά FIT – ΟΤΣ να αποτελείται ουσιαστικά από δύο σκέλη, ήτοι:
• τη διαφορά FIT – Αποφευγόμενο Κόστος, η οποία είναι το κόστος/όφελος των Α.Π.Ε., και
• τη διαφορά Αποφευγόμενο Κόστος – ΟΤΣ, που είναι το όφελος που απολαμβάνουν οι προμηθευτές από κάθε μονάδα ενέργειας Α.Π.Ε. Η διαφορά αυτή, πολλαπλασιαζόμενη με το σύνολο της παραγωγής από Α.Π.Ε., αποτελεί επιδότηση του ανταγωνιστικού σκέλους του τιμολογίου λιανικής.
Η τεχνητή αυτή υπερτίμηση του Τέλους Α.Π.Ε. είναι της τάξης του 50%-70%.
Γ. Πώς οι Α.Π.Ε. μειώνουν τις τιμές στις αγορές ηλεκτρισμού
Ειδικά για τον πρώτο από τους τρεις ανωτέρω λόγους, δηλαδή για το πώς οι Α.Π.Ε. μειώνουν τις τιμές στις αγορές ενέργειας, υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία. Στο ακόλουθο Σχήμα 1 φαίνεται πώς η αιολική ενέργεια μειώνει την spot τιμή ηλεκτρισμού στη Δυτική Δανία.

Σχήμα 1: Η μείωση της spot τιμής ηλεκτρισμού στη Δανία χάρη στην αιολική ενέργεια. Πηγή: Wind Energy and Electricity Prices, POYRY – EWEA, April 2010 http://www.eletaen.gr/drupal/sites/default/files/ewea/MeritOrder.pdf
Η μείωση της τιμής στις αγορές χάρη στις Α.Π.Ε. έχει συγκεκριμένο και σημαντικό οικονομικό αποτέλεσμα. Στο ακόλουθο Σχήμα 2 φαίνεται ότι σε διάφορες περιπτώσεις η εξοικονόμηση κυμαίνεται από 3 – 23 €/MWh ή 100 εκατ. – 5 δις € ετησίως.

Σχήμα 2: Σύνοψη αποτελεσμάτων μελετών για την επίδραση των Α.Π.Ε. στις τιμές ηλεκτρισμού. Πηγή: Wind Energy and Electricity Prices, POYRY – EWEA, April 2010, http://www.eletaen.gr/drupal/sites/default/files/ewea/MeritOrder.pdf
Φυσικά η Ελλάδα δεν μπορεί να αποτελεί εξαίρεση. Τα δύο σχήματα 3.α και 3.β που ακολουθούν, δείχνουν τα αποτελέσματα προβολής στο σύνολο του έτους 2010 της κατάστασης με και χωρίς Α.Π.Ε. Το πάνω σχήμα δείχνει τη συσχέτιση Οριακής Τιμής Συστήματος με το μέγεθος της ζήτησης φορτίου (MW) σύμφωνα με τα πραγματικά στοιχεία του 2011 για τυπικές εργάσιμες ημέρες του Ιανουαρίου. Η διακεκομμένη γραμμή είναι η προβολή χωρίς Α.Π.Ε. Το κάτω σχήμα δείχνει για την τυπική ημέρα του Ιανουαρίου 2011 την εξοικονόμηση χρημάτων χάρη στις Α.Π.Ε. στις πληρωμές των Προμηθευτών για αγορά ενέργειας από την Ημερήσια Αγορά ανάλογα με το φορτίο.

Σχήμα 3α & β: Εξοικονόμηση πληρωμών χάρη στις Α.Π.Ε. στην Ελλάδα Πηγή: Εργαστήριο Ενέργειας Οικονομίας Περιβάλλοντος ΕΜΠ, http://www.eletaen.gr/drupal/sites/default/files/meleti_emp.pdf
Δ. Προτάσεις για την επίλυση του προβλήματος
Όπως αναφέρθηκε, η τεχνητή υπερτίμηση του Τέλους Α.Π.Ε. είναι της τάξης του 50%-70%. Αυτό σημαίνει ότι κατά τη διετία 2009-2010 το σύνολο της επιδότησης του ανταγωνιστικού σκέλους των τιμολογίων, δηλαδή των ορυκτών καυσίμων από το Ειδικό Τέλος Α.Π.Ε. ανήλθε περίπου σε 115 εκατομμύρια Ευρώ. Το ποσό αυτό αύξησε το έλλειμμα του ΔΕΣΜΗΕ.
Για την λύση του προβλήματος έχουν προταθεί δύο προσεγγίσεις (μια άμεση-βραχυπρόθεσμη και μια μόνιμη-βιώσιμη) που μπορεί να εφαρμοσθούν διαδοχικά.
1η προσέγγιση: Η πιο απλή και άμεση λύση της στρέβλωσης αυτής (αλλά με περιορισμένο χρονικό ορίζοντα εφαρμογής) είναι η κατάλληλη τροποποίηση του ν.4001/2011 ώστε οι Προμηθευτές να καταβάλουν στον Ειδικό Λογαριασμό Α.Π.Ε. του ΔΕΣΜΗΕ το αποφευγόμενο κόστος για κάθε μονάδα ενέργειας Α.Π.Ε. που παράγεται και όχι μόνο την ΟΤΣ. Η διαφορά πρέπει να μεταφερθεί στο ανταγωνιστικό σκέλος των τιμολογίων.
Οι μελέτες που έχουν μέχρι σήμερα δει το φώς της δημοσιότητας έχουν προσεγγίσει αυτό το αποφευγόμενο κόστος. Θα μπορούσε λοιπόν το μέγεθος αυτό να προσδιορίζεται κάθε έτος με απόφαση της Ρ.Α.Ε. μαζί με την απόφαση για τον καθορισμό του Ειδικού Τέλους Α.Π.Ε. Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει η Ρ.Α.Ε. να εκτελεί μια υπολογιστική εργασία η οποία πιθανόν να καθυστερεί. Αυτός ο κίνδυνος καθυστέρησης αυξάνει το ρυθμιστικό ρίσκο και την αβεβαιότητα στην χρηματοδότηση του μηχανισμού στήριξης. Για αυτό προτείνεται να οριστεί ότι το αποφευγόμενο κόστος είναι το 140% της ΟΤΣ, το οποίο εκτιμάται ότι προσεγγίζει την υπερτίμηση του Τέλους Α.Π.Ε. που συνέβη κατά τη διετία 2009-2010.
Για το αμέσως επόμενο διάστημα, κατά το οποίο μπορεί να εφαρμοσθεί η προτεινόμενη άμεση λύση, η ανωτέρω προσέγγιση είναι επαρκής.
Το πλεονέκτημα της προσέγγισης αυτής είναι ότι εισάγει ελάχιστες υπολογιστικές και νομοτεχνικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με τη σήμερα εφαρμοζόμενη μεθοδολογία και άρα μπορεί να εφαρμοσθεί άμεσα. Περαιτέρω, πρόκειται για μια διαφανή λύση κατά την οποία ο κάθε φορέας της αγοράς αναλαμβάνει το κόστος που του αναλογεί με πιο ακριβή, δίκαιο και καθαρό τρόπο.
Κύρια μειονεκτήματα της προσέγγισης είναι ότι δεν επιλύει το πρόβλημα με μόνιμο και βιώσιμο τρόπο δεδομένου ότι και πάλι στηρίζεται στην ΟΤΣ (με ένα συντελεστή προσαύξησης που σχετικά σύντομα θα στερείται νοήματος λόγω της μεγάλης διείσδυσης) και ότι συνεχίζει να απαιτεί την έκδοση ρυθμιστικών αποφάσεων και επομένως εξακολουθεί να καθιστά επισφαλή την ομαλή χρηματοδότηση του μηχανισμού στήριξης.
Διευκρινίζεται και πάλι ότι η χρησιμοποίηση του αποφευγόμενου κόστους αντί της ΟΤΣ αφορά μόνο τον υπολογισμό του Ειδικού Τέλους Α.Π.Ε. και τον υπολογισμό των εσόδων του Ειδικού Λογαριασμού Α.Π.Ε. του Διαχειριστή, και όχι φυσικά την επίλυση όλου του ΗΕΠ.
2η προσέγγιση: Η μόνιμη και βιώσιμη λύση είναι η μεταφορά του συνολικού κόστους αποζημίωσης των Α.Π.Ε. στους προμηθευτές, δηλαδή στο κόστος εμπορίας. Οι προμηθευτές θα το μετακυλύουν στους καταναλωτές. Ειδικά μέτρα θα ληφθούν για την προστασία της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας στα πρότυπα της γερμανικής νομοθεσίας.
Ένας πρακτικός τρόπος για την υλοποίηση αυτής έχει προταθεί από τον ΕΣΗΑΠΕ. Σύμφωνα με τον πρακτικό αυτό τρόπο, στην αρχή κάθε χρονικής περιόδου ο Διαχειριστής υπολογίζει την πραγματική διαφορά FIT – Τιμή Αγοράς όπως ακριβώς κάνει σήμερα με το λεγόμενο Τέλος Α.Π.Ε. και ενημερώνει τους Προμηθευτές για το κόστος που θα επιβαρυνθούν ανά πωλούμενη μεγαβατώρα προκειμένου να καλυφθεί αυτή η χρηματική διαφορά. (Επίσης τους ενημερώνει για την μέση τιμή της αγοράς που χρησιμοποίησε για τον υπολογισμό, προκειμένου πιθανά να χρησιμοποιηθεί το μέγεθος αυτό για την μερική εξομάλυνση των διαφορών που αντιμετωπίζει ο προμηθευτής κάθε ώρα λόγω της διακύμανσης της τιμής αγοράς για οποιονδήποτε λόγο). Το τέλος αυτό είναι ένα τέλος εξισορρόπησης που φυσικά δεν έχει καμία σχέση με το πρόσθετο κόστος των Α.Π.Ε. Όμως το άθροισμα αυτού του τέλους και της τιμής αγοράς που θα συνεχίσουν να πληρώνουν οι προμηθευτές στον Ειδικό Λογαριασμό Α.Π.Ε. του Διαχειριστή, αποτελεί τη συνολική αποζημίωση των Α.Π.Ε. (Feed In Tariff).
Ένας άλλος πρακτικός τρόπος υλοποίησης της ίδιας προσέγγισης είναι ο Διαχειριστής να ενημερώνει για το σύνολο της αποζημίωσης των Α.Π.Ε. ανά μονάδα κατανάλωσης που θα βαραίνει για την επόμενη χρονική περίοδο του προμηθευτές. Το τέλος αυτό (σύνολο FIT δια εθνική κατανάλωση) θα αποτελεί ουσιαστικά τον πόρο χρηματοδότησης του Λογαριασμού Α.Π.Ε. ο οποίος δεν θα τροφοδοτείται από την οργανωμένη αγορά (χονδρεμπορική).
Πλεονέκτησα της μεθόδου αυτής είναι ότι δεν απαιτείται να υπολογίζεται το αποφευγόμενο κόστος αφού και αυτό και το ανωτέρω τέλος αφορούν το ίδιο κέντρο κόστους ήτοι τον προμηθευτή. Περαιτέρω, διασφαλίζει πιο αποτελεσματικά την ασφάλεια εσόδων αφού δεν προϋποθέτει την έκδοση πολλών διοικητικών ή ρυθμιστικών αποφάσεων για τον καθορισμό του Τέλους ή του αποφευγόμενου κόστους κλπ.
Στο Παράρτημα παρατίθενται μερικές υπολογιστικές λεπτομέρειες της πρότασης.
Ε. Οι ΑΠΕ δεν επιβαρύνουν το μέσο κόστος ηλεκτροπαραγωγής το 2020: Ο σημαντικός ρόλος του Εθνικού Σχεδίου Δράσης
Βασικό κριτήριο επιλογής του ύψους των τιμών αποζημίωσης των Α.Π.Ε. είναι η βιωσιμότητα των επενδύσεων με το ελάχιστο κόστος στον καταναλωτή. Φυσικά, πρόσθετο και εξίσου σημαντικό κριτήριο είναι η προώθηση τεχνολογιών που είναι ακόμα πιο ακριβές ή λιγότερο ανταγωνιστικές προκειμένου αυτές να αποκτήσουν κρίσιμο μερίδιο αγοράς.
Το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την επίτευξη του στόχου Α.Π.Ε. το 2020, όπως διαμορφώθηκε από την Επιτροπή του ΥΠΕΚΑ και υποβλήθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, έκανε συγκεκριμένες επιλογές για το μίγμα των λιγότερο ανταγωνιστικών τεχνολογιών και βελτιστοποίησε το συνολικό μίγμα και την χρονική κατανομή της ανάπτυξής του. Με εφαρμογή του Εθνικού Σχεδίου Δράσης (40% Α.Π.Ε. στην ηλεκτροπαραγωγής το 2020), κυρίως με τήρηση της χρονικής κατανομής που προβλέπεται για τις τεχνολογίες κατά τις περιόδους που αυτές δεν είναι ανταγωνιστικές και με εφαρμογή των σήμερα ισχυόντων για την εξέλιξη των Feed In Tariffs χωρίς πρόσθετες μειώσεις για τα φωτοβολταϊκά, επιτυγχάνεται το 2020 συνολικό κόστος ηλεκτροπαραγωγής μικρότερο από αυτό που θα υπάρχει αν δεν επιτευχθεί ο στόχος Α.Π.Ε. του 2020 και παραμείνουμε σε διείσδυση 25%.

Πίνακας 1: Επιπτώσεις αν δεν ακολουθείτο το πρόγραμμα για τις Α.Π.Ε. μέχρι το 2020 (αποτελέσματα προσομοίωσης μοντέλου PRIMES) Πηγή: Εργαστήριο Ενέργειας Οικονομίας Περιβάλλοντος ΕΜΠ, http://www.eletaen.gr/drupal/sites/default/files/meleti_emp.pdf
Δηλαδή, η ανάπτυξη των ΑΠΕ δεν επιβαρύνει το μέσο κόστος Η/Π το 2020: Χωρίς τις ΑΠΕ μειώνεται το κόστος κεφαλαίου, αυξάνει όμως τόσο το κόστος καυσίμου όσο και οι πληρωμές CO2. Η αύξηση αυτή είναι μεγαλύτερη από τη μείωση του κόστους κεφαλαίου ακόμα και για χαμηλή τιμή CO2 (20€/τ).
Με βάση τις διαπιστώσεις αυτές, στο πλαίσιο της τακτικής επανεξέτασης του ΕΣΔ2020 πρέπει να τεθούν πιο φιλόδοξοι στόχοι που θα οδηγήσουν την χώρα και την αγορά σε ένα πιο καθαρό ενεργειακό μέλλον.
Περισσότερα κείμενα, μελέτες και σχετική αλληλογραφία μπορούν να αναζητηθούν στο ειδικό υποτόπο του site της ΕΛΕΤΑΕΝ με τον τίτλο «Το Ειδικό Τέλος και το πραγματικό κόστος των Α.Π.Ε.» http://www.eletaen.gr/drupal/company/474
Ζ. Παράρτημα
Οι παραστάσεις που ακολουθούν δεν είναι αυστηρά μαθηματικές και δεν απεικονίζουν ορθά τις μονάδες μέτρησης, διότι παρατίθενται απλοποιημένες.
Ζ.1. Η ακόλουθη εξίσωση παρουσιάζει απλοποιητικά την Εξίσωση Εσόδων – Εξόδων του εμπόρου (προμηθευτή):
( ΟΤΣ + [Αμ_εκτός_αγ] ) x EΣ + ΟΤΣ x EA + K = T x EΠ {Ε.1}
Όπου:
ΟΤΣ : η Οριακή Τιμή Συστήματος
Αμ_εκτός_αγ: οι αμοιβές που λαμβάνουν οι συμβατικοί παραγωγοί εκτός χονδρεμπορικής αγοράς (ΜΔΙ, ΜΜΚ)
ΕΣ : η συμβατικά παραγόμενη ενέργεια που αντιστοιχεί στις απομαστεύσεις του προμηθευτή
ΕΑ : η παραγόμενη από Α.Π.Ε. ενέργεια που αντιστοιχεί στις απομαστεύσεις του προμηθευτή
Κ : άλλα κόστη του προμηθευτή συμπεριλαμβανομένου του εύλογου κέρδους του
Τ : το τιμολόγιο πώλησης της ενέργειας στους πελάτες λιανικής (το ανταγωνιστικό σκέλος)
ΕΠ : η πωλούμενη από τον προμηθευτή ενέργεια
Το πρώτο σκέλος της ανωτέρω εξίσωσης απεικονίζει το κόστος της εμπορίας και δείχνει ότι το κόστος των Α.Π.Ε. για την εμπορία είναι μόνο η ΟΤΣ, ενώ το κόστος της συμβατικής ενέργειας είναι μεγαλύτερο.
Αν περιλάβουμε και τις ρυθμιζόμενες χρεώσεις, η εξίσωση γράφεται:
( ΟΤΣ + [Αμ_εκτός_αγ] ) x EΣ + ΟΤΣ x EA + K + ΡΧ = T x EΠ + ΡΧ {Ε.2}
Όπου ΡΧ : οι ρυθμιζόμενες χρεώσεις και συγκεκριμένα
ΡΧ = ΧΧΣ + ΧΧΔ + Επικουρικές + Προσαυξήσεις + ΥΚΩ + ΕΤΑΠΕ
Όπου:
ΧΧΣ : Χρέωση Χρήσης Συστήματος Μεταφοράς
ΧΧΔ : Χρέωση Χρήσης Δικτύου Διανομής
ΥΚΩ : Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας
ΕΤΑΠΕ : Ειδικό Τέλος ΑΠΕ όπως υπολογίζεται σήμερα
Η ανωτέρω εξίσωση Ε.2 δείχνει ότι το ΕΤΑΠΕ δεν αποτελεί στοιχείο του κόστους εμπορίας (όπως π.χ. αποτελεί ο ΜΔΙ και ο ΜΜΚ) αλλά συλλέγεται διακριτά όπως οι άλλες ρυθμιζόμενες χρεώσεις.
Ζ.2. Με βάση όσα αναφέρθηκαν για το αποφευγόμενο κόστος των Α.Π.Ε. η εξίσωση Εσόδων –Εξόδων του προμηθευτή θα έπρεπε να είναι:
( ΟΤΣ + [Αμ_εκτός_αγ] ) x EΣ + [Αποφ_Κ] x EA + K + ΡΧχε = T1 x EΠ + ΡΧχε {Ε.3}
Όπου:
Αποφ_Κ : Το αποφευγόμενο κόστος χάρη στις Α.Π.Ε.
ΡΧχε : οι ρυθμιζόμενες χρεώσεις στις οποίες περιλαμβάνεται το ΕΤΑΠΕ χωρίς επιδότηση της εμπορίας, ήτοι:
ΡΧχε = ΧΧΣ + ΧΧΔ + Επικουρικές + Προσαυξήσεις + ΥΚΩ ± ΕΤΑΠΕχωρίς επιδότηση εμπορίας
και επειδή:
ΕΤΑΠΕ = FIT – ΟΤΣ
ΕΤΑΠΕχωρίς επιδότηση εμπορίας = FIT – [ Αποφευγόμενο Κόστος χάρη στις Α.Π.Ε.]
και
ΟΤΣ < Αποφευγόμενο Κόστος χάρη στις Α.Π.Ε.
έπεται ότι
ΕΤΑΠΕχωρίς επιδότηση εμπορίας < ΕΤΑΠΕ
πράγμα που σημαίνει ότι το ΕΤΑΠΕ είναι υπερτιμημένο κατά τη διαφορά:
Υπερτίμηση ΕΤΑΠΕ = ΕΤΑΠΕ - ΕΤΑΠΕχωρίς επιδότηση εμπορίας = [ Αποφευγόμενο Κόστος χάρη στις Α.Π.Ε.] - ΟΤΣ
Ζ.3. Η πρόταση ενσωμάτωσης του ΕΤΑΠΕ στο κόστος εμπορίας σημαίνει ότι η εξίσωση η εξίσωση Εσόδων –Εξόδων του προμηθευτή προτείνεται να γίνει:
( ΟΤΣ + [Αμ_εκτός_αγ] ) x EΣ + ( [Αποφ_Κ]+ ΕΤΑΠΕχεε) x EA + K = T2 x EΠ {Ε.4}
όπου το ΕΤΑΠΕχεε είναι το ΕΤΑΠΕχωρίς επιδότηση εμπορίας εκφρασμένο σε μονάδες παραγόμενης από Α.Π.Ε. ενέργειας και όχι σε μονάδες καταναλισκόμενης ενέργειας,
και επειδή
[Αποφ_Κ]+ ΕΤΑΠΕχεε = FIT
η εξίσωση Ε.4 γίνεται:
( ΟΤΣ + [Αμ_εκτός_αγ] ) x EΣ + FIT x EA + K = T2 x EΠ {Ε.5}
Η εξίσωση Ε.5 δείχνει ότι πλέον το κόστος εμπορίας περιλαμβάνει τη συνολικό αποζημίωση των Α.Π.Ε (το FIT) και επομένως δεν χρειάζεται να προσπαθούμε να προσδιορίσουμε το πρόσθετο κόστος των Α.Π.Ε. όπως αποτυχημένα προσπαθεί να κάνει το λεγόμενο Ειδικό Τέλος Α.Π.Ε.
Για το τι πληρώνει ο καταναλωτής, σημειώνεται:
Τ+ΕΤΑΠΕ ≥ Τ1 + ΕΤΑΠΕχωρίς επιδότηση εμπορίας = Τ2
Δηλαδή, η πρόταση είναι είτε ευνοϊκότερη είτε ουδέτερη για τον καταναλωτή.
--------------------
Ο κ. Παναγιώτης Γ. Παπασταματίου είναι Πρόεδρος ΔΣ ΕΛΕΤΑΕΝ