Το χάσμα τιμών ρεύματος Γερμανίας-Γαλλίας ξαναβάζει δυναμικά στο τραπέζι το μίγμα παραγωγής – Γιατί ο Μέρτς λέει «mea culpa» για τα πυρηνικά
Άξιο προσοχής από ειδικούς της αγοράς και συνάμα «αποκαλυπτικό» ως προς την συνολικότερη συζήτηση περί των εξελίξεων στην αγορά ενέργειας υπήρξε το χθεσινό «χάσμα» τιμών μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας με την πρώτη να «κλείνει» στα 140.06€/MWh στη DAM για το τέταρτο 17:45-18:00, όταν στην άλλη μεριά των συνόρων η αντίστοιχη τιμή ήταν μόλις στα 3.78€/MWh.
Το πρόβλημα, όπως επισημαίνουν πηγές της αγοράς που συνομίλησαν με το energypress, δεν έγκειται τόσο στο ποσοτικό της υπόθεσης που αδιαμφισβήτητα έχει την σημασία του όσο στο ποιοτικό και πολύ περισσότερο στους όρους υπό τους οποίους δημιουργείται ένα τέτοιο spread τιμών και που σε τελευταία ανάλυση αποτυπώνει μια νέα κατάσταση διαφορετική σε σχέση με το παρελθόν.
Αρχικά, οι δύο αγορές συνιστούν εν πολλοίς συγκρίσιμα μεγέθη μεταξύ τους με την μεν ζήτηση της Γερμανίας να κυμαίνεται στα 45GW/h και την δε Γαλλία στα 43GW/h, με ανταλλαγές ενέργειας όντας η μία δίπλα στην άλλη με κοινά σύνορα.
Σε αυτή την βάση, η αλλαγή της «καθεστηκυίας τάξης» που ήθελε μέχρι πρότινος και παραδοσιακά την Γαλλία να εισάγει ενέργεια από την Γερμανία και να «κλείνει» σε υψηλότερα επίπεδα έναντι της γειτονικής χώρας, υποδηλώνει και αποκαλύπτει κάτι «βαθύτερο» από μια απλή αλλαγή ισορροπίας.
Η αιτία, όπως διευκρινίζουν αρμόδιες πηγές της αγοράς με γνώση του θέματος, εντοπίζεται στην φυσιογνωμία του ενεργειακού μίγματος με το γαλλικό μίγμα, ελέω πυρηνικών να εμφανίζεται περισσότερο ευέλικτο και άρα πιο ικανό να ανταπεξέλθει στα «turbulences» των αγορών ενέργειας έναντι του γερμανικού μίγματος που πλέον χωρίς τα πυρηνικά παρουσιάζει σημαντικά μεγαλύτερη ευαισθησία στην αλλαγή σειράς παραμέτρων που επιδρούν στην διαμόρφωση της τελικής εικόνας.
Αλλαγή ισορροπίας
Ενδεικτικά, η Γερμανία διαθέτει ισχυρό αιολικό και φωτοβολταϊκό δυναμικό που όταν όμως τίθεται εκτός λειτουργίας λόγω καιρικών συνθηκών υπό την επίδραση του γνωστού πλέον φαινομένου «Dunkelflaute», καταλήγει να «σημαδεύει» με υψηλές τιμές την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Η αλλαγή ισορροπίας ανάμεσα στις δύο αγορές αποτυπώνεται ιστορικά στην διακύμανση των χονδρεμπορικών αγορών με την Γαλλία να «κλείνει» κατά 90 cents ακριβότερη της Γερμανίας το 2023 για να ακολουθήσει πλήρης αντιστροφή της κατάστασης τα αμέσως επόμενα χρόνια.
Ενδεικτικά, η μέση τιμή χονδρικής αγοράς στη Γαλλία διαμορφώθηκε στα 57€/MWh το 2024 έναντι 79€/MWh στη Γερμανία, ήτοι διαφορά της τάξης των 21,84€/MWh με την «ψαλίδα» να διευρύνεται το 2025 στα 28€/MWh με την Γαλλία στα 61€/MWh και τη Γερμανία στα 89€/MWh ως μέσες τιμές χονδρεμπορικών αγορών ηλεκτρικής ενέργειας.
Σημειώνεται ότι η εν λόγω διαφορά, όσο κι αν το νούμερο δείχνει μικρό, είναι ιδιαίτερα σημαντική, «καταφέρνοντας» ισχυρό αποτύπωμα συνολικότερα στην οικονομία όταν μάλιστα το ενεργειακό κόστος βρίσκεται σε άμεση συνάφεια και συνάρτηση με την δυναμική του βιομηχανικού κλάδου και επομένως με το ΑΕΠ της χώρας.
Σε αυτή την βάση, ο προβληματισμός γύρω από την διαφορά των τιμών στα ταμπλό των Χρηματιστηρίων φτάνει να ανάγεται στη φυσιογνωμία του ενεργειακού μίγματος με την γενική παραδοχή τόσο εκ πείρας όσο και εκ του αποτελέσματος να υποδεικνύει ότι χώρες με πλούσια σε πηγές μίγματα παραγωγής δείχνουν καλύτερα αντανακλαστικά και ικανότητα διαχείρισης των διακυμάνσεων της αγοράς.
Ενιαίο ζητούμενο η ευελιξία
Ο εν λόγω προβληματισμός στην περίπτωση της Γερμανίας έρχεται και μεταφράζεται πολιτικά με «δεύτερες σκέψεις» ως προς την χρησιμότητα των πυρηνικών που η χώρα «έτρεξε» να θέσει εκτός λειτουργίας το 2023 για να έρθει πρόσφατα ο Καγκελάριος της χώρας Φρίντριχ Μέρτς να ανοίξει εκ νέου την κουβέντα με μια θεαματική στροφή σχετικά με την πυρηνική ενέργεια, σκοπεύοντας να διαθέσει 1,7 δισεκατομμύρια ευρώ για τον πρώτο εμπορικό αντιδραστήρα σύντηξης στον κόσμο.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ωστόσο με διαφορετική αφετηρία, κινείται η Γαλλία με την γαλλική κυβέρνηση να υπεραμύνεται της διατήρησης των πυρηνικών μονάδων που της «χαρίζουν» χαμηλότερες τιμές ενέργειας σε σχέση με πολλές χώρες της Ευρώπης και κατά συνέπεια ένα ορισμένο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Σε κάθε περίπτωση, το «case» Γερμανίας-Γαλλίας παρουσιάζει ενδιαφέρον καθώς αποτυπώνει το έδαφος πάνω στο οποίο η προσοχή τείνει να στραφεί στο μίγμα παραγωγής ως κρίσιμη παράμετρος για να επιτευχθούν αποτελέσματα στην οικονομία, την ευελιξία και εν τέλει στην σταθερότητα των τιμών.
Ζήτημα χρονισμού και όρων
Η «επόμενη μέρα», όπως επισημαίνουν οι ίδιες πηγές, περιλαμβάνουν ΑΠΕ και αποθήκευση προς εξυπηρέτηση των παραπάνω με τον αστερίσκο ωστόσο, ότι στο μεσοδιάστημα μέχρι να φτάσουν οι πράσινες τεχνολογίες να «διαχειρίζονται» αποτελεσματικά τις προκλήσεις της αγοράς, θα πυκνώσουν τα ακραία spreads από «πολύ μείον» έως «+200 ευρώ/MWh) με πολλαπλάσιες αρνητικές και μηδενικές τιμές στα ταμπλό των Χρηματιστηρίων Ενέργειας. Με άλλα λόγια, η προβληματική, όπως σχολιάζουν παράγοντες της αγοράς, δεν αμφισβητεί εν συνόλω την πράσινη μετάβαση όσο τον χρονισμό αυτής και τους όρους με τους οποίους μεθοδεύεται και προωθείται.
Το θέμα αναμένεται να απασχολήσει την εν εξελίξει συζήτηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο ως προς την αρχιτεκτονική της αγοράς ενέργειας με ερωτηματικό να παραμένει σε ποιο σημείο θα κλείσει και ποιες θα είναι οι νέες ισορροπίες που θα επιτευχθούν με τα τεχνοκρατικά χαρακτηριστικά πολλάκις να "συναγωνίζονται" με τα εκάστοτε πολιτικά διακυβεύματα.
