Δημήτρης Μαυράκης: Το άνοιγμα της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και ο λιγνίτης
Το άνοιγμα της ελληνικής αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (Η/Ε) αποτελεί δέσμευση του κράτους πολύ πριν περιληφθεί ως όρος στον Μνημόνιο. Η μη εκπλήρωσή της οφείλεται στο πλέγμα των πολιτικών, οικονομικών, συνδικαλιστικών συμφερόντων που ωφελούνται από την διατήρηση ενός νοσηρού συστήματος εκμετάλλευσης του ενεργειακού πλούτου της χώρας.
Η αδυναμία, στη καλύτερη περίπτωση, των ελληνικών κυβερνήσεων να σχεδιάσουν ένα επωφελές για την οικονομία άνοιγμα, οδηγεί στην επιβολή γραφειοκρατικών και αμφίβολης αποτελεσματικότητας λύσεων.Η αρχική πρόταση για εκποίηση σε ιδιώτες υδροηλεκτρικών σταθμών και λιγνιτωρυχείων φαίνεται να έχει περιορισθεί στα λιγνιτωρυχεία.
Είναι φανερό ότι κάποιος έκανε τον κόπο να ενημερώσει τους αρμόδιους ότι η διαχείριση των νερών στα φράγματα εκτός από την παραγωγή Η/Ε συναρτάται και με τις αγροτικές καλλιέργειες και ότι η εκμετάλλευσή τους δεν μπορεί να γίνει ερήμην των τελευταίων. Πάλι καλά, αν έτσι έχουν τα πράγματα.
Οσον αφορά την πώληση ή εκμίσθωση λιγνιτωρυχείων σε ιδιώτες το θέμα ενδεχομένως δεν είναι τόσο απλό. Ως γνωστόν το ελληνικό κράτος απαλλοτρίωσε τις εκτάσεις με τα κοιτάσματα λιγνίτη για λόγους δημοσίου συμφέροντος και ανέθεσε την αποκλειστική εκμετάλλευσή τους στην τότε κρατική ΔΕΗ η οποία και καρπώθηκε την αξία του καυσίμου μετά την αφαίρεση των σχετικών επενδυτικών και λειτουργικών δαπανών. Μία εξόχως επικερδής διαδικασία για τη ΔΕΗ, τις σχετικές κατασκευαστικές βιομηχανίες, τους εργολάβους και τα άλλα διαπλεκόμενα συμφέροντα. Ομως με τη μετατροπή της ΔΕΗ σε Α.Ε. το δημόσιο θα όφειλε να έχει επιβάλλει στην εταιρεία την τιμολόγηση του λιγνίτη και την είσπραξη ενός εύλογου τιμήματος.
Θα δημιουργούσε έτσι ένα σημαντικό έσοδο για το δημόσιο και θα αποκαθιστούσε συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού προς τους άλλους παραγωγούς θερμικών σταθμών που καταβάλουν το σχετικό τίμημα για την απόκτηση του καυσίμου που χρησιμοποιούν.
Αυτό όμως δεν συμβαίνει, με αποτέλεσμα το ελληνικό δημόσιο να υφίσταται βλάβη των συμφερόντων του και οι κάτοχοι μετοχών της ΔΕΗ Α.Ε. να απολαμβάνουν κέρδη που στηρίζονται στη δωρεάν κατανάλωση του λιγνίτη, που όμως παραχωρήθηκε στη προγενέστερη ΔΕΗ για την επιτέλεση κοινωνικού έργου. Από την άποψη αυτή η διάθεση των λιγνιτικών κοιτασμάτων σε ιδιώτες από τη ΔΕΗ Α.Ε. θέτει μερικά ερωτήματα.
Εχει η ΔΕΗ Α.Ε. το δικαίωμα να πωλήσει σε ιδιώτες ένα αγαθό το οποίο αφαιρέθηκε από άλλους ιδιώτες και η εκμετάλλευση του οποίου της παραχωρήθηκε για λόγους δημοσίου συμφέροντος;
Θα μπορούσε ο οποιοσδήποτε ιδιώτης - επενδυτής να προχωρήσει στην αναγκαστική απαλλοτρίωση των εκτάσεων αυτών στις σημερινές συνθήκες λειτουργίας της αγοράς;
Η πώληση ή η ενοικίαση ενός ορυχείου προφανώς δεν αφορά στην εδαφική έκταση που εκτείνεται άλλα στο ενεργειακό καύσιμο που περιέχει. Οταν το καύσιμο εξορυχθεί η αξία του είναι αρνητική αφού θα πρέπει να γίνουν και εργασίες αποκατάστασης του περιβάλλοντος.
Επομένως το επιχείρημα ότι η τιμή ενοικίασης θα είναι μικρότερη από την τιμή πώλησης είναι εξόχως συζητήσιμη.
Το κρίσιμο, όμως, ερώτημα είναι πώς θα τιμολογηθεί ο λιγνίτης. Ο αγοραστής (αντιστοίχως και ο ενοικιαστής) τι αγοράζει; Εδαφική έκταση, δικαιώματα εξόρυξης, υφιστάμενο εξοπλισμό ή τι; Προφανώς αγοράζει το αντίστοιχο κοίτασμα λιγνίτη.
Παρά τις εντέχνως διακινούμενες απαξιωτικές δηλώσεις, ο λιγνίτης αποτελεί σημαντικό εγχώριο ορυκτό καύσιμο, απαραίτητο στη διαμόρφωση του ενεργειακού ισοζυγίου της χώρας και η τιμή του τόνου που παραδίδεται στην αυλή του θερμικού σταθμού οφείλει να προσδιορίζεται σε σχέση με τη θερμαντική ικανότητά του και την αναγωγή της στην τιμή του άνθρακα στις διεθνείς αγορές.
Αυτό δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής κανενός, αν δεν θέλει να κατηγορηθεί για βλάβη του δημόσιου συμφέροντος.
* Ο καθηγητής Δημ. Μαυράκης είναι Διευθυντής του ΚΕΠΑ