ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ ζητούν διευκρινίσεις για GSI
Πληροφόρηση σχετικά με τις εξελίξεις που αφορούν τον Great Sea Interconnector ζητούν στην Κύπρο το ΑΚΕΛ και ο ΔΗΣΥ.
Συγκεκριμένα, απαντήσεις για το νέο ιδιοκτησιακό καθεστώς του έργου της ηλεκτρικής διασύνδεσης Κύπρου–Ελλάδας, το ποιος θα έχει τον πραγματικό έλεγχο και την τελική ευθύνη για τη χρηματοδότηση, την κατασκευή, τη λειτουργία και το κόστος του, καθώς και για τις αλλαγές που ενδέχεται να προκύπτουν στο ρυθμιστικό πλαίσιο, ζητεί να μάθει ο ΓΓ του ΑΚΕΛ με επιστολή του προς την ΡΑΕΚ, ως αρμόδια αρχή.
Στην επιστολή του, που δόθηκε στην δημοσιότητα, ο Στέφανος Στεφάνου σημειώνει ότι η συμφωνία για την είσοδο της Meridiam στην εταιρεία Great Sea Interconnector δημιουργεί νέα δεδομένα για την ηλεκτρική διασύνδεση Κύπρου–Ελλάδας. «Είναι κρίσιμο να διευκρινιστεί κατά πόσο η νέα μετοχική δομή επηρεάζει το ρυθμιστικό πλαίσιο του έργου», αναφέρει.
Με βάση τα νέα δεδομένα, ο κ. Στεφάνου ζητεί να ενημερωθεί το συντομότερο για μια σειρά ερωτημάτων όπως αν είναι σε γνώση της ΡΑΕΚ το πλήρες περιεχόμενο της συμφωνίας μεταξύ Meridiam και ΑΔΜΗΕ, εάν παραμένει ο ΑΔΜΗΕ ο φορέας υλοποίησης, ιδιοκτήτης και διαχειριστής της διασύνδεσης, μετά την είσοδο της Meridiam, ποιος θα έχει τον πραγματικό έλεγχο και την τελική ευθύνη για τη χρηματοδότηση, την κατασκευή, τη λειτουργία και το κόστος του έργου, ποιες ρυθμιστικές εκκρεμότητες παραμένουν ανοικτές; Παραμένουν σε ισχύ οι προηγούμενες ρυθμιστικές αποφάσεις ή χρειάζεται να τροποποιηθούν.
Θέτει τα ερωτήματα: «Επηρεάζονται ο επιμερισμός του κόστους, η ανάκτηση δαπανών, οι εγκεκριμένες αποδόσεις και η κατανομή του γεωπολιτικού και άλλων κινδύνων; Ποιες δαπάνες έχουν αναγνωριστεί μέχρι σήμερα, σε ποιες εργασίες αντιστοιχούν και ποιο ποσό έχουν καταβληθεί; Ποιες πρόσθετες δαπάνες διεκδικεί ο ΑΔΜΗΕ που δεν έχουν ακόμη εγκριθεί; Ποιο είναι σήμερα το συνολικό κόστος του έργου και ποιος θα καλύψει πιθανή αύξησή του; Έχουν υποβληθεί στη ΡΑΕΚ επικαιροποιημένη μελέτη βιωσιμότητας και κόστους-οφέλους και εκτίμηση της επίδρασης στις τιμές ηλεκτρισμού; Ποια υπολογίζεται ότι θα είναι η συνολική επιβάρυνση της Κυπριακής Δημοκρατίας και των καταναλωτών;»
Ο κ. Στεφάνου διερωτάτει επίσης τι ισχύει σε περίπτωση νέας καθυστέρησης ή ματαίωσης του έργου, πώς θα διαπιστώνεται αν η αιτία είναι γεωπολιτική ή τεχνική και ποια προστασία προβλέπεται για τους καταναλωτές σε περίπτωση ευθύνης του φορέα υλοποίησης και ποιο είναι το κόστος της διασύνδεσης Κύπρου–Ισραήλ και ποιο μέρος του θα κληθεί να πληρώσει η Κύπρος.
Το ΑΚΕΛ, αναφέρει στην επιστολή του ο ΓΓ του κόμματος, αναγνωρίζει τη στρατηγική σημασία της άρσης της ενεργειακής απομόνωσης της Κύπρου. Ένα έργο τέτοιου μεγέθους, όμως,σημειώνει, πρέπει να στηρίζεται σε πλήρη διαφάνεια, σαφές ρυθμιστικό πλαίσιο, διασφαλισμένη χρηματοδότηση και τεκμηριωμένο όφελος για την οικονομία και τους καταναλωτές.
ΔΗΣΥ: Να τεθεί τέρμα στη διγλωσσία
Τη στρατηγική και γεωπολιτική σημασία του Great Sea Interconnector (GSI), καθώς και την ανάγκη για οριστική και ξεκάθαρη πολιτική απόφαση από την κυβέρνηση, ανέδειξε η Πρόεδρος του Δημοκρατικού Συναγερμού Αννίτα Δημητρίου σε σημερινή δημοσιογραφική διάσκεψη.
Όπως τόνισε το έργο βρίσκεται ενώπιον μιας νέας δυναμικής, καθώς η είσοδος ισχυρών διεθνών επενδυτικών συμφερόντων, το ενδιαφέρον για τη διασύνδεση Κύπρου–Ισραήλ και η ενεργότερη εμπλοκή της Ελλάδας, της Γαλλίας και των ΗΠΑ αναδεικνύουν την ευρύτερη σημασία και προοπτική του.
Η Πρόεδρος του ΔΗΣΥ υπογράμμισε ότι η ενεργειακή πολιτική αποτελεί κορυφαίο πυλώνα της αναπτυξιακής προοπτικής και της εθνικής ασφάλειας, ιδιαίτερα ενόψει της αναμενόμενης αύξησης της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας. Υπενθύμισε δε ότι η Κύπρος χρειάζεται επενδύσεις που θα τερματίσουν την ενεργειακή της απομόνωση, θα διασφαλίσουν επάρκεια και χαμηλότερο κόστος για τους καταναλωτές και θα ενισχύσουν τον ανταγωνισμό και την ενεργειακή ασφάλεια.
Αναφερόμενη στον ενεργειακό σχεδιασμό της προηγούμενης διακυβέρνησης, σημείωσε ότι περιλάμβανε την ενίσχυση των ΑΠΕ, την έλευση φυσικού αερίου, υποδομές αποθήκευσης και την ηλεκτρική διασύνδεση. Όπως τόνισε, η υιοθέτηση του σχεδιασμού από την παρούσα κυβέρνηση το 2023 ήταν θετική εξέλιξη, ωστόσο σήμερα υπάρχει προβληματισμός και απογοήτευση για τις καθυστερήσεις και τη διστακτικότητα στη λήψη αποφάσεων.
Η κ. Δημητρίου τόνισε επίσης ότι οι πολίτες εξακολουθούν να πληρώνουν πολύ ακριβό ηλεκτρικό ρεύμα, ενώ η ενεργειακή απομόνωση περιορίζει την αξιοποίηση της παραγωγής από ΑΠΕ και δημιουργεί πιέσεις στο ηλεκτρικό δίκτυο. Κάλεσε σε αυτό το πλαίσιο την κυβέρνηση να στηρίξει οριστικά το έργο, σημειώνοντας ότι η πρόσφατη κινητικότητα, η στάση της ελληνικής κυβέρνησης και η ανάληψη της υλοποίησης από μεγάλη γαλλική εταιρεία ενδυναμώνουν την προοπτική.
Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι ο ΔΗΣΥ δεν έχει ένσταση στη διενέργεια πρόσθετων μελετών, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα χρησιμοποιηθούν ως πρόσχημα για περαιτέρω καθυστέρηση, υπενθυμίζοντας παράλληλα ότι η ΕΕ έχει ήδη χρηματοδοτήσει σχετικές μελέτες, εξού και εγκρίθηκε ευρωπαϊκή χορηγία 658 εκατ., ευρώ.
Σε γεωπολιτικό επίπεδο, η κ. Δημητρίου χαρακτήρισε την Τουρκία ως τον σοβαρότερο κίνδυνο για την υλοποίηση του έργου και υπογράμμισε την ανάγκη συντονισμένων ενεργειών Αθήνας και Λευκωσίας, με αξιοποίηση της στήριξης της ΕΕ, της Γαλλίας, των ΗΠΑ και του Ισραήλ.
Η Πρόεδρος του ΔΗΣΥ ανακοίνωσε, τέλος, ότι θα πραγματοποιήσει επαφές υψηλού επιπέδου σε Αθήνα και Βρυξέλλες, ενώ θα επιδιώξει συνεργασία και με άλλες πολιτικές δυνάμεις στο εσωτερικό. Όπως τόνισε, ο GSI μπορεί να αποτελέσει έργο ειρήνης και συνεργασίας, και να την αναδείξει σε περιφερειακό ενεργειακό κόμβο τις επόμενες δεκαετίες.
Παρόντες επίσης στη δημοσιογραφική διάσκεψη ήταν ο Βουλευτής και Πρόεδρος της Επιτροπής Ενέργειας της Βουλής κ. Νίκος Γεωργίου, ο Βουλευτής και μέλος της Επιτροπής Ενέργειας κ. Γιώργος Παμπορίδης, ο τέως Υπουργός Οικονομικών και Πρόεδρος του Ινστιτούτου Γλαύκος Κληρίδης κ. Χάρης Γεωργιάδης και ο Επικεφαλής της Ομάδας Παραγωγής Πολιτικής για την Ενέργεια κ. Παύλος Λιασίδης και ο Εκπρόσωπος Τύπου κ. Ονούφριος Κουλλάς.
Ο κ. Νίκος Γεωργίου επισήμανε ότι τα μεγάλα λόγια εκ μέρους της Κυβέρνησης για τη στρατηγική σημασία του GSI δεν αρκούν. Αποκτάται νόημα και αξιοπιστία όταν η κυβέρνηση είναι έτοιμη να πάρει αποφάσεις, να υλοποιήσει τα συμφωνηθέντα, να αναλάβει την ευθύνη και να διασφαλίσει την υλοποίησή του. Η Ευρωπαϊκή Ένωση προχώρησε. Η Ελλάδα και η Γαλλία προχωρούν. Η Κύπρος δεν μπορεί να παρακολουθεί τις εξελίξεις από την εξέδρα.
Από την πλευρά του ο κ. Χάρης Γεωργιάδης, αναφερόμενος στην οικονομική διάσταση του ζητήματος σημείωσε ότι πρέπει ναι μεν να επιμετράται το κόστος αλλά πρέπει εξίσου να επιμετράται και το όφελος. Ως προς το κόστος, αν υποθετικά φτάσει όπως είπε τα 3 δις ευρώ, αφού έχει υπάρξει καθυστέρηση η οποία αυξάνει το κόστος, τα 658 εκ. ευρώ θα καταβληθούν από την ΕΕ, τα 866 εκ. ευρώ θα καταβληθούν από την Ελλάδα στο πλαίσιο καταμερισμού του κόστους και τα 1.476 εκ., ευρώ από την Κύπρο, όχι διά μιας αλλά σε ορίζοντα 30 ετών και με την ακραία υπόθεση πως το έργο θα έχει μηδενικά έσοδα. Είναι περίπου ένα κόστος 50 εκ., ευρώ τον χρόνο που δεν είναι αμελητέο αλλά να έχουμε αίσθηση των μεγεθών, σημείωσε ο κ. Γεωργιάδης.
Ότι κάθε χρόνο ο καταναλωτής καταβάλλει μέσω των λογαριασμών της ΑΗΚ 2,5 δις ευρώ το χρόνο στα οποία θα προστεθούν, θεωρητικά, 50 εκ., ευρώ. Το όφελος όμως αφορά την εθνική και ενεργειακή ασφάλεια που είναι εξόχως σημαντική και δεν υπάρχει ποσό για να επιμετρηθεί. Δεύτερον, γεωπολιτική αναβάθμιση και τρίτο επάρκεια. Και το κυριότερο, μείωση στο κόστος για τον καταναλωτή. Ζυγίζοντας κόστος-όφελος, επιβεβαιώνεται η στήριξη που πρέπει να δείξουμε σε αυτό το έργο.
Ο κ. Λιασής από την πλευρά του σημείωσε ότι ακούγονται πολλά στο δημόσιο διάλογο και τόνισε μεταξύ άλλων ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να γνωρίζουμε τα δεδομένα όταν δεν συμμετέχουμε. Το γεγονός, όπως είπε, ότι αργεί η απόφαση για συμμετοχή της Κύπρου σε αυτό το έργο, δημιουργεί σύγχυση ως προς τα δεδομένα και τους αριθμούς. Πρέπει να έχουμε την πρωτογενή πληροφορία. Για ένα έργο τέτοιας εμβέλειας η συμμετοχή είναι εκ των ουκ άνευ για να γνωρίζουμε τουλάχιστον όλα τα δεδομένα.
Ο κ. Παμπορίδης από την πλευρά του σημείωσε μεταξύ άλλων ότι η χώρα έχει χαράξει μια στρατηγική για τα θέματα ενέργειας επί της προηγούμενης διακυβέρνησης. Επί της τρέχουσας διακυβέρνησης, λεκτικά, έχει επιβεβαιωθεί η προσήλωση στην εν λόγω στρατηγική. Πρακτικά, όπως είπε, δεν βλέπουμε αντίστοιχη προσήλωση αλλά βλέπουμε αναφορές σε αφορμές που μπορεί να οδηγήσουν σε ενδεχόμενη αλλαγή αυτής της στρατηγικής. Αυτές οι παλινωδίες εκθέτουν τη χώρα στους εταίρους. Εμείς αναδείξαμε το έργο ως έργο εθνικής σημασίας και αν έχουμε αλλάξει άποψη πρέπει να το δηλώσουμε. Καλώς οι δύο υπουργοί ασχολούνται με τις επιμέρους πτυχές αλλά σε επίπεδο Προέδρου Δημοκρατίας αυτή η παλινωδία πρέπει να τερματιστεί. Πρέπει να πάρουμε υπεύθυνη απόφαση που θα αποκαταστήσει την αξιοπιστία μας στο συγκεκριμένο έργο και θα επιτρέψει στην Κύπρο να απολαύσει τα οφέλη που έχουν αναφερθεί.
(με πληροφορίες από SigmaLive)