Αισιοδοξία για την πορεία των επενδύσεων παρά τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο κλάδος της ενέργειας
Μετά από τη φρενήρη πορεία των τιμών του φυσικού αερίου και κατ’ επέκταση των τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας, με την έντονη ανησυχία περί επάρκειας αποθεμάτων που επικρατούσε, πλέον το κλίμα έχει αντιστραφεί. Μόλις λίγους μήνες νωρίτερα, δεν έμοιαζε εφικτό για τις τιμές του φυσικού αερίου να υποχωρούν στα επίπεδα των 30 €/MWh. Αυτό όμως τελικά συνέβη, κυρίως επειδή επιτεύχθηκαν ταχύτερα οι στόχοι για την πλήρωση των αποθηκών φυσικού αερίου στην Ευρώπη. Πλέον, οι ποσότητες στις αποθήκες βρίσκονται κοντά στο υψηλότερο επίπεδο της πενταετίας 2015-2020, υποδηλώνοντας ισχυρές πιθανότητες για ταχύτερη πλήρωση των αποθεμάτων τον ερχόμενο χειμώνα. Αυτό υποστηρίζει και ο οργανισμός ENTSO, ο οποίος αφού μελέτησε διάφορα πιθανά σενάρια, κατέληξε στο ότι η Ευρώπη δε θα αντιμετωπίσει προβλήματα στη διασφάλιση των επιθυμητών επιπέδων φυσικού αερίου εν όψει της ερχόμενης χειμερινής περιόδου.
Καταλυτικό παράγοντα για τη διαμόρφωση αυτής της κατάστασης αποτέλεσαν οι ηπιότερες καιρικές συνθήκες που επικρατούν τους τελευταίους μήνες. Ο ήπιος καιρός συντέλεσε στη μείωση της κατανάλωσης, ιδίως από πλευράς των βορειότερων χωρών που στηρίζονται στη θέρμανση με φυσικό αέριο. Παράλληλα, πολλές βιομηχανικές μονάδες στην Ευρώπη, λόγω του υψηλού κόστους ενέργειας, αναγκάστηκαν να περικόψουν την παραγωγή τους και συνεπώς και την ενεργειακή τους κατανάλωση. Δεδομένου όμως ότι ένα μεγάλο μέρος της ηλεκτροπαραγωγής βασίζεται στο φυσικό αέριο, η πτώση αυτή στη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας, οδήγησε κατ’ επέκταση και σε πτώση της ζήτησης του φυσικού αερίου.
Ωστόσο, το βασικό ερώτημα που παραμένει είναι να διαπιστώσουμε αν όντως πέρασε η ενεργειακή κρίση. Η κατακόρυφη πτώση των τιμών κοντά στα προ κρίσης επίπεδα φέρνει αισιοδοξία, όμως οι αναλυτές εκτιμούν νέα άνοδο τιμών, ειδικότερα τους χειμερινούς μήνες, λόγω της αναμενόμενης αύξησης της ζήτησης και του μεγαλύτερου ανταγωνισμού μεταξύ Ευρώπης και Κίνας για την διασφάλιση φορτίων LNG. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να διατηρείται η αβεβαιότητα και η έντονη μεταβλητότητα στην αγορά, κάτι που φαίνεται να επηρεάζει και τα επενδυτικά πλάνα, τόσο σε εγχώριο όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς μεγάλα έργα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με φυσικό αέριο αλλά και αποθήκευσης φυσικού αερίου (FSRU) επαναξιολογούνται με τις νέες συνθήκες στην αγορά.
Σε ένα περιβάλλον χαμηλότερων τιμών, τίθεται το ερώτημα εάν η Γηραιά Ήπειρος χρειάζεται τόσες μονάδες σε βάθος χρόνου. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό, όμως, είναι ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς πρέπει λάβουμε υπόψη μας και τον πολύ σημαντικό παράγοντα της ασφάλειας της εφοδιαστικής αλυσίδας (“security of supply”) ώστε να αποφύγουμε στο μέλλον τα φαινόμενα του 2022. Σε κάθε περίπτωση, βάσει των σημερινών futures του TTF, αναμένεται νέα αύξηση των τιμών του φυσικού αερίου κατά τους χειμερινούς μήνες στα επίπεδα των 50 €/MWh, αισθητή μεν αλλά όχι απαγορευτική αύξηση.
Ως προς την εγχώρια κατανάλωση ενέργειας, χαρακτηριστικό είναι το γεγονός πως η ζήτηση στο σύστημα ήταν χαμηλότερη για δέκα συνεχόμενους μήνες σε σχέση με τους αντίστοιχους του προηγούμενου έτους, ως αποτέλεσμα κυρίως του ηπιότερου καιρού. Παράλληλα, πτωτικά κινήθηκαν και οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας στην ελληνική αγορά, φτάνοντας κατά μέσο όρο τα 105€/MWh τον Μάιο, περίπου 50% χαμηλότερα σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2022, στην αγορά της επομένης ημέρας (DAM).
Παρά τη μεγάλη πτώση των τιμών του φυσικού αερίου, οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας διατηρούνται σε σχετικά υψηλότερα από τα προ κρίσης επίπεδα, κυρίως λόγω των υψηλότερων τιμών των δικαιωμάτων ρύπων. Άμεσα επηρεαζόμενες από τις εξελίξεις των τιμών είναι οι λιγνιτικές μονάδες και ακολουθούν οι μονάδες φυσικού αερίου. Η επίδραση των αυξημένων τιμών των δικαιωμάτων ρύπων γίνεται πιο έντονη σε ώρες αυξημένης κατανάλωσης όπου απαιτείται η λειτουργία των λιγνιτικών μονάδων για την κάλυψη της ζήτησης, οι οποίες όμως λόγω της κοστολογικής τους δομής καταθέτουν προσφορές σε υψηλότερα επίπεδα. Από την άλλη, σε ώρες μεγάλης εισχώρησης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) στο σύστημα, καταγράφονται πολύ χαμηλότερες και σε ορισμένες περιπτώσεις μηδενικές τιμές, δείχνοντας τη σπουδαιότητα των ΑΠΕ στη συγκράτηση των τιμών ενέργειας. Το φαινόμενο των χαμηλών «μεσημεριανών» τιμών, παρά το προφανές θετικό αντίκτυπο στην κοινωνία, χαίρει ιδιαίτερης προσοχής καθώς μπορεί να λειτουργήσει ως αντικίνητρο για επενδυτές και κατασκευαστές ΑΠΕ, για τις τράπεζες που χρηματοδοτούν τις σχετικές επενδύσεις και τις διμερείς συμβάσεις, καθώς επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό τα μοντέλα και τo “return of investment”.
Σε όλη αυτή τη συγκυρία αναδεικνύεται ιδιαίτερα σημαντικός ο ρόλος των Power Purchase Agreements (PPAs). Λαμβάνοντας υπόψη και το γενικότερο περιβάλλον υψηλών επιτοκίων δανεισμού, πληθωριστικών πιέσεων, υψηλού κόστους πρώτων υλών, τα PPA μπορούν να αποτελέσουν το μέσο για την εξασφάλιση χρηματοδότησης ΑΠΕ από την πλευρά των κατασκευαστών, ενώ από την πλευρά των off-takers, μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά στις έντονες μεταβολές των τιμών της ενέργειας και κατ’ επέκταση στον περιορισμό του κόστους της. Μεγάλες αλλά και μικρές βιομηχανίες, supermarkets, κατασκευαστές τροφίμων, retailers αλλά και ενεργειακοί καταναλωτές από σχεδόν όλους τους κλάδους έχουν αντιληφθεί τα οφέλη των PPA με αποτέλεσμα να υπάρχει έντονη κινητικότητα στην αγορά για την εξασφάλιση πράσινων διμερών συμβολαίων. Η ενίσχυση των διμερών συμβολαίων μπορεί να βοηθήσει και στην επίτευξη ενός καλύτερου equilibrium μεταξύ της προσφοράς και της ζήτησης στην ελληνική αγορά ενέργειας.
Στα τέλη του 2022, παρουσιάστηκαν οι νέοι στόχοι του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), ενώ τον Μάιο του 2023 στάλθηκε το σχετικό προσχέδιο στην Κομισιόν προς έγκριση. Στο πλάνο αυτό περιλαμβάνονται ιδιαίτερα φιλόδοξοι στόχοι για την ανάπτυξη και διείσδυση των ΑΠΕ, αλλά και την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών μέσω μονάδων αποθήκευσης. Με τις μπαταρίες να βρίσκονται σε πιο ώριμο στάδιο και να ακολουθούν υδρογόνο και CCUS, επιχειρηματικοί όμιλοι, είτε έχουν συνάψει συνεργασίες για την ανάπτυξή τους, είτε έχουν προχωρήσει στις πρώτες επενδύσεις τους. Επιβεβαιώνεται λοιπόν πως τα έργα αυτά παρουσιάζουν πλέον ελκυστικότητα με όρους ανταγωνιστικότητας, αξιοποιώντας ενδεχόμενες συνέργειες στα επιχειρηματικά μοντέλα. Βάσει πρόσφατης έρευνας που πραγματοποίησε η Deloitte σε συνεργασία με τη Hellenic Association for Energy Economics (HAEE), φαίνεται πως μεσο-μακροπρόσθεσμα η Ευρώπη μπορεί να αντιμετωπίσει προκλήσεις στην επίτευξη των στόχων που έχει θέσει. Είναι γεγονός, πως το μεγαλύτερο ποσοστό των πρώτων υλών αλλά και εξαρτημάτων, απαραίτητων για την κατασκευή ΑΠΕ, μπαταριών και ηλεκτρικών οχημάτων εισάγεται από τρίτες χώρες. Γίνεται αμέσως κατανοητό πως η πράσινη μετάβαση στην Ευρώπη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το γεωπολιτικό σκηνικό και είναι αρκετά ευάλωτη σε πιθανά προβλήματα εφοδιαστικής αλυσίδας. Η ως άνω μελέτη εστίασε στις ποσότητες των μετάλλων και γενικότερα των πρώτων υλών που χρειάζονται με βάση το ΕΣΕΚ, καθώς και την παραγωγική δυνατότητα της Ελλάδας σε συνδυασμό με τις εκτιμήσεις για το κόστος εξέλιξης των χρηματιστηριακών τιμών των υλών αυτών. Οι εκτιμήσεις προδιαθέτουν για υψηλότερα επίπεδα τιμών, με αποτέλεσμα το κόστος της πράσινης μετάβασης να είναι ίσως υψηλότερο τα επόμενα χρόνια.
Στο σημερινό περιβάλλον υψηλών επιτοκίων, το κόστος χρηματοδότησης αναμένεται να διαδραματίσει ρυθμιστικό παράγοντα στην πορεία των νέων επενδύσεων. Η Ευρώπη έχει θέσει από τους πιο φιλόδοξους στόχους παγκοσμίως και πρέπει να κινηθεί με γοργά βήματα ώστε να μην μείνει πίσω σε όρους ανταγωνιστικότητας. Οι περιοχές που θα διαμορφώσουν τις ευνοϊκότερες συνθήκες θα τραβήξουν και το εντονότερο ενδιαφέρον κεφαλαίων και επιχειρηματικών ομίλων ώστε να επενδύσουν σε αυτές. Στην Ελλάδα ωστόσο, πάρα τις προκλήσεις, η ανάπτυξη των ΑΠΕ, προχωράει με ιδιαίτερα ικανοποιητικό ρυθμό, με το ενδιαφέρον των επενδυτών να παραμένει έντονο, εν όψει της αναμενόμενης απόκτησης της επενδυτικής βαθμίδας.
Είναι προφανές πως η ορατότητα για το άμεσο μέλλον παραμένει μειωμένη και έχει άμεση σχέση με τη μεταβλητότητα των αγορών. Η πράσινη μετάβαση στην Ευρώπη αναμένεται να δοκιμαστεί μέσα από μια σειρά προκλήσεων που ενδεχομένως να επηρεάσουν το ρυθμό υλοποίησής της. Οι προκλήσεις όμως πάντα γεννούν ευκαιρίες και η Ελλάδα μπορεί να βρεθεί στο επίκεντρο των εξελίξεων. Οι γενικότερες συνθήκες αλλά και οι εξελίξεις σε ρυθμιστικό, πολιτικό, οικονομικό και γεωστρατηγικό επίπεδο που συντελέστηκαν τα τελευταία χρόνια και συνεχίζουν να συντελούνται λειτουργούν ευνοϊκά για τη χώρα και αποτελούν καταλυτικό παράγοντα για την πρόοδο των επενδύσεων στην ελληνική αγορά ενέργειας. Συγκρατημένη αισιοδοξία λοιπόν για το επόμενο διάστημα και προσεκτικά βήματα, ώστε η Ελλάδα να συνεχίσει να βρίσκεται στο κέντρο των εξελίξεων και του επενδυτικού ενδιαφέροντος.
* Ο κ. Κωνσταντίνος Ελευθεριάδης είναι Partner, Financial Advisory, Energy Industry Leader, Deloitte Ελλάδος
Το άρθρο περιλαμβάνεται στον τόμο GREEK ENERGY 2023 που εξέδωσε για δωδέκατη συνεχή χρονιά το energypress.