Παπαγεωργίου: Stop στις μάχες οπισθοφυλακών, για να λυθεί ο "γόρδιος δεσμός" των προβλημάτων στην ενεργειακή αγορά
Στο ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει ο ενεργειακός τομέας στην αναπτυξιακή προοπτική της χώρας αναφέρθηκε σήμερα ο πρώην υφυπουργός Ενέργειας, Μάκης Παπαγεωργίου, από το βήμα του συνεδρίου " Ανάπτυξη κ επενδύσεις στην Ελλάδα ", το οποίο φιλοξενήθηκε στο King George Hotel.
Συμμετέχοντας σε πάνελ με τους κ.κ. Στ. Πιτσιόρλα , Γ. Τσίπρα, Οδ. Κωνσταντινόπουλο, και Γ. Πατούλη, ο κ. Παπαγεωργίου τόνισε ότι σήμερα, περισσότερο από ποτέ, ο ενεργειακός τομέας αποτελεί το συνεκτικό κρίκος που συνδέει την παραγωγική δραστηριότητα με την καθημερινή ζωή της κοινωνίας.
Η ΔΕΗ, στις πιο δύσκολες στιγμές της ελληνικής οικονομίας, διάγει και η ίδια το δυσκολότερο σταυροδρόμι στην πολυετή ιστορία της, συμπαρασύροντας στην αβεβαιότητα και τους υπόλοιπους συμμετέχοντες στην αγορά ενέργειας, τόνισε ο κ. Παπαγεωργίου.
Κατ’ αυτό τον τρόπο έχει δημιουργηθεί ένας «γόρδιος δεσμός» των προβλημάτων στην εγχώρια αγορά ηλεκτρισμού, η οποία ταλαιπωρείται από δομικά προβλήματα που έχουν στον πυρήνα τους την οδυνηρή θέση στην οποία έχει περιέλθει η ΔΕΗ, που αποτελεί και τον πυλώνα της εγχώριας αγοράς.
Για να λυθούν συνολικά τα προβλήματα της αγοράς, αλλά και της ΔΕΗ, ο κ. Παπαγεωργίου υποστηρίζει ότι χρειάζεται να σταματήσουν οι «μάχες οπισθοφυλακών», να ενθαρρυνθούν οι ιδιωτικές επενδύσεις και να ενισχυθεί η εξωστρεφής δραστηριότητα και προοπτική.
Αντίστοιχες δράσεις απαιτούνται, σύμφωνα με τον κ. Παπαγεωργίου, και στους υπόλοιπους τομείς της ενεργειακής αγοράς, όπου κι εκεί οι προοπτικές που διανοίγονται είναι σημαντικές.
Αναλυτικά, η ομιλία του κ. Παπαγεωργίου έχει ως εξής:
Kυρίες και κύριοι,
Είναι αναμφισβήτητα πολύ σημαντική η συζήτηση που διεξάγεται στο πλαίσιο του σημερινού συνεδρίου, σχετικά με την προσέλκυση και προώθηση επενδύσεων στη χώρα μας.
Οι επενδύσεις είναι ο μοναδικός ασφαλής δρόμος για να επανέλθει η οικονομία μας σε ρυθμούς ανάπτυξης, και πάνω από όλα να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας για το πολυτιμότερο κεφάλαιο, εντός εισαγωγικών, της χώρας μας, τους καταρτισμένους και ικανούς νέους μας.
Θα σας μιλήσω σήμερα για τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει σε αυτό το κρισιμότατο διακύβευμα η ενέργεια.
Ο ενεργειακός τομέας ήταν ανέκαθεν ο συνεκτικός κρίκος που συνδέει την παραγωγική δραστηριότητα με τις καθημερινές ζωές όλων μας. Ίσως αυτό ήταν λιγότερο ορατό στα προ κρίσης έτη, όμως σήμερα είναι περισσότερο οφθαλμοφανές παρά ποτέ.
Δεν είναι τυχαίο πως στις τρέχουσες δύσκολες στιγμές για την ελληνική οικονομία, η εταιρεία βαρόμετρο για την ελληνική αγορά ενέργειας, η ΔΕΗ διάγει επίσης το δυσκολότερο σταυροδρόμι στην πολυετή ιστορία της. Μαζί της συμπαρασύρει ως ντόμινο στην αβεβαιότητα τους υπόλοιπους συμμετέχοντες στην αγορά ενέργειας, τους ιδιώτες ηλεκτροπαραγωγούς, τους ανταγωνιστές της ΔΕΗ στην λιανική αγορά, τους παραγωγούς ενέργειας από ΑΠΕ, τους προμηθευτές της ΔΕΗ με καύσιμα, τους εργολάβους.
Η ανάγκη για εξυγίανση της εγχώριας αγοράς ενέργειας συμπίπτει χρονικά με μία περίοδο κατά την οποία οι εξελίξεις σε ευρωπαϊκό και ευρύτερο επίπεδο στον κλάδο τρέχουν ταχύτερα παρά ποτέ. Σε ρυθμιστικό επίπεδο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιταχύνει τη διαδικασία ενοποίησης των αγορών και απελευθέρωσης του ανταγωνισμού, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις χίλιες σελίδες του λεγόμενου «Χειμερινό Πακέτο» -τους νέους αυστηρούς κανόνες για τις ευρωπαϊκές αγορές ενέργειας- . Αλλά και στο επίπεδο της αγοράς, όπου οι νέες τεχνολογίες αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο παράγεται, μεταφέρεται και καταναλώνεται η ενέργεια. Να σας φέρω εδώ ως παράδειγμα τη σχιστολιθική παραγωγή των ΗΠΑ που βρίσκει το δρόμο της για τις ευρωπαϊκές αγορές, την μείωση του κόστους των τεχνολογιών αποθήκευσης και των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, την αναβάθμιση του ρόλου του καταναλωτή μέσω τεχνολογιών διαχείρισης της ζήτησης.
Από την συγκεκριμένη συνοπτική αποτύπωση της παρούσας πραγματικότητας στην εγχώρια και διεθνή αγορά ενέργειας πρέπει να αντλήσουμε ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα για το πώς πρέπει να πορευθούμε βαδίζοντας προς το μέλλον:
Πρώτον, πρέπει επιτέλους να παύσουμε να δίνουμε μάχες οπισθοφυλακών. Ο κόσμος της ενέργειας αλλάζει, οι ευρωπαϊκές χώρες προσαρμόζονται στην νέα πραγματικότητα της αγοράς και το ίδιο θα πρέπει να κάνουμε και εμείς για να αδράξουμε τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται. Τα θεσμοθετημένα ή οιονεί μονοπώλια του παρελθόντος δίνουν με ταχύτατους ρυθμούς τη θέση τους στην απελευθέρωση των δυνάμεων του υγιούς ανταγωνισμού και της προσέλκυσης παραγωγικών επενδύσεων.
Δεύτερον, πρέπει να ενθαρρύνουμε τις ιδιωτικές επενδύσεις. Η διαχωριστική γραμμή που διαχωρίζει αυτή την παράμετρο -που όλοι πλέον αναγνωρίζουν ως κρίσιμη- από τη σφαίρα των ευχολογίων και της ρητορείας στην ουσιαστική της πραγμάτωση και την προσέλκυση σοβαρών επενδυτών είναι απολύτως σαφής: Μακροπρόθεσμος σχεδιασμός, διασφάλιση της βιωσιμότητας της αγοράς, απλοί και σταθεροί κανόνες υγιούς ανταγωνισμού σύμφωνα με τα επιτυχή ευρωπαϊκά πρότυπα.
Τρίτον, πρέπει να κοιτάξουμε το αύριο με εξωστρέφεια. Οι αγορές ενέργειας γίνονται ολοένα ενσωματωμένες και ανταγωνιστικές όχι μόνο σε εθνικό αλλά ευρύτερα σε περιφερειακό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Η Ελλάδα μπορεί σήμερα να εισάγει ενέργεια, αλλά αφενός αυτό μπορεί μελλοντικά να ανατραπεί με τις εξελίξεις στην περιοχή και αφετέρου μπορούμε ήδη από αύριο να εξάγουμε τεχνογνωσία και καινοτομία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η διεθνής παρουσία πολλών εγχώριων ενεργειακών εταιρειών σε έργα υποδομών και ανανεώσιμων εταιρειών ενέργειας η οποία μπορεί να αναβαθμιστεί περαιτέρω.
Έτσι, σε αυτό το πλαίσιο η ανάγκη μεταρρυθμίσεων που θα επιτρέψουν την αξιοποίηση των υψηλών επενδυτικών δυνατότητων της χώρας μας στην ενέργεια γίνεται επιτακτική.
Πρώτον, πρέπει να λύσουμε τον γόρδιο δεσμό των προβλημάτων στην εγχώρια αγορά ηλεκτρισμού. Επιτρέψτε μου να επισημάνω πως ο χαρακτηρισμός τους ως «γόρδιος δεσμός» δεν είναι διόλου τυχαίος. Τα δομικά προβλήματα που ταλαιπωρούν σήμερα όλους τους συμμετέχοντες στην αγορά έχουν στον πυρήνα τους την οδυνηρή θέση στην οποία έχει περιέλθει ο πυλώνας της εγχώριας αγοράς, η ΔΕΗ. Η εξίσωση είναι γνωστή στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ. Η άναρχη και βίαιη συρρίκνωση της ΔΕΗ σε ένα περιβάλλον αυξημένου ανταγωνισμού και μειωμένου κύκλου εσόδων συνεπάγεται λιγότερες επενδύσεις, περισσότερες επισφάλειες στους συμμετέχοντες στην αγορά, μεγαλύτερη αβεβαιότητα. Αυτονόητα, όλα αυτά μεταφράζονται σε αυξημένο κόστος ενέργειας για τους καταναλωτές, μειωμένη ανταγωνιστικότητα για την ελληνική οικονομία και κινδύνους για την ασφάλεια εφοδιασμού της χώρας μας.
Το πρώτο λοιπόν και άμεσο ζητούμενο είναι η ταχύτατη εξυγίανση του «μεγάλου ασθενή», της ΔΕΗ, μέσα από ένα σχέδιο το οποίο θα πληροί σωρευτικά τα ζητούμενα από το σύνολο της αγοράς:
Πρώτον, την διαμόρφωση ανταγωνιστικών χαρτοφυλακίων παραγωγής ενέργειας για όλους τους ηλεκτροπαραγωγούς. Έτσι θα δημιουργηθούν προϋποθέσεις μείωσης του κόστους παραγωγής ενέργειας και θα ενθαρρυνθούν περιβαλλοντικά φιλικές επενδύσεις αναβάθμισης του παραγωγικού δυναμικού της χώρας,
Δεύτερον, την ομαλή και ισοβαρή διάρθρωση της αγοράς ηλεκτρισμού στο επίπεδο της λιανικής, ώστε όλοι οι προμηθευτές και φυσικά και η ΔΕΗ να μπορούν να καταρτίσουν βιώσιμα μακροπρόθεσμα επενδυτικά πλάνα επ’ωφελεία των καταναλωτών.
Τρίτον, την άμεση εισροή σημαντικών εσόδων στα ταμεία της ΔΕΗ, ώστε να ανασχεθούν τα προβλήματα ρευστότητας που προκαλούν τα υψηλά επίπεδα ληξιπρόθεσμων οφειλών. Αυτό πρόκειται να ανακουφίσει την ίδια την εταιρεία, τους εργολάβους και προμηθευτές της, αλλά και τους υπόλοιπους παίκτες της αγοράς και κυρίως τους μικροπαραγωγούς από ΑΠΕ που σήμερα βρίσκονται ξανά αντιμέτωποι με υψηλές καθυστερήσεις στις πληρωμές τους.
Το δεύτερο που οφείλουμε να πράξουμε είναι να καταρτίσουμε ένα σταθερό πλαίσιο λειτουργίας της αγοράς σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Αυτό προϋποθέτει τόσο την ταχεία προσαρμογή στους ευρωπαϊκούς κανόνες λειτουργίας της αγοράς όσο και την κατάρτιση του μακροπρόθεσμου ενεργειακού σχεδιασμού της χώρας. Όλοι γνωρίζουμε σε γενικό πλαίσιο τις δυνατότητες της χώρας μας να προσελκύσει επενδύσεις στην παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες ή άλλες περιβαλλοντικά φιλικές μορφές, σε έργα διαμετακόμισης ενεργειακών πόρων, ακόμη και στο πεδίο των ενεργειακών υπηρεσιών και της εξοικονόμησης ενέργειας. Οι γνώσεις αυτές όμως δεν αποτελούν παρά ένα γενικό «σκαρίφημα» της μελλοντικής εικόνας της αγοράς που δεν μπορεί να τύχει αξιοποίησης αν δεν πλαισιωθεί από την τεχνοκρατική αποτύπωση του πού βρισκόμαστε και προς τα πού επιθυμούμε επακριβώς να βαδίσουμε. Αυτό θα μπορέσει να επιτευχθεί με την διαμόρφωση μακροπρόθεσμα σταθερών και απλών κανόνων λειτουργίας της αγοράς αλλά και την κατάρτιση των προσδοκώμενων σεναρίων για το αύριο, λαμβάνοντας υπόψη τους κυρίαρχους παράγοντες διαμόρφωσης των επενδυτικών τάσεων όπως είναι οι τιμές των καυσίμων και των ρύπων. Είναι μία προσπάθεια που ξεκίνησε το 2013 αλλά δυστυχώς δεν έχει ακόμη τελεσφορήσει.
Μιλώντας για το αύριο, αξίζει να σταθώ ιδιαίτερα στη σημασία της ανάπτυξης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας με ομαλό και συντεταγμένο τρόπο. Η χώρα μας πρέπει να προσαρμοστεί με ταχύτητα στις τεχνολογικές και τις ρυθμιστικές αλλαγές που συντελούνται σε πανευρωπαϊκό επίπεδο σε αυτόν τον τομέα, θεσπίζοντας ένα καθαρό και μακροπρόθεσμο επενδυτικό τοπίο σε ελπιδοφόρους κλάδους των ΑΠΕ για την χώρα μας. Χαρακτηριστικά μπορούμε να σταθούμε στο δυναμικό του κλάδου των αιολικών ή και άλλων μορφών που αξιοποιούν τις παραγωγικές και μορφολογικές συνθήκες της χώρας μας, όπως το βιοαέριο ή η γεωθερμία. Χωρίς εμβαλωματικές λύσεις, χωρίς τα λάθη του παρελθόντος που ζήμιωσαν την εικόνα του κλάδου, μα πάνω από όλα με σεβασμό στους επενδυτές, στην προστασία του περιβάλλοντος και τις δυνατότητες των καταναλωτών να στηρίξουν την ανάπτυξη των ΑΠΕ.
Τρίτον, πρέπει να αυξήσουμε την ελκυστικότητα της εγχώριας αγοράς «μεγεθύνοντας» τη τρόπον τινά μέσα από την προώθηση των διασυνδέσεων. Τόσο στον ηλεκτρισμό, όσο και στο φυσικό αέριο, η ανάπτυξη των διασυνδέσεων θα έχει πολλαπλασιαστικά οικονομικά, περιβαλλοντικά και γεωστρατηγικά οφέλη.
Στο πλαίσιο αυτό, αποτελεί άμεση ανάγκη η τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων που αφορούν την υλοποίηση των δύο κύριων ηλεκτρικών διασυνδέσεων των νήσων με την ηπειρωτική χώρα, αυτή των Κυκλάδων και της Κρήτης, ιδίως της επονομαζόμενης “μεγάλης διασύνδεσης”.
Οι καθυστερήσεις που ταλαιπωρούν αυτά τα έργα σημαίνουν πολύ απλά κόστος εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ ετησίως για τους καταναλωτές, ενώ επιπρόσθετα δεν επιτρέπουν την επενδυτική αξιοποίηση του δυναμικού ΑΠΕ των νησιών μας που μεταφράζεται επίσης σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ επενδύσεων. Διασυνδέσεις, για να τα θέσουμε απλά, σημαίνουν όχι μόνο λιγότερα χρήματα που φεύγουν από τον εθνικό προϋπολογισμό, αλλά και περισσότερα χρήματα που μπαίνουν σε αυτόν.
Στο φυσικό αέριο, η προώθηση των ευρωπαϊκών έργων διασυνδέσεων με τις γειτονικές αγορές των Βαλκανίων μπορεί να αναπτύξει περαιτέρω τα γεωστρατηγικά οφέλη που έφερε στη χώρα μας η επιλογή του αγωγού TAP το 2013. Αυτό πρόκειται να συμβεί με την υλοποίηση του πολύ σημαντικού διασυνδετήριου αγωγού IGB με την Βουλγαρία, αλλά και με άλλα επενδυτικά project διαφοροποίησης των πηγών προμήθειας που κυοφορούνται στην περιοχή μας. Και φυσικά μην ξεχνάμε τις συνέργειες που έχουν όλα αυτά τα έργα με τον διαρκώς αυξανόμενο ρόλο του υγροποιημένου φυσικού αερίου LNG στην ασφάλεια εφοδιασμού, στον οποίο η χώρα πρόκειται να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο τις προσεχείς δεκαετίες με την εν εξελίξει κατασκευή της 3ης δεξαμενής στην Ρεβυθούσα ή και άλλα σχεδιαζόμενα έργα.
Με την περαιτέρω ανάπτυξη των διασυνδέσεων, η Ελλάδα δύναται να γίνει το ενεργειακό σταυροδρόμι διέλευσης –και, γιατί όχι, παραγωγής μελλοντικά- των νέων πηγών υδρογονανθράκων που αναπτύσσονται αυτή την περίοδο στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο.
Αναφερόμενος στις διασυνδέσεις oφείλων να σταθώ στην σημασία της διαδικασίας προσέλκυσης στρατηγικών επενδυτών διεθνούς εμβέλειας στους Διαχειριστές των συστημάτων μεταφοράς ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου, ΑΔΜΗΕ και ΔΕΣΦΑ, και δη μέσω απλών και αποτελεσματικών διαδικασίων. Η υλοποίηση των επενδυτικών προγραμμάτων του ΑΔΜΗΕ και του ΔΕΣΦΑ, που μεταφράζονται σε έργα πολλών δισεκατομμυρίων θα «ξεκλειδώσει» παράλληλα την μετατροπή των ευκαιριών που υφίστανται στο επίπεδο των διασυνδέσεων σε αποκομιδή ωφελειών για την καθημερινότητα των Ελλήνων καταναλωτών με την ενίσχυση του ανταγωνισμού της εγχώριας αγοράς.
Συγκράτησα για το τέλος της σημερινής μου τοποθέτησης το σημαντικότερο διακύβευμα όλων αυτών των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων για την προσέλκυση επενδύσεων.
Σύμφωνα λοιπόν με πρόσφατη μελέτη της PwC περίπου το ήμισυ (και πιο συγκεκριμένα το 42%) το προγραμματισμένων έως το 2022 επενδύσεων σε έργα υποδομών αφορά την ενέργεια. Αυτές οι επενδύσεις μεταφράζονται σε έργα ύψους περί τα 9 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ κατανέμονται ισομερώς ανάμεσα σε έργα διασυνδέσεων και λοιπά έργα ενέργειας. Προσέξτε μάλιστα πως μιλάμε καθαρά για έργα υποδομών και όχι για υπηρεσίες που επίσης αναπτύσσονται ταχύτατα στον κλάδο της ενέργειας. Αναλογιστείτε λοιπόν πόσα πολλαπλασιαστικά οφέλη μπορούν να φέρουν αυτά τα έργα σε επίπεδο θέσεων εργασίας, στην ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, στο θετικό «σοκ» εμπιστοσύνης που χρειάζεται η χώρα μας.
Οι δυνατότητες της χώρας μας στον ενεργειακό τομέα είναι πρόδηλες. Τα εμπόδια στην αξιοποίηση τους επίσης. Μένει να βρεθεί η πολιτική βούληση και η αποφασιστικότητα να κάνουμε επιτέλους το άλμα προς τα εμπρός, έστω και την τελευταία στιγμή.