Βασίλειος Μπίζιος: Oι μεθοδολογίες για την ένταξη ελληνικών επιχειρήσεων στην ευρωπαϊκή αγορά ρύπων
Το Πρωτόκολλο του Κιότο αποτελεί έναν κατευθυντήριο χάρτη στον οποίο περιλαμβάνονται τα απαραίτητα βήματα για τη μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση της αλλαγής του κλίματος που προκαλείται λόγω της αύξησης των ανθρωπογενών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Σύμφωνα με αυτό, τα κράτη που το έχουν συνυπογράψει δεσμεύονται να ελαττώσουν τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου την πρώτη περίοδο ανάληψης υποχρεώσεων (2008-2012) κατά 8-10% σε σχέση με τις εκπομπές του 1990 (ή του 1995 για ορισμένα αέρια). Σημειώνεται ότι τα 25 κράτη μέλη που αποτελούν την Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν δεσμευτεί να μειώσουν το σύνολο των οικείων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 8% ως προς τα επίπεδα των εκπομπών του 1990 έως τα τέλη της πρώτης περιόδου δέσμευσης του Πρωτοκόλλου μεταξύ 2008-2012. Αυτός ο γενικός στόχος έχει μετατραπεί σε διαφορετικούς στόχους μείωσης ή περιορισμού των οικείων εκπομπών για κάθε κράτος μέλος βάσει συμφωνίας «κατανομής των βαρών». Επισημαίνεται ότι ο κοινοτικός στόχος δεν καλύπτει τα 10 νέα κράτη μέλη (προσθήκη μετά το 2004), αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις ισχύει γι’ αυτά ο στόχος μείωσης 6% ή 8% με βάση το Πρωτόκολλο, εξαιρουμένης της Κύπρου και της Μάλτας.
Η μείωση αυτή επιχειρείται να γίνει με τον πιο οικονομικά αποδοτικό τρόπο, ώστε να μην επιβαρυνθεί η παγκόσμια οικονομία. Έτσι, το Πρωτόκολλο του Κιότο περιλαμβάνει τρεις ευέλικτους μηχανισμούς:
1. Την εμπορία δικαιωμάτων εκπομπών,
2. Την κοινή εφαρμογή, και
3. Το μηχανισμό καθαρής ανάπτυξης.(CDM)
Τα αέρια που πραγματεύεται το Πρωτόκολλο του Κιότο είναι τα εξής:
• διοξείδιο του άνθρακα CO2 (που αποτελεί το σημαντικότερο αέριο).
• μεθάνιο CH4,
• υποξείδιο του αζώτου N2O, (καθώς και τα παράγωγα του N).
• υδροφθοράνθρακες HFC,
• πλήρως φθοριωμένοι υδρογονάνθρακες ή υπερφθοράνθρακες PFC και
• εξαφθοριούχο θείο SF6, (καθώς και τα παράγωγα του F).
Η Ευρωπαϊκή ένωση και οι οδηγίες που αφορούν την μείωση των ρύπων:
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ο πλέον ένθερμος υποστηρικτής του Πρωτοκόλλου του Κιότο, αποφάσισε να εφαρμόσει πιλοτικά την εμπορία εκπομπών εντός της κοινότητας πριν από την επίσημη έναρξη του διεθνούς συστήματος και να ενσωματώσει το Πρωτόκολλο του Κιότο στην κοινοτική νομοθεσία μέσα από τις Οδηγίες 2003/87/ΕΚ και 2004/101/ΕΚ. Σύμφωνα με αυτές, η πρώτη περίοδος του ευρωπαϊκού συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών είναι η τριετία 2005-2007, ενώ οι επόμενες περίοδοι εμπορίες ταυτίζονται με τις πενταετείς περιόδους που προβλέπονται από το Πρωτόκολλο του Κιότο (2008-2012, 2013-2017, κ.ο.κ.). Τα κράτη μέλη οφείλουν μέσα σε συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα να εκπονήσουν εθνικά σχέδια κατανομής, στα οποία υπάρχει πρόβλεψη, μεταξύ άλλων, για:
• τη συνολική ποσότητα δικαιωμάτων,
• την κατανομή σε επίπεδο δραστηριότητας (κατά περίπτωση),
• την κατανομή σε επίπεδο εγκατάστασης,
• τους νεοεισερχόμενους,
• τη μεθοδολογία κατανομής (μαθηματικοί τύποι, διάφορες ειδικές διατάξεις, κτλ), και
• τη λίστα των υπόχρεων εγκαταστάσεων.
Ακολουθεί η σύνοψη της οδηγίας της ΕΕ (2008)
«ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ»
Με τίτλο:
{Δύο φορές το 20 έως το 2020 Η κλιματική αλλαγή και η ευκαιρία της Ευρώπης}
Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, τον Μάρτιο του 2007, να θέσει ακριβείς, νομικά δεσμευτικούς στόχους αποτέλεσε σύμβολο της αποφασιστικότητας της Ευρώπης. Η απόφαση αυτή πάρθηκε με μεγάλη υπευθυνότητα. Διακυβεύονται πολλά και η ευημερία της ευρωπαϊκής οικονομίας βασίζεται στην εξεύρεση λύσης που οδηγεί στην πρόοδο. Τώρα υπάρχουν διαθέσιμες αναμφισβήτητες αποδείξεις, σύμφωνα με τις οποίες το κόστος της αδράνειας θα πλήξει βαρύτατα την παγκόσμια οικονομία, από 5% έως 20% του παγκόσμιου ΑΕγχΠ, σύμφωνα με την έκθεση Stern. Παράλληλα, οι πρόσφατες αυξήσεις των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου έδειξαν ότι ο ανταγωνισμός για τους ενεργειακούς πόρους γίνεται εντονότερος κάθε χρόνο και ότι η ενεργειακή αποδοτικότητα και οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μπορούν να αποτελέσουν επικερδείς επενδύσεις. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε το υπόβαθρο για την ετοιμότητα των ηγετών της ΕΕ να δεσμευτούν για να μεταμορφώσουν την ευρωπαϊκή οικονομία, επίτευγμα για το οποίο απαιτείται σημαντική πολιτική, κοινωνική και οικονομική προσπάθεια. Ταυτόχρονα, η αλλαγή αποτελεί σκαλοπάτι για τον εκσυγχρονισμό της ευρωπαϊκής οικονομίας, τον προσανατολισμό της προς ένα μέλλον όπου η τεχνολογία και η κοινωνία θα είναι συντονισμένες με τις νέες ανάγκες και όπου η καινοτομία θα δημιουργεί νέες ευκαιρίες που θα ενισχύουν την ανάπτυξη και την απασχόληση.
Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έθεσε δύο βασικούς στόχους:
- Μείωση των αερίων του θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 20% έως το 2020 – ποσοστό που μπορεί να ανέλθει στο 30%, εάν υπάρξει διεθνής συμφωνία με την οποία και άλλες αναπτυγμένες χώρες θα δεσμεύονται «για ανάλογες μειώσεις των εκπομπών και ότι οι πιο προηγμένες οικονομικά αναπτυσσόμενες χώρες θα συμβάλουν καταλλήλως ανάλογα με τις ευθύνες τους και τις αντίστοιχες δυνατότητές τους».
- Αύξηση του μεριδίου των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο 20% της συνολικής ενεργειακής κατανάλωσης της ΕΕ έως το 2020.
Πηγή : http://europa.eu
Οι οδηγίες που έχουν διαμορφώσει τη σημερινή μορφή του Πρωτοκόλλου είναι οι εξής:
Απόφαση 2007/589/ΕΚ της Επιτροπής, της 18ης Ιουλίου 2007 [L 229 της 31.8.2007]
Ανακοίνωση της Επιτροπής της 10ης Ιανουαρίου 2007 [COM(2007) 2]
Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 15ης Δεκεμβρίου 2006 [COM(2006) 799]
Ανακοίνωση της Επιτροπής της 22ας Δεκεμβρίου 2005 [COM(2005) 703]
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2216/2004 της Επιτροπής της 21ης Δεκεμβρίου 2004
Τροποποιήθηκε με τον: Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 916/2007 [Επίσημη Εφημερίδα L 200 της 1.8.2007].
Ανακοίνωση της Επιτροπής της 7ης Ιανουαρίου 2004 [COM(2003) 830]
Απόφαση 2006/944/ΕΚ της Επιτροπής της 14ης Δεκεμβρίου 2006
Ανακοίνωση της Επιτροπής της 20ής Οκτωβρίου 2004[COM(2004) 681]
Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τις αποφάσεις που έλαβε η Επιτροπή στις 7 Ιουλίου 2004 [COM(2004) 500]
H Τελευταία Οδηγία: COM (2011) 122 FINAL
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της Συνόδου της Ευρωπαϊκής Βουλής που έλαβε χώρα στις 8 Μαρτίου 2011, έγιναν κάποιες καίριες παρεμβάσεις και επαναπροσδιορισμοί των στόχων πού είχαν τεθεί από το Κυότο.
Συγκεκριμένα, τα περισσότερα εμπλεκόμενα κράτη (Annex I,) συμφώνησαν ότι ο στόχος που έχει τεθεί για μείωση των αερίων GHG (Green House Gases) κατά 20% εώς το 2020 βρίσκεται εντός των επιθυμητών στόχων και η επίτευξη του είναι σχεδόν βέβαιη. Μπροστά στα νέα αυτά δεδομένα και λαμβάνοντας υπόψιν ότι το Πρωτόκολλο του Κιότο ορίζει και το ποσοστό του 20% για την ενεργειακή απεξάρτηση της Ευρωπαικής Ενωσης από τις ρυπογόνες μορφές ενέργειας, (το οποίο βρίσκεται σχετικά πίσω στο χρονοδιάγραμμα και δεν συμβαδίζει απόλυτα με τον σημαντικότερο στόχο του Πρωτοκόλλου, την διατήρηση της μεταβολής της θερμοκρασίας κάτω από το όριο των +2°C), τα κράτη μέλη θεώρησαν σκόπιμο τον επαναπροσδιορισμό των στόχων του Πρωτοκόλλου.
Κατέληξαν, μεταξύ πολλών άλλων και στα εξής συμπεράσματα:
1. 80 με 95% μείωση των GHG έως το έτος 2050 (σε σχέση με τα επίπεδα του 1990)
2. Ενταξη των αερομεταφορών και της ναυσιπλοϊας στις υποκείμενες σε μείωση παραγόμενες εκπομπές.
3. Την απεξάρτηση των συμμετεχόντων χωρών από τις ρυπογόνες μορφές ενέργειας (κάρβουνο, λιγνίτης, πετρέλαιο ορυκτά κάυσιμα, κ.α), με στόχο 100 % απεξάρτηση των τομέων της Ενέργειας και της Βιομηχανιας από τα ορυκτά καύσιμα.
4. Την εκπλήρωση του στόχου για επάρκεια σε μη ρυπογόνες μορφές ενέργειας καθώς και την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, (και οι δύο αυτοί στόχοι έχουν τεθεί στο 20% έως το 2020 και μέχρι στιγμής βρίσκονται περίπου στο ήμισυ), με στόχο το 80% έως το 2050.
5. Με βάση την Ευρωπαϊκή Αγορά Ρύπων, θεωρήθηκε από τις χώρες του Παραρτήματος I απαραίτητη η επένδυση σε μονάδες μείωσης ρύπων GHG έτσι ώστε να υποστηριχθεί η τιμή των μονάδων άνθρακα και να εξασφαλισθεί με αυτόν τον τρόπο η οικονομική επάρκεια των Αγορών Ανθρακα.
Η θέση της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό σκηνικό σε σχέση με την μείωση των ρυπογόνων αερίων GHG:
Η Ελλάδα υπέγραψε το Πρωτόκολλο τον Απρίλιο του 1998, παράλληλα με τα υπόλοιπα Κράτη Μέλη της Ε.Ε. και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Όλα τα Κ-Μ της ΕΕ κύρωσαν το Πρωτόκολλο το Μάιο 2002. Η Ελλάδα το κύρωσε με το Νόμο 3017/2002 (ΦΕΚ Α'117). Σύμφωνα με το Πρωτόκολλο, η ΕΕ και τα Κ-Μ της έχουν υποχρέωση μείωσης των εκπομπών κατά 8% κατά τη περίοδο 2008-2012 σε σύγκριση με τις εκπομπές του έτους βάσης (1990). Βάσει του άρθρου 4 του Πρωτοκόλλου που επιτρέπει την από κοινού ανταπόκριση στις υποχρεώσεις που αναλαμβάνονται από το Πρωτόκολλο, στο Συμβούλιο Υπουργών Περιβάλλοντος της Ε.Ε. της 4ης Μαρτίου 2002, επετεύχθη συμφωνία σε απόφαση του Συμβουλίου για την "έγκριση εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας του Πρωτοκόλλου του Κυότο της Σύμβασης Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την αλλαγή του κλίματος και την από κοινού ανταπόκριση στις αντιστοίχως αναλαμβανόμενες υποχρεώσεις". Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στη Γραμματεία της Σύμβασης στη Βόννη, την ίδια μέρα που έγινε η κατάθεση των πράξεων κύρωσης του Πρωτοκόλλου στο θεματοφύλακα (Νέα Υόρκη).
Η Ελλάδα σύμφωνα με την απόφαση αυτή, δεσμεύεται να περιορίσει την αύξηση των εκπομπών της στο +25% για το διάστημα 2008-2012, προκειμένου να συνεισφέρει στο κοινό στόχο της ΕΕ για 8% μείωση των εκπομπών της για αυτό το διάστημα. Για να ανταποκριθεί στη δέσμευσή της αυτή, η χώρα μας εκπόνησε το Εθνικό Πρόγραμμα μείωσης εκπομπών αερίων φαινομένου θερμοκηπίου για την περίοδο 2000-2010.
(Πηγή: ypeka.gr)
Παρά την συμφωνία της Ελλάδας και την υπογραφή του Συμφώνου, η αδυναμία της Ελλάδας στην πραγματοποίηση των υπό δέσμευση προγραμματισμένων απαιτήσεων του Συμφώνου (μείωση κατά 8%), οδήγησε την Ελλάδα στην εξαίρεση της από της Ευρωπαϊκές αγορές Ρύπων μέχρι το 2013, (απόφαση CC-2007-1-8/Greece/EB του τμήματος επιβολής της Επιτροπής Συμμόρφωσης του ΟΗΕ για το Πρωτόκολλο του Κιότο), Η Ελλάδα δε δικαιούται να συμμετέχει στους μηχανισμούς που προβλέπονται από τα άρθρα 6, 12 και 17 του Πρωτοκόλλου του Κιότο, εκκρεμούσης της απόφασης για το ερώτημα της εφαρμογής. όπου θα επανεξεταστεί η δυνατότητα της Ελλάδας να ανταπεξέλθει στον στόχο του 20% μέχρι το 2020 κα να αποδείξει ότι διαθέτει αξιόπιστο σύστημα μέτρησης των ρύπων από τη βιομηχανία.
Διεθνής Αγορά Ρύπων, Συστήματα, Κανόνες, Μηχανισμοί, Προϋποθέσεις
Όπως αναφέρθηκε, έχει δημιουργηθεί από την ΕΕ ο μηχανισμός αγοραπωλησίας δικαιωμάτων ρύπων διαμέσου των φορέων της ΕΕ και κυρίως της Ευρωπαϊκής Τράπεζας. Ο μηχανισμός αυτός έγκειται στην αγορά και στην πώληση δικαιωμάτων ρύπων που απορρέουν από ένα σύνολο πιστοποιημένων και μετρήσιμων παραγώγων των αερίων του θερμοκηπίου (GHG αερίων), από τις ρυπογόνες εγκαταστάσεις, η την μείωση αυτών. Δηλαδή, πέραν της δυνατότητας αγοράς – πώλησης μετρήσιμων μονάδων (t/ CO2) ρύπων, οι κανονισμοί του Πρωτοκόλλου δίνουν την δυνατότητα αγοραπωλησίας μονάδων μείωσης ρύπων. Στην συνέχεια παρουσιάζονται οι κωδικές ονομασίες-ακρωνύμια των φορέων, μονάδων και μηχανισμών που αφορούν το σύστημα Εμπορίας Ρύπων.
CDM: Clean Development Mechanism:
O μηχανισμός καθαρής ανάπτυξης της ΕΕ, ορίζεται από το Κιότο (IPCC, 2007) ως ένας από τους κατευθυντήριους μηχανισμούς εποπτείας και ανάπτυξης των στόχων που έχει θέσει η ΕΕ για την μείωση των ρύπων. ¨Έχει δυο κύριους στόχους:
α) Να βοηθήσει τις χώρες που δεν ανήκουν στις χώρες του Παραρτήματος I στην επίτευξη των στόχων που έχουν τεθεί από το UNFCCC (United Nations Framework Convention on Climate Change), και
β) Να βοηθήσει τις χώρες του Παραρτήματος I στην συμμόρφωση και ορθή χρήση των ποσοτήτων ρύπων που διαχειρίζονται, την έκδοση – καταστροφή μονάδων ρύπων όπου και όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο, την κατάρτιση και αξιολόγηση της διαδικασίας Εμπορίας Ρύπων με σκοπό την μετέπειτα εξέλιξη της.
Removal Unit (RMU): Αποτυπώνει την δυνατότητα του κατόχου να παράγει 1 t GHG αερίων τα οποία θα απορροφώνται από έναν οχετό (sink) σε οποιαδήποτε χώρα του Παραρτήματος I.
Assigned Amount Unit (AAU) / Kyoto unit / carbon credit: Εκπροσωπεί τις βασικές μονάδες συνδιαλλαγών της Εμπορίας Ρύπων. Αντιπροσωπεύει την μονάδα που εναποθέτει η Ευρωπαϊκή Ένωση στην αρχή των συναλλαγών της Εμπορίας ρύπων, σε κάθε χώρα του Παραρτήματος I ως αρχικές μονάδες δικαιωμάτων ρύπων (t/CO2).
Certified Emission Reduction (CER): Πιστοποιημένες Μειούμενες Μονάδες Εκδίδονται από το συμβούλιο του CDM, ως μονάδες οι οποίες είναι αποτελέσματα έργων πιστοποιημένων από το DOA (διοικητικό οργανισμό Περιβάλλοντος κάθε χώρας) και το CDM ως έργα που συντελούν στην μείωση των εκπομπών ρύπων GHG.
Τα CERs είναι είτε μακροπρόθεσμα (lCER) είτε βραχυπρόθεσμα (tCER) ανάλογα με την μορφή χρήσης, χρηματοδότησης και προοπτικής της εγκατάστασης –project που τα παράγει
REDD: Reducing Emissions from Deforestation and Forest Degradation
Μονάδες μείωσης ρύπων από την χρήση, αναδάσωση, διαχείριση δασικών εκτάσεων ως οχετών υποδοχής των αερίων GHG.
Emission Reduction Unit (ERU): Μονάδες μείωσης ρύπων
Verified Emission Reduction (VER): Πιστοποιημένες μονάδες μείωσης ρύπων
Flexible mechanisms: Ελαστικοί μηχανισμοί του Κιότο που περιλαμβάνουν τους τρεις Μηχανισμούς CDM, JI , EMISSION TRADING.
Carbon Emission Reduction Target (CERT): Ο στόχος μείωσης των εκπομπών κάθε κράτους- μέλους ή μη.
JI (Joint Implementation): Κοινή Υπολοίηση (ελαστικός μηχανισμός του Κιότο που παίζει όλο ρυθμιστικού και πιστοποιητικού παράγοντα για συναλλαγές σε μονάδες ρύπων μεταξύ χωρών του Παραρτήματος I)
Eu TS : Ευρωπαϊκή Aγορά Ρυπογόνων αερίων του Θερμοκηπίου.
Πιθανότητές της Ελληνικής Επιχείρησης για την είσοδο στην Ευρωπαϊκή Αγορά ρύπων:
Στο σημείο αυτό θα εξετάσουμε τις πιθανότητες εισόδου μίας Ελληνικής επιχείρησης στο Ευρωπαϊκό Εμπόριο Ρύπων. Οι συνθήκες για αυτό το εγχείρημα όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό είναι αρκετά δύσκολες για τους εξής λόγους:
1. Οικονομική κατάσταση της Ελλάδας
2. Οικονομική κατάσταση Ευρώπης και έλλειψη εμπιστοσύνης στην ελληνική επιχειρηματικότητα από ξένες επιχειρήσεις.
3. Αποκλεισμός έως το 2013 της Ελλάδας από τις Συνδιαλλαγές για το Εμπόριο Ρύπων.
4. Έλλειψη κατευθυντήριων μηχανισμών, νόμων και φορέων και προσωπικού που θα βοηθήσουν στην δημιουργία και ορθή λειτουργία επιχειρήσεων που θα ασχοληθούν με το Εμπόριο Ρύπων, αποκλειστικά.
Πέρα από αυτά, ο κυρίως τομέας προμήθειας μονάδων μειούμενων ρύπων (CER, VER, VCU), οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) φαίνεται ότι έχουν εξαιρεθεί για κάποιον λόγο από την Ελλάδα με την αιτιολογία της έλλειψης μηχανισμού πιστοποίησης και παρακολούθησης των μονάδων C02 που αποφεύγονται από την χρήση ΑΠΕ.
Η Ελλάδα, υπό τις πιέσεις τις οποίες δέχεται από την ΕΕ για την έγκαιρη αξιολόγηση και πιστοποίηση της ποσότητας ρύπων που παράγει, έχει δώσει λιγότερη βάση στην πιστοποίηση μειούμενων μονάδων ρύπων που απορρέουν είτε από τις ΑΠΕ είτε από τεχνολογίες δέσμευσης – μείωσης των αερίων του Θερμοκηπίου που παράγουν οι επιχειρήσεις. Βρισκόμαστε ήδη αρκετά πίσω στον στόχο που έχουμε θέσει για μείωση κατά 8% των εκπομπών (με σημείο αναφοράς τις τιμές του 1990).
Θα αναφερθούμε ειδικά στο θέμα της απόκτησης και εμπορίας μειούμενων μονάδων ρύπων (VCUs, ERUs, VERs, CERs)
Όλες αυτές οι μορφές μονάδων, έχουν αναγνωριστεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους μηχανισμούς της καθαρής ανάπτυξης (CDM , JI , VCS-A).
Συγκεκριμένα για το CDM: Αποτελεί την βάση με την οποία έντονα Βιομηχανοποιημένες Χώρες όπως π.χ Γερμανία, Αγγλία, κ.α. επιτυγχάνουν τους στόχους για την μείωση των εκπομπών τους μέσω των υπό ανάπτυξη χωρών όπως π.χ Ινδία. Ουσιαστικά κατοχυρώνουν έργα μείωσης που βρίσκονται σε υπό ανάπτυξη χώρες και βραβεύουν τα έργα αυτά μέσω του CDM με εμπορεύσιμες μονάδες μείωσης ρύπων. Δηλαδή για να το θέσουμε απλά «Πληρώνουν μικρότερες και λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες να μειώσουν τους ρύπους για τους οποίους οι Μεγαλύτερες χώρες δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν».
Για την απόκτηση μονάδων CERs, VERs από το CDM υπάρχει η δυνατότητα από επιχειρήσεις και εντός της ΕΕ και εκτός (με πρόσφατο παράδειγμα της απόδοσης μονάδων VERs σε 10 φωτοβολταικά πάρκα ισχύος 1MW στο κράτος της Β.Κορέας), της απόκτησης CERs ,VERs. Η διαφορά των δύο αυτών μονάδων έγκειται στο ότι τα VERs αναφέρονται σε μονάδες οι οποίες προέρχονται από έργα εκτός των υπόχρεων μείωσης (μελών ΕΕ) ενώ οι μονάδες CERs αναφέρονται σε αναγνωρισμένες μονάδες μείωσης που προκύπτουν από διαπιστωμένη μείωση των εκπομπών ρύπων από τις εταιρείες οι οποίες κατέχουν ήδη ποσοστό εκπομπής.
Για την είσοδο κάποιου έργου στο CDM πρέπει να ακολουθηθεί μια συγκεκριμένη διαδικασία και μια πληθώρα πιστοποιήσεων:
1. (PDD) Preparation of Project Design Document: Προετοιμασία του έγγραφου Σχεδιασμού του Εργου: Η ενδιαφερόμενη εταιρεία ή ο ενδιαφερόμενος φορέας πρέπει να υποβάλλει ένα έγγραφο στο οποίο θα αναγράφεται λεπτομερώς η μορφή του έργου, η έκταση, ο χώρος στον οποίο θα γίνει(περιοχή), η δυνατότητα μείωσης ρύπων GHG που θα προσφέρει στην περιοχή, το εκτιμώμενο ποσοστό μείωσης ρύπων μακροπρόθεσμα και βραχυπρόθεσμα(σε ετήσιο βαθμό). Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο ποσοστό μείωσης και τους ρύπους τους οποίους ουσιαστικά αποτρέπουμε, συγκρίνοντας την ενέργεια που παράγουμε από την ΑΠΕ εγκατάσταση με την αντίστοιχη ενέργεια που θα παραγόταν αν χρησιμοποιούσαμε ορυκτά καύσιμα (πετρέλαιο, λιγνίτη, κ.α.). Η ετήσια παρακολούθηση και πιστοποίηση των εκπομπών είναι επίσης ιδιαίτερα σημαντική για την έγκρυση ενός έργου μέσω του CDM.
2. Approval by national DNA: Έγκριση από την αρμόδια Εθνική Αρχή: Το έργο πρέπει να έχει την έγκριση του αρμόδιου Περιβαλλοντικού Τομέα της χώρας η οποία φιλοξενεί το έργο.
3. Validation by DOE. Έγκριση από το αρμόδιο όργανο για τον Σχεδιασμό και Λειτουργία (οι φορείς αυτοί πρέπει να είναι αναγνωρισμένοι από το CDM), BVQI, SGS, DNV, λειτουργούν ως ενδιάμεσοι σε σχέση με τα μέλη της συνθήκης της Γενεύης UNFCCC και το CDM. Η παρέμβαση αυτή οδηγεί στην αντικειμενικότητα της απόφασης για την ένταξη της επιχείρησης στον υποστηρικτικό μηχανισμό Καθαρής Ανάπτυξης.
4. UNFCCC registration Eγγραφή στα μητρώα του UNFCCC : Το διοικητικό συμβούλιο καταχωρεί την απόφαση περί ένταξης ή μη του έργου στον μηχανισμό του CDM.
5. Aναγνώριση του Αγοραστή: Μετά την επιτυχή ένταξη του έργου στον μηχανισμό το έγο παράγει CERs τα οποία είναι άμεσα ρευστοποιήσιμα από την στιγμή που θα πιστοποιηθεί η ισχύς τους και μπορούν να χρησιμοποιηθούν στις αγορές ρύπων (με ετήσια ισχύ συνήθως)
**Οι ερωτήσεις που έγιναν στο Υπουργείο Περιβάλλοντος, στο ΓΕΔΕ (Γραφείο Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών) και στην αρχή για τους Ρύπους στην Ελλάδα δεν έδωσαν σαφείς απαντήσεις σχετικά με την δυνατότητα της Ελλάδας για εγγραφή του έργου στα μητρώα του CDM. Η αδυναμία αυτή έγκειται στην έλλειψη ελεγκτικού μηχανισμού καθώς και κυριότερα στην έλλειψη μονάδων AAUs οι οποίες έχουν κατανεμηθεί στα κράτη μέλη ως αρχικές μονάδες για την έναρξη του Εμπορίου Ρύπων.
Η Αμερική αν και αρχικά ήταν ενάντια στο πρωτόκολλο του Κιότο θέσπισε τελικά εθελοντική αγορά. Πέραν των CERs, VERs στην Αμερική και ιδιαίτερα στις εταιρίες που ασχολούνται με την εγκατάσταση και λειτουργία ΑΠΕ έχει δοθεί η δυνατότητα RECs (Renewable Energy Credits), πλήρως εμπορεύσιμων μονάδων .Τα έργα που έχουν την δυνατότητα RECs είναι αυτά τα οποία έχουν εκπληρώσει τους στόχους της επιτροπής για τις ΑΠΕ, Renewable Energy Portfolio Standards (RPS).
Voluntary Market (Εθελοντική Αγορά): Αναφέρεται στην αγορά και πώληση VERs από πλευρές οι οποίες δεν ενδιαφέρονται πρωταρχικά για την επίτευξη των στόχων περί μείωσης εκπομπών της κάθε χώρας – κράτους αλλά για την διαδικασία της αγοράς και της πώλησης μονάδων ρύπων ως απλή εμπορική συναλλαγή.
Η εθελοντική Αγορά έχει ως κύριο φορέα το VCS (Voluntary Carbon Standard), η οποία με την σειρά της ως ρυθμιστική αρχή έχει ως κατευθυντήρια αρχή την ΕΕ και ως όργανα τις VCS Registry Systems δηλαδή τα Μητρώα Εγγραφών των εθελοντικών προγραμμάτων μείωσης ρύπων.
Η αμεσότητα επιβράβευσης των μειούμενων μονάδων με (VCU s) καθώς και η δυνατότητα απόκτησης των μονάδων συναλλαγής χωρίς την μακροχρόνια και πολυέξοδη διαδικασία της καταχώρησης του έργου στο CDM, η δυνατότητα απόκτησης και διατήρησης πολλαπλών λογαριασμών καθώς και η δυνατότητα που παρέχεται στους επενδυτές να αποκτούν, να διατηρούν και να εμπορεύονται τις μονάδες μείωσης (κάθε μονάδα έχει ξεχωριστό αριθμό) μεταξύ των διαφορετικών μητρώων του VCS, καθιστούν το VCS επικρατέστερο στην δυνατότητα αξιοποίησης των έργων ΑΠΕ για την απόκτηση επιπλέον πόρων.
Συγκεκριμένα, έπειτα από την επιτυχή (αν και σχετικά χαμηλού κέρδους) ολοκλήρωση της πρώτης αγοραπωλησίας VCUs μέσω online συναλλαγών σε γνωστό site που εμπορεύεται ρύπους, σε ανοιχτό αντίστροφο πλειστηριασμό, η δυνατότητα και η ευκολία της έκδοσης και συνδιαλλαγής VCUs τους δίνει πλεονεκτήματα σε σχέση με τα αντίστοιχα CERs –VERs , αν και η τιμή τους είναι αρκετά μικρότερη.
Η δυνατότητα απόκτησης VCUs για τις Ελληνικές ΑΠΕ επιχειρήσεις βρίσκεται ακόμα σε διαπραγματεύσεις. Τονίσαμε ότι η Ελλάδα ευρισκόμενη ήδη σε δυσμενές σημείο σε σχέση με τους στόχους που έχουν τεθεί {τα τρία είκοσι (20% μείωση, 2020 και 20% σε ΑΠΕ)}είναι λογικό να μην δώσει έμφαση σε ελεγκτικούς μηχανισμούς που θα μπορούν να προσδιορίσουν, να πιστοποιήσουν και να καταγράψουν μονάδες μείωσης ρύπων (οποιασδήποτε μορφής.). Οι στόχοι αυτοί είναι
1) Η μελλοντική ανάγκη της συμμόρφωσης σε Ευρωπαικές οδηγίες
2) Η ξεκάθαρη νομοθεσία του Πρωτοκόλλου του Κιότο σχετικά με την κατανομή 50% των εσόδων από το Εμπόριο Ρύπων κάθε χώρας (αλλά και συνολικά όλων των συμβεβλημένων χωρών με το UΝNFFC) για την ανάπτυξη των ΑΠΕ καθώς και της Πράσινης ανάπτυξης καθώς και
3) Τα τεράστια πρόστιμα που καλείται να αντιμετωπίσει η Ελληνική κυβέρνηση και ειδικότερα η ΔΕΗ (η οποία έχει ξεπεράσει κατά πολύ τα όρια που έχουν τεθεί, αν και με την κατανομή του 2010 συγκέντρωσε το 60% από τις AAUs που είχαν δοθεί στην Ελλάδα) οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στην αξιοποίηση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας ως πρόσθετου μέτρου για την συμμόρφωση στους κανόνες που τέθηκαν σύμφωνα με το Πρωτόκολλο του Κιότο και την αποφυγή πρόσθετων κυρώσεων.
Λαμβάνοντας δε υπόψιν και τις πρόσφατες οδηγίες από την Ευρωπαική Βουλή για την πλήρης απεξάρτηση των τομέων της Βιομηχανιας και της Ενεργειας από τά ορυκτά καύσιμα και της ρυπογόνες γενικά μορφές Ενέργειας, η προοπτική αυτή δεν αποτελεί μόνο πρόσθετο μέτρο αλλά επιτακτική ανάγκη για την ανάκαμψη τόσο της Ελλάδας όσο και των χωρών που είναι συμβεβλημμένες με το Πρωτόκολλο του Κιότο.
Ο Μπίζιος Βασίλειος είναι Μηχανολόγος Μηχανικός & Αεροναυπηγός Μηχανικός