Επανεξετάζοντας την ενεργειακή ασφάλεια της ΕΕ
του Κων/νου Χατζηστάσου

Επανεξετάζοντας την ενεργειακή ασφάλεια της ΕΕ

11 06 2014 | 14:52

Η απορρόφηση της Κριμαίας από την Ρωσική Ομοσπονδία ξύπνησε το «φάντασμα» της ενεργειακής ασφάλειας της ΕΕ φέρνοντας στη μνήμη τις ενεργειακές διαμάχες μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας του 2006 και 2009. Η αντιπαράθεση του 2009 είχε ως αποτέλεσμα τη διακοπή παροχής φυσικού αερίου προς χώρες της Ανατολικής Ευρώπης όπως Ρουμανία, Βουλγαρία και Πολωνία. Ήταν η πρώτη φορά που η προμήθεια φυσικού αέριου από το Σοβιετικό δίκτυο αγωγών είχε διακοπεί πλήρως προς χώρες της Ευρώπης.

Επακόλουθο της μη-απρόσκοπτης ροής φυσικού αερίου ήταν να πληγεί ανεπανόρθωτα η αξιοπιστία της Ρωσίας και η χώρα να στιγματιστεί ότι χρησιμοποιεί το αέριο ως «όπλο» πολιτικού και οικονομικού εκβιασμού εγείροντας μελλοντικά ζητήματα σε σχέση με την αβεβαιότητα της παροχής και την τήρηση των δεσμεύσεων που απορρέουν από ενεργειακά συμβόλαια. Αναπόδραστα η σχέση Ρωσίας-Ευρώπης είναι αμφίδρομη. Από την μια η Ρωσία σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται οικονομικά από τις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου που αποτελούν το 70% των εξαγωγών της και συνεισφέρουν το 50% στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό. Από την άλλη όμως η ΕΕ εισάγει το 30% περίπου των ενεργειακών της αναγκών σε φυσικό αέριο από τη Ρωσία.

Παρόλο που υπερτονίζεται η ενεργειακή εξάρτηση της ΕΕ στη Ρωσική ενέργεια, εντούτοις αδιαμφισβήτητα μπορεί να τεκμηριωθεί και η οικονομική εξάρτηση της Ρωσίας από την ΕΕ. Από αυτή την οπτική γωνία η Ρωσία αντιλαμβάνεται ότι δεν είναι προς όφελος της να διασαλέψει τις σχετικά καλές σχέσεις με χώρες της ΕΕ που αποτελούν τον πιο σημαντικό της εμπορικό εταίρο. Με άλλα λόγια η διατήρηση των ισορροπιών αποτελεί καίριο ζήτημα και για τις δύο πλευρές.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι παρόλο που η ΕΕ εισάγει το 35% του συνόλου των εισαγωγών της σε πετρέλαιο και μόνο το 30% σε φυσικό αέριο οι ανησυχίες της ΕΕ εστιάζονται σχεδόν αποκλειστικά στο φυσικό αέριο. Η απάντηση έγκειται στο γεγονός ότι η προμήθεια πετρελαίου (και παραγώγων του) μπορεί να προέλθει από εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού αν ό μη γένοιτο η Ρωσία διακόψει τις πωλήσεις πετρελαίου στην ΕΕ. Επιπλέον το πετρέλαιο μπορεί να μεταφερθεί εύκολα μέσω δεξαμενόπλοιων από τα πεδία παραγωγής πετρελαίου στα διυλιστήρια και μετέπειτα στα σημεία κατανάλωσης. Πιο σημαντικό όμως είναι ότι στην περίπτωση του πετρελαίου η μεγαλύτερή πετρελαιοπαραγωγός χώρα του ΟΠΕΚ η Σαουδική Αραβία διαθέτει διευρυμένη ικανότητα άμεσης αύξηση της παραγωγής αργού πετρελαίου (swing producer) και μπορεί να επέμβει αποτρεπτικά ικανοποιώντας το κενό. Κάτι ανάλογο είχε συμβεί και με τον τιμολογιακό πανικό της πετρελαϊκής κρίσης του 1979 όταν ξέσπασε ο Ιρακινό-Ιρανικός πόλεμος και μειώθηκε η παραγωγή πετρελαίου. Ενώ στην περίπτωση του φυσικού αερίου η μεταφορά του καυσίμου γίνεται κυρίως μέσω αγωγών και σε περίπτωση μείωσης ή διακοπής της ροής δύσκολα μπορεί να αναπληρωθούν οι απώλειες.

Μετά την ενεργειακή κρίση Ρωσίας-Ουκρανίας του 2009, η ΕΕ έχει δώσει ιδιαίτερη έμφαση στην ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας. Επιγραμματικά το «τρίτο ενεργειακό πακέτο» της ΕΕ στον τομέα της ενέργειας επένδυσε στη διεύρυνση των διασυνδέσεων του Ευρωπαϊκού δικτύου αγωγών φυσικού αέριου, την ικανότητα αμφίδρομης ροής φυσικού αερίου μέσω αγωγών, την επέκταση των διασυνδέσεων του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας, την ποικιλομορφία εφοδιασμού και την εξοικονόμηση ενέργειας. Σε εθνικό επίπεδο χώρες όπως η Πολωνία και η Λιθουανία έχουν προχωρήσει με τη δημιουργία τερματικών σταθμών εισαγωγής υγροποιημένου φυσικού αέριου ενώ άλλες χώρες όπως η Λετονία έχουν αυξήσει την ικανότητα αποθήκευσης φυσικού αερίου.

Στατιστικά αποδεικνύεται όμως ότι η ενεργειακή ασφάλεια της ΕΕ απέχει πολύ ακόμα από τον επιθυμητό στόχο. Ενδεικτικά η Βουλγαρία εισάγει το 89% των αναγκών της σε φυσικό αέριο από τη Ρωσία. Η Σλοβακία εξαρτάται στο 83%, η Ελλάδα στο 56% και η Εσθονία στο 100%. Δεδομένου αυτού του συσχετισμού χρειάζεται να επανεξεταστεί η ενεργειακή πολιτική της ΕΕ όσον αφορά τις εισαγωγές φυσικού αέριου με κύρια χαρακτηριστικά τις ενεργειακές αρτηρίες, τις διαδρομές, τις ποσότητες, το κόστος αλλά και τους προμηθευτές.

Με την ενεργειακή «αυτοπεποίθηση» που απορρέει από την αυξημένη παραγωγή σχιστολιθικού πετρελαίου και φυσικού αερίου που επέφερε η υδραυλική ρωγμάτωση οι ΗΠΑ ζητούν επιτακτικά την απεξάρτηση της ΕΕ από το Ρωσικό φυσικό αέριο και την απομόνωση της Ρωσίας. Η ΕΕ όμως αναγνωρίζοντας τις περιορισμένες βραχυπρόθεσμα ενεργειακές επιλογές για κάλυψη των ενεργειακών της αναγκών επέλεξε να διατηρήσει μια δικαιολογημένα ήπια στάση απέναντι στη Ρωσία. Ενώ η ενεργειακή κρίση μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη λόγω διαφορών τιμολόγησης και εκκρεμότητας εξόφλησης οφειλών, ο κίνδυνος διακοπής της παροχής φυσικού αερίου προς την Ουκρανία, και κατ’επέκταση προς στην Ευρώπη, παραμένει ορατός. Υπό τις περιστάσεις ποια μέτρα μπορεί να υιοθετήσει προληπτικά η ΕΕ περιορίζοντας έτσι τον κίνδυνο και τις επιπτώσεις; Ένα μέτρο είναι η συνέχιση της λειτουργίας των πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής που η Γερμανία υποσχέθηκε να θέσει εκτός λειτουργίας μέχρι το 2022. Ακόμα ένα μέτρο είναι η χρήση του άνθρακα και πάλι για ηλεκτροπαραγωγή αλλά και η εκτεταμένη αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Η άρση διακρατικών περιορισμών για την μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας θα μπορούσε να καλύψει επιπλέον ανάγκες ηλεκτρικής ενέργειας. Μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας όπως η αλλαγή των συνηθειών των καταναλωτών αλλά και κίνητρα για την μείωση της ηλεκτρικής χρήσης σε ώρες αιχμής. Η διάθεση στρατηγικών αποθεμάτων φυσικού αέριου μπορεί επίσης να καλύψει πιθανές μειώσεις φυσικού αερίου ως επίσης και η αύξηση εισαγωγών υγροποιημένου φυσικού αέριου εκεί και όπου υπάρχουν υποδομές και διασυνδέσεις. Η ενδεχόμενη μείωση της τιμής του φυσικού αέριου αναμένεται να αποτελέσει ίσως τη μεγαλύτερη δοκιμασία για την αποφασιστικότητα της ΕΕ να εμπεδώσει τα απαραίτητα μαθήματα του παρελθόντος.

* Ο Κωνσταντίνος Χατζηστάσου είναι Λέκτορας Μηχανικής Επιστήμης, Παν. Λευκωσίας και Ερευνητής, Κοιος, Παν. Κύπρου

(philenews)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM