Στην πιο κρίσιμη καμπή οι διαπραγματεύσεις για το open door
Έντονη είναι η κινητικότητα τις τελευταίες ημέρες αναφορικά με τους περίφημους διαγωνισμούς open door, όπου επίκειται η υπογραφή των συμβάσεων με τους αναδόχους, οι οποίοι καλούνται να ανοίξουν για πρώτη φορά στην Ελλάδα μετά από 25 χρόνια, νέες περιοχές έρευνας και παραγωγής πετρελαίου.
Με τις διαπραγματεύσεις να βρίσκονται σε λεπτό σημείο, αρμόδια έγκυρη πηγή επισημαίνει ότι «πρόκειται για τη μεγαλύτερης αξίας διαπραγμάτευση για την παραχώρηση δικαιώματος εκμετάλλευσης, που έχει κάνει στην ιστορία το Ελληνικό Δημόσιο». Όπως εξηγεί, μιλάμε για πιθανές αξίες της τάξης των 25 έως 28 δισ. ευρώ, που αφορούν στις παραχωρήσεις του Πατραϊκού και των Ιωαννίνων σε ολόκληρη τη χρονική τους διάρκεια (25ετία).
Την ίδια στιγμή, η διαπραγμάτευση που βρίσκεται σε εξέλιξη αποκτά κρίσιμο χαρακτήρα και για έναν άλλο πρόσθετο λόγο: πρόκειται για τις πρώτες πετρελαϊκές παραχωρήσεις μετά από δεκαετίες αδράνειας και ενώ το ελληνικό δημόσιο προσβλέπει μέχρι το επόμενο φθινόπωρο να ξεκινήσει νέο γύρο παραχωρήσεων και να προσελκύσει επενδυτικό ενδιαφέρον για ακόμη επενδυτικά project με ακόμη μεγαλύτερο ίσως και πολλαπλάσιο μέγεθος.
Υπό την έννοια αυτή, έχουν τεράστια σημασία οι συμβάσεις που θα υπογραφούν καθώς θα πρέπει αφενός να διασφαλίζουν τα συμφέροντα του δημοσίου, αφετέρου να δημιουργούν το κατάλληλο επενδυτικό κλίμα ασφάλειας και συμμορφώνονται με τα διεθνή στάνταρ της πετρελαϊκής αγοράς.
Στο πλαίσιο αυτό, τα κείμενα των συμβάσεων είναι απολύτως έτοιμα, ωστόσο , σύμφωνα με πληροφορίες, οι επενδυτές έχουν εντοπίσει δύο μείζονος –όπως τα χαρακτηρίζουν– σημασίας εμπορικά θέματα, που πιθανόν να εμποδίσουν ακόμη και την υπογραφή τους.
Τα ζητήματα αυτά είναι:
Πρώτον στη σύμβαση προβλέπεται ότι εάν ο επενδυτής θελήσει μεταβιβαστεί τμήμα ή το σύνολο της δραστηριότητας σε άλλη επιχείρηση (πρόκειται για την ευρύτατα διαδεδομένη διαδικασία του “farm out”) θα πρέπει να λάβει έγκριση του υπουργικού συμβουλίου. Η διαδικασία του farm out είναι συνήθης στην αγορά πετρελαίου και διασφαλίζει τη συνέχιση του αναπτυξιακού προγράμματος. Ωστόσο η συγκεκριμένη ρύθμιση (έγκριση από το υπουργικό συμβούλιο) αντιμετωπίζεται ως υπερβολικά γραφειοκρατική, υπό την έννοια ότι αντίστοιχες διαδικασίες στο εξωτερικό γίνονται – εφόσον προβλέπονται – από τον αρμόδιο υπουργό ή την αρμόδια δημόσια διαχειριστική αρχή των παραχωρήσεων.
Δεύτερον, όλες οι εταιρείες που συμμετέχουν στη διαδικασία έθεσαν ζήτημα διασφάλισης της σταθερής φορολόγησης. Συνήθως στις συμβάσεις αυτές περιλαμβάνεται ειδικός όρος (stabilization clause) βάσει του οποίου πιθανές αλλαγές στο φορολογικό καθεστώς (πχ αύξηση του φορολογικού συντελεστή) θα μειώσει ανάλογα τα προβλεπόμενα royalties του Δημοσίου, ούτως ώστε ο επενδυτής να γνωρίζει εξαρχής το φορολογικό κόστος της επένδυσης και της δραστηριότητας.
Πληροφορίες θέλουν το δημόσιο να είναι αντίθετο στα δύο αιτήματα. Το «Energypress» έθεσε τα ερωτήματα σε κύκλους του υπουργείου ΥΠΕΚΑ, οι οποίοι αρνήθηκαν να κάνουν οποιοδήποτε σχόλιο.
Σημειώνεται ότι, από την πλευρά του Δημοσίου δεν έχει τεθεί κανένα χρονοδιάγραμμα υπογραφής των συμβάσεων και ήδη η διαδικασία του open door μετρά περίπου 20 μήνες (από τον Ιανουάριο του 2012) ενώ οι συμβάσεις θα περάσουν για κύρωση και από τη βουλή. Αντικειμενικά, ανεξάρτητα αν το θέμα είναι πολύ σοβαρό και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί από την ελληνική πολιτεία με βιασύνη, η χρονοτριβή αυτή εκτός του ότι καθυστερεί την έναρξη του ερευνητικού και επενδυτικού προγράμματος, δημιουργεί προβλήματα ενημέρωσης του επενδυτικού κοινού ιδιαίτερα για τις ξένες εισηγμένες όπως η Petra, η Edison και η Petroceltic που συμμετέχουν στις προτιμητέες κοινοπραξίες.